Κυριάκος Δημητρίου, «Το Κώμα», εκδ. Πορεία, 2017 (γράφει η Μαριάννα Παφίτη)
18Οκτ
Αυτή τη φορά άργησα πολύ να γράψω για το καινούριο λογοτεχνικό έργο του Κυριάκου Δημητρίου. Το γνωρίζω, δε ξεκινούν με αυτό τον τρόπο οι βιβλιοπαρουσιάσεις μα δεν είμαι σίγουρη πως το κείμενό μου αυτό θα μοιάζει, εν τέλει, με το συγκεκριμένο κειμενικό είδος. Μου πήρε μήνες να ονομάσω το συναίσθημα που μου προκάλεσε η ανάγνωση της καινούριας νουβέλας του Δημητρίου, Το Κώμα (Αθήνα, εκδόσεις Πορεία, 2017), και δεν είναι το συναίσθημα αυτό ίδιο με την αμηχανία της πρώτης ανάγνωσης του πρώτου έργου του λογοτέχνη δύο χρόνια πριν. Δέος είναι το συναίσθημα αυτό που με κατακλύζει. Δέος όπως το αισθάνονταν οι κλασικοί Ρομαντικοί.
Η ιστορία της νουβέλας φαινομενικά απλή: ο ομοδιηγητικός αφηγητής, Λέναρντ Μάισνερ, Γερμανός γιατρός στο στρατόπεδο συγκέντρωσης στο Νταχάου, διενεργώντας, από το 1938, πειράματα σε ζωντανούς Εβραίους, υπηρετεί τη γερμανική φασιστική ιδεολογία της ανωτερότητας της φυλής. Ξαφνικά καταρρέει, πέφτει σε κώμα και νοσηλεύεται στην Πανεπιστημιακή Κλινική του Μονάχου τον Μάιο του 1942. Στις τριάντα τρεις ενότητες του έργου ο Μάισνερ ανακαλεί μνήμες από τη γέννησή του μέχρι και το θάνατό του ο οποίος επέρχεται όταν οι γιατροί αποσυνδέουν τη μάσκα οξυγόνου.
Των τριαντατριών αφηγηματικών ενοτήτων προηγείται μια ενότητα χωρίς αριθμό, ας την πούμε εισαγωγική, στην οποία ο αφηγητής συστήνεται στον αναγνώστη, περιγράφει, με επιστημονικούς όρους, την ιατρική κατάστασή του και θέτει το κυρίαρχο, στη λογοτεχνία του Δημητρίου, ερώτημα:
«Όμως, τώρα που το ξανασκέφτομαι, φοβάμαι πολύ, δηλαδή φοβάμαι κάτι χειρότερο κι από τον ίδιο τον θάνατο. Αν οι νεκροί είναι καταδικασμένοι να ζουν παντοτινά τον θάνατό τους; Αν (τι ανείπωτη φρίκη!) οι νεκροί βρίσκονται αιωνίως ημιθανείς, κι ενώ το σώμα τους λιώνει σιγά σιγά […] αυτοί παραμένουν – νεκροζώντανοι – δεσμώτες στο αποσκελετωμένο πτώμα, με το μυαλό, την ψυχή και τη μνήμη σε συνεχή επαγρύπνηση; Αν είναι έτσι τα πράγματα (ποιος ξέρει πώς είναι, αλήθεια, τα πράγματα, αφού οι νεκροί δεν μιλάνε για να μας πουν τι συμβαίνει)[…]. Τότε, η ζωή είναι ψευδαίσθηση κι ο θάνατος ένας αληθινός μύθος». (σσ. 10 – 11).
Μια αφήγηση μεταιχμιακή μιας εξίσου μεταιχμιακής αφηγηματικής κατάστασης. Η ποιητική του Δημητρίου ανιχνεύει το μεταίχμιο, το προβάλλει, το προσεγγίζει, το επεξεργάζεται. Με το τέταρτο του έργο στα χέρια μου, νομιμοποιούμαι να ονομάσω την ποιητική του ως ποιητική του μεταιχμίου και να ξαναδιαβάσω τα προηγούμενα έργα του υπό το πρίσμα αυτό. Έως τότε, επανέρχομαι στο Κώμα.
Διαβάστε περισσότερα








