I
[Κατακορύφως]
Δύσκολη νύχτα ἀπόψε. Ὅλα γκρεμισμένα.
Μονάχος μὲς στὸ πατρικό μου σπίτι, νυχτοπούλι,
πεθύμησα ἕνα δέντρο νά ’χει φύλλα καὶ γιὰ μένα
λαχτάρισα δέντρο παληό, πόθησα ὣς τὸ μεδούλι.
*
Τὶς ὧρες τὶς μικρές, ὅταν ἀνοίγουν τὰ ντουλάπια
καὶ φτερουγίζουνε τα ροῦχα τῶν νεκρῶν στὸ σκότος
σὰν νυχτερίδες ἀναμνήσεων, σὰν ράκη κάποια
νεφῶν, βροχῶν καὶ λιοπυριῶν -ἄκου!- ἕνας κρότος
*
στάζει στὸ λάδι τῆς σιωπῆς, τρίζει κι ἀνασαίνει
μετέωρο στὰ πυκνὰ σκοτάδια μέ τυλίγει
ἀδειάζουνε οἱ αἰσθήσεις, τὸ κορμὶ φυραίνει
κι ἀλλόκοσμο ἀεράκι τὸν λυγμό μου πνίγει.
*
Κι εἶμαι ξανὰ στὸ παιδικό μου τὸ δωμάτιο
τοῦ Αὐγούστου ἔναστρος θόλος τὸ ταβάνι
καθὼς ἁπλώνεις κλάδους, δέντρο-συντριβάνι
μὲ ρίζα μὲς στὰ σωθικά μου ἀκάτιο.
Διαβάστε περισσότερα