Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Σοφία Γιοβάνογλου, «Φυτολόγιον νυκτερινόν ή Flora Nocturna», εκδ. Γαβριηλίδης, 2016 (γράφει ο Νίκος Γύφτουλας)

`

Η ΠΟΙΗΣΗ ΕΙΝΑΙ ΠΡΑΞΗ ΓΕΝΟΥΣ ΘΗΛΥΚΟΥ: «ΕΡΩΤΕΣ ΑΝΘΕΩΝ» ΣΤΟ ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΛΟΓΟΤΑΞΙΟ ΤΗΣ ΣΟΦΙΑΣ ΓΙΟΒΑΝΟΓΛΟΥ
`
Θηλύγονο στοιχείο επί σκηνής της ουσίας η ποίηση, θα αποτολμήσω να πω, προκαλώντας με την παραδοχή πως η εκδοτική γένεση της Σοφίας Γιοβάνογλου, συν-βαίνει σε μια περίοδο που το λογοτεχνικό ΥΦΑΣΜΑ, η στόφα της γραφής, όπως αυτή χαρακτηρίστηκε από την κατά παράδοση ανδροδιάθετη εξιστόρηση, εξαντλείται, αμήχανη, γοργά αδρανής να σπαρταρά εδώ κι εκεί, από καιρό αναζητώντας νέα πειστικά πεδία ύπαρξης, να έχει επί της ουσίας προ πολλού σβήσει το φυτίλι που την καθιστούσε κυρίαρχο στοιχείο της γραφής. Συμβαίνει σε κάθε παράδοση η επικρατούσα γραφή να είναικαι προϊόν των σχέσεων διαφορετικών, αντίθετων αλλά και συμπληρωματικών δυνάμεων. Και οι σχέσεις αυτές ανατρέπονται, όταν μεταβάλλεται ο κάθε αυτός δυναμικός συσχετισμός τους. ΕΡΩΤΗΜΑ: Είναι η εκδοτικά ισχύουσα συγγραφή και προϊόν επιβολής του κρατούντος πολιτισμού; Η απάντηση είναι πως Ναι, ΕΙΝΑΙ.

`
Την πρώτη παρουσία της Σοφίας ΓΙΟΒΑΝΟΓΛΟΥ επί της λογοτεχνικής σκηνής, με το ποιητικό τηςέργο «ΦΛΟΡΑ ΝΟΚΤΟΥΡΝΑ» ή ΝΥΚΤΕΡΙΝΟ ΦΥΤΟΛΟΓΙΟΝ,για να μεταφέρω κι ένα δανεικό σχήμα από το θέατρο, μορφολογικά θα την όριζα ως Ποίηση Ελεγχόμενης Μετρικής Συμφωνίας·Ποίηση Τοκετό, ποιητικό γίγνεσθαι, που εν τω γενέσθαι αποκτά την υπαρκτή του μορφή. Είναι στα επικρατούντα στοιχεία, ουχί ως συνήθη, ιδιάζουσας αρμόζουσας ποιητικής πρόθεσης, η Αισθητική ως Αισθαντική κίνηση των δρώντων στοιχείων, είναι κίνηση περιγραφική, ερωτικά συνομοταξιακή, λόγος που στα σπλάχνα του φέρει την Εικόνα συν την Κίνηση συν τον έμμετρο λόγο, με ίσον την δημιουργία αλλεπάλληλης Μουσικής Ποιητικής Εικόνας. Η συντελεσθείσα πράξη, εδώ, δεν είναι Μονήρης, ΑΝΔΡΟΚΡΑΤΙΚΗ, ΔΕΝ ΠΑΣΧΙΖΕΙ ΝΑ ΕΔΡΑΙΩΘΕΙ, ΝΑ ΑΠΟΔΕΙΞΕΙ ΤΗΝ ΥΠΑΡΞΗ ΤΟΥ –LARAISONDʼETRE, EINAI Η ΕΠΑΜΦΟΤΕΡΙΖΟΥΣΑ ΣΧΕΣΗ ΠΟΥ ΕΛΛΟΧΕΥΕΙ ΩΣ ΑΝΑΓΚΗ ΠΝΟΗΣ ΣΕ ΚΑΘΕ Αφετηριακή πλευρά της Συμμέτοχης ʽΎπαρξης. Η ποίηση της ΣΟΦΙΑΣ ΓΙΟΒΑΝΟΓΛΟΥ, ΓΙΝΕΤΑΙ ΠΟΙΗΣΗ ΠΟΥ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΤΗΝ ΩΡΑ ΠΟΥ ΓΙΝΕΤΑΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΥΠΟΘΕΣΗ ΚΑΙ ΤΩΝ ΔΥΟ ΦΥΛΩΝ. Αμφότερη συνύπαρξη –η προϋπόθεση της ποιητικής της– είναι μια βαθιά συντελούμενη, ποιητική πράξη.
Η χρήση των εκφραστικών στοιχείων στην ποιητική της, όπως είναι ο Ονοματισμός, η Ονοματογραφία, η Ονοματοκρατία, φαινομενικά δείχνουν δάνεια τεχνική, εκφραστική τροπή εργαστηριακής προελεύσεως, εδώ λειτουργούν με σκοπό την δημιουργία συνθήκης, ενός Ορισμού της Εικόνας, ΗΧΟΥ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ, μέσω ενός Λεπταίσθητα Δοσολογημένου και Μετρολογημένου Πλαισίου.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Χρίστος Κεραμίδης, “Ο μπάρμπα-Γιάννης ο ψαράς”


