Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Ακαδημία Ποιείν

Ακαδημία Ποιείν

Ακαδημία Ποιείν

Ζωή Δικταίου, «Μονόλογος – Σε άδυτη διαδρομή της ψυχής»

 

Άνεμος φύσηξε, βουνίσιος

κατέβηκε από τις πετρωμένες όχθες των ποταμών

μερωμένος στη θάλασσα

μα ξεγελάστηκε κι αυτός και σκόνταψε στο ίδιο αδιέξοδο

πριν μανιασμένος γυρίσει πίσω

ξεσπώντας την οργή του στα πρωινά γιασεμιά του φράχτη

στο λευκό πουκάμισο της απλώστρας στην ταράτσα

στην κληματαριά του παππού

και στην ξύλινη υδρόγειο στο μεγάλο τραπέζι.

 

Οι σφιχτές αγκαλιές, τα πλεγμένα χέρια, τα φιλιά, βρήκαν τέλος

τα δευτερόλεπτα του αποχωρισμού,

ένας μικρός θάνατος που κρύβεις από όλους,

για να κρατήσεις λίγο από τις εικόνες, λίγο από τις ανάσες

λίγο από τα δάκρυα

γητεύεις με τ’ αλάτι στα βλέφαρα, το πολύ από το λίγο της ζωής.

 

Συντριμμένη μα όρθια πίσω από τα ιερά σου κάστρα

θα συντάξεις το πρώτο γράμμα,

συνειδητά εντελώς ανορθόγραφα, θα μπερδεύεις τάχα μου

τη «λύπη» , με το «λείπει» , τα «μήλα», με το «μίλα»,

θα γκρεμίζεις «τύχη» για να χτίσεις «τείχη»

να φυλάξεις το σπόρο σου από τις σύντομες ζωές

πριν ο «ίσος» ανάμεσα στους πρώτους γίνει «ίσως ο τελευταίος…»

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Σπύρος Αραβανής, «Φυσικές απορίες»

`

Πανηγυρίζουν και τα χελιδονόψαρα
όταν γίνεται επέκταση
των χωρικών υδάτων;

*

Η φιλοπατρία της χελώνας
θα αναπτυσσόταν χωρίς το καβούκι της;

*
Οι αγελάδες που δεν φοράνε
ειδική μάσκα για περισσότερο γάλα
τηρούν τις μεταξύ τους αποστάσεις;

*
Το νερόφιδο παριστάνει το νεκρό
ακόμα κι όταν αντικρίζει
τον εαυτό του;

*

Τα στρείδια όταν αλλάζουν φύλο
την ίδια γεύση δεν διατηρούν;

*

Γιατί το σχήμα της αθάνατης μέδουσας
είναι καμπανοειδές;

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Αντώνης Μπαλασόπουλος, «Λευκό στο λευκό»

Λευκό στο λευκό

Λευκό στο λευκό:
το πιο δύσκολο ίχνος
όταν η ίδια αλεπού
αντικατοπτρίζεται στα νερά
διαφορετικών λιμνών·
ή όταν στην ίδια λίμνη, η άλλη αλεπού
ατενίζει τον αντικατοπτρισμό
νεκρών άστρων.

Μια σκιά
το πέρασμα των ειδώλων τους
πάνω απ’ την επιδερμίδα
των υδάτων, μια σκιά ακόμη
το πέρασμα του δικού μου ειδώλου
μέσα απ’ αυτά
εδώ τα πεσμένα φύλλα.

Λευκό στο λευκό:
σαν να μην είδες τίποτε,
σαν αυτό που είδες να μην είχε
έρθει ακόμη, σαν να βρισκόταν ήδη
από την άλλη πλευρά της πτυχής
που σε περιλαμβάνει.

Αρετή του ελάχιστου!
Γλυκό, συμπυκνωμένο γάλα της Μεταφυσικής!
Πάλι καμώνομαι το θάνατο που βρίσκει
τα όντα στο δάσος! Πάλι ντύνομαι με το τρίχωμα
του γοερού θηρίου!

