Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Ακαδημία Ποιείν

Ακαδημία Ποιείν

Ακαδημία Ποιείν

Στρατής Παρέλης, Ποιήματα

Ένας θησαυρός που θα σκοτώσει τον κάτοχό του, ένα
χρυσάφι κολασμένο
Που, αιμοσταγές, ζητά να ντροπιάσει
το σκοτεινό φως της απόκτησης, μια υπεραξία
καταστροφική
Που σκαρφαλώνει στην συνείδηση ώσπου
η συνείδηση γίνεται
Βρωμερή και αγκαθένια.
Ένα πολίτευμα που αγγίζει
την δικαιοσύνη από ανέντιμη μεριά,
Τόκοι που μένουν φυλαγμένοι για να ασχημύνουν
Τον που τους έχει-
Βαραίνει το κλίμα,
η εποχή έχει πολεμική ουσία, θα μείνουν
περήφανοι οι λαοί ή
Θα ευτελίζονται όλα;
Όσο αναρωτιέσαι τόσο πέφτεις
σε βαθιά πηγάδια…

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Διονύσιος Χριστοφοράτος, Ερωτομολογητικόν

Στὴν Σπυριδούλα

Α’.

Στῶν ματιῶν σου τὶς θάλασσες
πνίγομαι
κάθε ποὺ μὲ κυττᾷς
καὶ μὲ τὸ κάθε σου φιλί
μὲ ἀνασταίνεις

Κύττα με λοιπόν
κ’ ὕστερα φίλα με
κύττα με ξανά
καὶ ξαναφίλα με

Β’.

Χείμαῤῥος ὁ ἵμερος
– γιὰ σένα –
κάθε μου πόθος ποταμός
πυριφλεγής ὁρμητικός
π’ ἀπεγνωσμένα ψάχνει
τοῦ κορμιοῦ σου τὶς θάλασσες
νὰ ξαποστάσῃ

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Κώστας Ριτσώνης (1949- 2015), «Το μπουζούκι» [«Τσίλιες»/ Μικρά πεζά 1970-2000], εκδ. Ποιήματα των Φίλων, 2001

Εκείνο το βράδυ ξενύχτησα σε μια ταβέρνα της Σύρας. Στην καθολική γειτονιά, στην Άνω Σύρα, τιμούν πάντα τη μνήμη του. Έχουν το μεγάλο πορτραίτο του Βαμβακάρη κρεμασμένο στον τοίχο της ταβέρνας. Στο πράσινο φόντο της ζωγραφιάς, που κυριαρχεί ο γέρος παίζοντας μπουζούκι, φαίνεται θαμπά μια πανέμορφη γυναίκα. Η Φραγκοσυριανή.

   Η λαϊκή ορχήστρα δεν κόλλησε στα παραδοσιακά, κι ας βρισκόταν στη γειτονιά του Μάρκου. Έπαιξε και ταγκό και καζαντζόκ. Για να χορέψει ο κόσμος και να ρίξει χαρτούρα. Το θλιμμένο μπουζούκι (η ψυχή της ορχήστρας) μεγαλούργησε στα συρτοτσιφτετέλια. Στο «Μελαχρινάκι». Στο «Παντρεμένοι κι οι δυο».

   Κι οι θαμώνες, εργάτες απ’ τα ναυπηγεία ή αγρότες σε πετρώδη χωράφια, ξόδευαν λογικά όσο το επέτρεπε η τσέπη τους (μικρή πια η ευμάρεια του νησιού).

   Σ’ αυτή την ξεπεσμένη εργατούπολη η μελαγχολία του μπουζουκιού μου θύμισε την ανεργία μου (αντί να ψάχνω για δουλειά, τριγυρίζω στα νησιά μελετώντας τα προβλήματά τους).

   «Το μπουζούκι είναι δικό μου όργανο», σκέφτηκα. «Μιλά βαθιά μες στην ψυχή μου»… «Κι ο Βαμβακάρης είναι φίλος μου. Άνεργος και ξεπεσμένος γύριζε και ζητιάνευε στα ταβερνάκια».

   Τότε μεγεθύνθηκε το πορτραίτο του γέρου μπρος στα μάτια μου. Ο γέρος φάνταζε μες στην ταβέρνα σαν καθολικός Άγιος κι ας έπαιζε μπουζούκι. Προστάτης και των ορθόδοξων ανέργων.

Διαβάστε περισσότερα

Ακαδημία Ποιείν

Ζωή Δικταίου, «Μονόλογος / Στο άλφα της αγάπης και στο ωμέγα της ζωής»

 

 

 

Συκοφαντημένη σκιά στα χαλάσματα, περιφέρεται

ερημοπούλι μαύρο

με το φεγγάρι ν’ αρμενίζει στα μεγάλα της μάτια

και το κεχριμπάρι δεμένο σε Γιαννιώτικο ασήμι στα μαλλιά.

Στο Bλαχομαχαλά στο Φιλιάτι

στις ώχρες τού μεσημεριού όταν η πέτρινη οδύνη μετριέται

στην ελεημοσύνη της θύμησης και στη σιωπή,

στην παλινόστηση της περιπλάνησης

με την προφητεία της απωθημένης αγάπης

και τής προδομένης έγνοιας στο άσωτο βλάστημα τού βάτου,

Μπούμπααλ, με τον αστείρευτο μετανιωμό

και το σβησμένο φανάρι στο χέρι,

με τον άσπρο κρουσταλλένιο λαιμό πριν τον χαράξει το μαχαίρι,

Μπούμπααλ, με την κεντημένη φλαμουριά στο φουστάνι

Μπούμπααλ, με τη φιλιωμένη ερημιά στο βλέμμα

και το φιλί στο μαντήλι.

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Βαγγέλης Δρόσος, Έξι χαϊκού και δυο τάνκα

 

 

Ι

Τι σού ‘ταξα τον

ουρανό… Τέλειωσε το

μπλε κοβαλτίου…

 

ΙΙ

Ηφαιστειώδης
ολόφρεσκη κι άσβεστη
υγρή καυτή γη

 

ΙΙΙ

Μένεις για μένα
άγγιχτη, σαν τη σιωπή
οσμή κατόπτρου

Διαβάστε περισσότερα