Ο μπάρμπα- Γιάννης ο βαρκάρης με τα καλάθια του. Συνοικία της Παναγίας στην πόλη της Καβάλας.

Έκρυψα τη ζωή μου
μέσα σε βαθιές αναπνοές
αντίκρυ στον άνεμο
που φύσαγε απʼ την θάλασσα
με όλα τʼ αρώματά του

Κάποιες φορές, βηματίζοντας στα παλιά καλντερίμια , και προπαντός σʼ εκείνα που κατηφόριζαν στη θάλασσα ,ένιωθα την ανάγκη να τα μεγαλώσω, να τα κάνω δρόμους, να περπατήσουμε όλοι μαζί ζωντανοί και λησμονημένοι. Νʼ ακούσουμε πάλι την βοή των κυμάτων που σπάζανε στους απότομους βράχους και την καμπάνα νʼ ακούσουμε του ρολογιού της εκκλησιάς, που μόνο θλίψη προκαλούσε τις κρύες, τις χειμωνιάτικες νύχτες.

Επειδή, το αληθές μερίδιο της ζωής είναι εκείνο που χαρίζουμε, τολμώ να γράψω αυτό το μικρό κείμενο, αναζητώντας όλους τους παλιούς γείτονες που θυμούνται, ακόμη και σήμερα, τις αλάνες των ματωμένων παιχνιδιών. Τους παιδικούς φίλους με τʼ αγαπημένα ονόματα και τα εύστοχα παρωνύμια !
Ίσως για τον κάθε άνθρωπο, η αληθινή γειτονιά του ήταν εκείνη που γεννήθηκε και μεγάλωσε.

Το διάχυτο φως, η θάλασσα κι ο ουρανός, κι ό,τι ζωντανό ανάμεσά τους υπήρχε , δεν καταγράφονταν μέσα μας σαν ένα απλό τοπίο. Η άδολη παιδική μας ψυχή σταματούσε το χρόνο, δίνοντας στο στιγμιαίο την απέριττη δυνατότητα των πρώτων συλλαβισμών. Το θαύμα το ανεπανάληπτο της διάρκειας!