Το πιο δύσκολο
ίχνος, η κλωστή του υδράργυρου
στο σπασμένο θερμόμετρο, στη σπασμένη
λέξη
η κινούμενη άμμος.

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Γιώργος Δόντσος, «Μ’ αφορμή ένα δείλι του Αυγούστου»

 

 

Η όστρια δόθηκε τελικά στον πουνέντε.

Μετά από μια φτιαχτή κουβέντα, με την διεύθυνση αποφασισμένη,

Κάμανε τον έρωτα σ΄ ένα πανδοχείο βραχώδες.

Μ΄ αισχύνη επίσης φτιαχτή, κάπου στις ακτές του Θρακικού πελάγους

Τους είδα να κρύβονται.

Σαν απέκαμαν, να την χαϊδέψει έκαμε κι αυτή τραβήχτηκε μακριά

Σαν φίδι φαρμάκι φορτωμένο να ταν κι όχι χάδι.

Της είπε, τον άκουσα, της είπε

τῷ νῦν μή ποτε καί σύ, γύναι, ἀπό πᾶσαν ὀλέσσῃς

ἀγλαΐην, τῇ νῦν γε μετά δμῳῇσι κέκασσαι·

Και φουρτουνιασμένος, έφυγε πίσω στα μέρη του.

Πόσα μαντήλια βρεμένα, πόσα στεγνά, φιλοξένησαν οι καιροί,

Δεν ξέρω, θέλω να μην ξέρω, θέλω αμαθής να πορευτώ

Σε αυτό το παγωμένο ακρογιάλι.

Κι όσο τρέξεις, πιο γρήγορα θα φτάσεις σ΄ αυτό που φοβάσαι.

Κι όσο τρέξεις, πιο αδύναμος στ’ αγκάθια θα ριχτείς.

Οι πνιγμένοι ναυτικοί ψαρεύουν στον πάτο του πόντου,

Ανασύροντας κόκκαλα, που στα σαγόνια τους έχουν σβήσει ζωές

Και έκαμαν τον πόνο τους τραγούδι, που τραγούδι το έκαμαν

Οι φοβισμένοι στεριανοί που τους ακούγανε σαν είχε μπουνάτσα.

Ο καιρός ήρθε που σπονδές φέρουμε σαν ερωτευμένοι, παζαρεύοντας

Ένα κονάκι υπό τον εγκλιματισμό του Φοίβου.

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Καλλιόπη Αλεξιάδου, Ποιήματα

-χώμα και νερό-

Στην αρχή είμαστε δυο ρίζες
η μία δίπλα στην άλλη
γρήγορα γινόμαστε βλαστός, ιστοί ενωμένοι
παλεύουν ν’ ανδρωθούν στο στερέωμα
Όσο ανεβαίνουμε κρατάμε το βλέμμα ταπεινό ώσπου
να ξεπροβάλλουν φύλλα και πέταλα -αναλόγως τις ρίζες-
άσπρα, κίτρινα, μωβ (τα φύλλα πάντοτε πρασινωπά)
και μεμιάς υψώνουμε ανάστημα
«Είμαι εδώ», διαλαλούμε
Στηλώνουμε τα πόδια απαιτώντας το φως
κι ούτε που λογαριάζουμε πως δίπλα μας
ξεπετιέται ο νέος βλαστός
και δεύτερος
και τρίτος
Χωρίς να καταλάβουμε το πώς ή το πότε
τα φύλλα ζαρώνουν, τα πέταλα πέφτουν καταγής, οι ιστοί σπάνε
και μόνο τότε ρίχνουμε το βλέμμα
στο τετραγωνικό χώματος που μας ανήκει
«Είμαι εδώ», όμως η φωνή δε φτάνει
Ξαπλώνουμε τότε αργά στη γη
αφουγκραζόμαστε τους ψιθύρους από τις ρίζες
που ήμασταν κάποτε
και τώρα ξέρουμε, μα δεν προφταίνουμε να το πούμε
Χοῦς εἶ καί εἰς χοῦν ἀπελεύσει

Διαβάστε περισσότερα