Ένα θαύμα που, ακόμη και σήμερα, αγγίζει με ευλάβεια τα ερείπια των παλιών σπιτιών που στέγασαν τους πρόσφυγες βιοπαλαιστές της γειτονιάς μας.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Ο στιχουργός Δημήτρης Λέντζος μιλά για τον Γιώργη Παυλόπουλο


`

`

Από την εκδήλωση της Επιθεώρησης Ποιητικής Τέχνης, Ποιείν, www.poiein.gr και του περιοδικού και εκδόσεων Μετρονόμος στη Βιβλιοθήκη Βολανάκη, “Τεσσερις στιχουργοί μιλούν για τον αγαπημένο τους ποιητή ‘ που πραγματοποιήθηκε στις 20 Δεκεμβρίου 2015.

`
Κατάγομαι από ένα ορεινό χωριό πλησίον της Αρχαίας Ολυμπίας. Αν και από εκεί δώσαμε το «ΦΩΣ» σʼ ολόκληρο τον κόσμο εδώ και 2.600 χρόνια σε μας στο χωριό μου ήρθε το ηλεκτρικό ρεύμα το 1968. Ικανός χρόνος νομίζω για μια τέτοια κατάκτηση.

Το χωριό μου οι Μηλιές, έτσι το λένε, ήταν ένα φτωχό πολύ φτωχό θα έλεγα χωριό, όπως τα περισσότερα της εποχής εκείνης. Η επαφή μου με την ποίηση ήταν μοναχά μέσα από τα σχολικά βιβλία, σε μια δύσκολη έτσι κι αλλιώς πολιτική περίοδο όπως η δικτατορία του 1967. Ποιήματα που εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, δεν με οδήγησαν εντός τους. Περισσότερο με ενέταξε σʼ αυτήν την «κατάρα και ευλογία» το «κρυφό σχολειό» της γιαγιάς μου με τα παραμύθια της και τις ιστορίες της στα μιτάτα του οροπεδίου της Φολόης, αλλά τώρα ποιός ενδιαφέρεται για τα παραμύθια της γιαγιάς μου. Όταν μεγάλωσα, πήγαινα τότε γυμνάσιο σʼ ένα υποβαθμισμένο σχολείο στο γειτονικό χωριό, που μόνο μέλημα του καθηγητή φιλολογίας που ήταν βασικά θεολόγος, ήταν πως θα γράφαμε με λαδομπογιά στο λευκό τοίχο του σχολείου με μπλε θεόρατα γράμματα το «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών». Η πρώτη σημαντική επαφή με τη μεγάλη ποίηση ήταν με τον Διονύσιο Σολωμό όταν ο αδελφός μου και ένας μπάρμπας μου δικηγόρος μου έφεραν κάποιο καλοκαίρι τα «Άπαντά» του. Και μου είπε ο μπάρμπας μου: «Όταν έλθω το Πάσχα θα τον ξέρεις όλον απέξω, ειδικά τους Ελεύθερους Πολιορκημένους».

Ύστερα όταν τελείωσα και το Λύκειο ανέβηκα στην Αθήνα μπαίνοντας κατʼ ευθείαν στο μεροκάματο. Τότε γνώρισα εκ του σύνεγγυς τον ποιητή Μιχάλη Κατσαρό, ερχόταν και του έβαζα μπαταρίες σʼ ένα ραδιόφωνο στην οδό Εμμ. Μπενάκη στο Κέντρο. Είχα μεγάλο σέβας γιʼ αυτόν. Μετά από δύο χρόνια γνωριμίας μού χάρισε μια μέρα μια τετράδα του λαϊκού λαχείου. Τη Δευτέρα στην κλήρωση κέρδισα στον λήγοντα και πήγα στο υπόγειο της Ομόνοιας να εισπράξω τα κέρδη. Κοίταξε το λαχείο εξονυχιστικά ο λαχειοπώλης και μου είπε δυνατά: «Δεν ντρέπεσαι αλήτη, τα λαχεία είναι ληγμένα δύο χρόνια τώρα». Ντράπηκα κι έγινα Λούης. Λίγο πριν πεθάνει τον βρήκα πάλι τον Μιχάλη τον Κατσαρό στην οδό Αθηνάς, που εκεί εμπορευόμουνα και μου είπε: «Να κοίταξε πάνω στην Ακρόπολη έχει ανάψει φωτιά και πάνω πετούν κοράκια». Δεν τον ξαναείδα.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Γιάννης Πάσχος, “Η παρουσίαση”

Ο κύριος συγγραφέας, έμπειρος πλέον, δεν είχε καμιά αγωνία για την παρουσίαση του νέου του βιβλίου. Ξηροστομία, ελαφριά διάρροια, βήχας, φαγούρα, δέκατα, ταχυκαρδία, επιχείλιος έρπης, όλα αυτά που τον τυραννούσαν σε παρόμοιες περιπτώσεις ανήκαν στο παρελθόν. Ήπιε ένα ποτό, φόρεσε το καλό κυριακάτικο κεφάλι και συνοδευόμενος από τους συμπαρουσιαστές – μια κομψή κυρία των τεχνών με ειδικότητα επί της νεωτέρας ελληνικής λογοτεχνίας κι έναν κύριο, γνωστό συγγραφέα, παράγοντα της κοινωνικής, πολιτιστικής και πολιτικής ζωής – εκάθησαν ο ένας δίπλα στον άλλον στο δρύινο τραπέζι, αυτός στη μέση, δεξιά η κυρία, αριστερά ο κύριος, υπό το φως δέκα εγκιβωτισμένων στο ταβάνι λαμπτήρων led.
Ο συγγραφεύς κοίταξε το κοινό, το κοινό ανταπέδωσε το βλέμμα, ο συγγραφεύς έκανε μια αδιόρατη νευρική γκριμάτσα, διόρθωσε τα γυαλιά του, έξυσε το κεφάλι λίγο πιο πάνω από το αυτί, χαμογέλασε, έσυρε τα δάχτυλα -τον δείκτη, τον μέσο και τον παράμεσο- πάνω στο εξώφυλλο του βιβλίου, το χάιδεψε διακριτικά, η συμπαρουσιάστρια δεξιά του ξεκούμπωσε το σακάκι της, κοίταξε αριστερά, το γκαρσόν έφερε τρία ποτά, το γκαρσόν στραβοπάτησε ελαφρώς, το κοινό γέλασε, ο συγγραφεύς ένιωσε να ιδρώνει, ο συμπαρουσιαστής αριστερά του χαμογέλασε σε μια κυρία με κραγιόν μωβ, ο ίδιος τέντωσε το ένα του πόδι, φορούσε καφέ κάλτσες, ήπιε δυο γουλιές από το ποτό, η συμπαρουσιάστρια ξεκούμπωσε ένα κουμπί από το πουκάμισό της, ανακάθισε στην καρέκλα, το κοινό κρεμόταν από τα χείλη της, αυτή έκανε τις συστάσεις, αυτή φορούσε καλτσόν μαύρο, ίσως και ίδιο χρώμα εσώρουχο, ο συγγραφεύς έβγαλε τα χέρια του από την άρθρωση του αγκώνα και κάτω (ωλένη, κερκίδα, οστά του καρπού, μετακάρπια) και τα ακούμπησε πάνω στο τραπέζι,

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Η στιχουργός Λίνα Δημοπούλου μιλά για τον Γιάννη Ρίτσο

`

Από την εκδήλωση της Επιθεώρησης Ποιητικής Τέχνης, Ποιείν, www.poiein.gr και του περιοδικού και εκδόσεων Μετρονόμος στη Βιβλιοθήκη Βολανάκη, “Τεσσερις στιχουργοί μιλούν για τον αγαπημένο τους ποιητή ” που πραγματοποιήθηκε στις 20 Δεκεμβρίου 2015.

`

Όταν δέχτηκα την πρόταση από τον Σπύρο Αραβανή, προκειμένου να μιλήσω για τον αγαπημένο μου ποιητή, θόλωσα, μπλοκάρισα. Ποιος, μέσα σʼ αυτό τον ανεκτίμητο θησαυρό στο πέλαγος της ελληνικής ποίησης, θα μπορούσε να είναι ο ένας; Πώς μπορώ να το ξέρω; Αφού κάθε μέρα, απʼ τον καθένα ανακαλύπτω κάτι καινούργιο, κάτι σπουδαίο…Απάντησα ναι, θα μιλήσω για το Ρίτσο. Κι αμέσως μετά άρχισε ο εφιάλτης: τι πήγα κι έκανα; Γιατί δέχτηκα; Ποια είμαι εγώ να μιλήσω για το Ρίτσο; Και το κυριότερο: ΤΙ ΝΑ ΠΡΩΤΟΠΕΙ ΚΑΝΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΡΙΤΣΟ;;; Ακολούθησαν αλλεπάλληλες κρίσεις πανικού, διάρκειας δύο εβδομάδων και τελικά αποφάσισα ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ να μιλήσω και το πώς για τον Ρίτσο, μόλις προχτές, Παρασκευή. Αποφάσισα να μιλήσω γιʼ αυτόν που μου «πρωτομίλησε» με τον ποιητικό του λόγο και τον κατάλαβα. Θα επικεντρωθώ σε τρία έργα- ύμνους στον αέναο ανθρώπινο αγώνα για ελευθερία και δικαιοσύνη, επειδή εξακολουθεί «και τούτες τις μέρες ο άνεμος να μας κυνηγάει» και η αίσθηση πως πρέπει να πάρεις θέση, όπως επέμενε και ο ίδιος, είναι αναγκαία πια και θα κρατήσω μιαν ακρούλα στο χρόνο που έχω, για τον ερωτικό Ρίτσο, επειδή η αγάπη που βιώνει η ποίηση του είναι τέτοια, σαν αυτή που δικαιούται να λάβει ο καθένας, ούτε σταγόνα λιγότερο. Θα ψελλίσω δυο λόγια για την Προσωπικότητα που ένιωσα στο χρόνο, πως επηρέασε τη ζωή και το αξιακό μου σύστημα, αλλά και τη θεματική της γραφής μου, μιας και για τα δυο αναλώθηκα στα εξής δίπολα σχήματα που μου υπέδειξε παιδιόθεν ο Ρίτσος:

Ζωή- Θάνατος

Σκοτάδι- Φως

Δικαίωμα- Υποχρέωση.

`

Και γιατί πάντα με καταδιώκουν οι στίχοι από «Το χρέος των ποιητών»

«…Το νου σας, σύντροφοι ποιητές, μη και βουλιάξουμε μέσα στο τραγούδι μας

μη και μας εύρη ανέτοιμους η μεγάλη ώρα,
– ένας ποιητής δίνει παρών στο πρώτο κάλεσμα της εποχής του.
Το νου σας, σύντροφοι ποιητές, – ένας ποιητής
είναι ένας εργάτης στο πόστο του, ένας στρατιώτης στη βάρδια του, ένας υπεύθυνος αρχηγός μπροστά στις δημοκρατικές στρατιές των στίχων του.»

`

Γεννήθηκα το ʼ62. Σʼ ένα σπίτι που ως το ʼ74 είχαμε παρανομία, φυλακίσεις, ψιθύρους και αγωνιώδεις σιωπές. Κι ενώ στο σχολείο υποχρεωνόμουν να μαθαίνω «των εχθρών τα φουσάτα περάσαν, σαν το λίβα που καίει τα σπαρτά» και «ζήτω η επανάστασις της 21ης Απριλίου», στο σπίτι κυκλοφορούσαν χειρόγραφα ή πολυγραφημένα κείμενα είτε με πολιτικό, είτε με λογοτεχνικό περιεχόμενο, καθώς και αντίστοιχες κασέτες ή δίσκοι, με επικίνδυνα «δια την διασάλευσιν της τάξεως», άρα απαγορευμένα, τραγούδια. Έτσι ένα κοριτσάκι 8 ετών, γύρω στο 1970 προσέλαβε ή πιο σωστά μετάλαβε από τον παράνομο Επιτάφιο: Το αίσθημα της ανυπέρβλητης, της μητρικής αγάπης:

Διαβάστε περισσότερα