Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Ακαδημία Ποιείν

Ακαδημία Ποιείν

Ακαδημία Ποιείν

Χρήστος Κανελλόπουλος, «Οι Βασίλισσες του Αυγούστου»

ΤΟ ΠΟΙΕΙΝ  ΕΥΧΕΤΑΙ  ΣΕ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ, ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΥΣ 

ΚΑΛΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ!

ΝΕΕΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ ΞΑΝΑ ΣΤΙΣ 24 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ

 

 

*********************************************************

Ι

 

Η βασίλισσα του απογευματινού περιπάτου

 

Κάθε μέρα, μόλις έσπαγε λίγο η ντάλα του μεσημεριού, εμφανιζόταν με την ακολουθία της στο λιμάνι της Πρέβεζας η βασίλισσα του απογευματινού περιπάτου.

Ήταν πολύ ελκυστική, περπατούσε αργά στην προκυμαία κουνώντας τον κώλο της και φλέρταρε στο πήγαινε – έλα με τσογλανάκια μαυρισμένα στον καλοκαιρινό ήλιο.

Την κοιτούσα σαν χάνος από κάποια απόσταση, δολώνοντας αφηρημένος το μπαγιάτικο ψωμί μου στο πολυάγκιστρο, και δεν με πείραζε που ήμουν άθλιος ψαράς, διότι σκεφτόμουν ότι μπορεί να γίνω κάποτε διάσημος ποδοσφαιριστής.

Οι κέφαλοι στα θολά νερά έκαναν πάρτι, στα κεραμίδια χτυπιόντουσαν κάργιες και το πλοίο δεν έφτανε ποτέ.

Κορόιδευα τον εαυτό μου ότι θα πετύχω το νικητήριο γκολ σ έναν αγώνα ζωής και θανάτου, και τότε θα μ’ αγαπήσει για πάντα.

Ήμουν ωστόσο μόνο ένα αγοράκι με την φανέλα του Παναθηναϊκούκαι δεν βρήκα καν το θάρρος να συστηθώ.

Το φθινόπωρο πέθανε η μάνα μου, ανακάλυψα τον Καρυωτάκη, απαρνήθηκα το τριφύλλι και αποφάσισα να γίνω ροκάς.

Στις κουζίνες οι γυναίκες καθάριζαν κρεμμύδια και έκλαιγαν σαν να κλαίνε από έρωτα.

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Παναγιώτα Λάσκαρη, «Χωρία συμπτώματα / Ιουλίου του ατελεύτητου»

Joseph Mallord William Turner, R.A. (1775-1851), Sunrise over the Sea, perhaps at Margate

 

Ἀπέραντος ὁ κῆπος ὅπου μόλις ἀπο-

Χωρισμένος ἀπ΄τὸν (πρὶν καὶ πάλι μεταμφιεσμένος μοῦ ἀγγιχτεῖ)

Θάνατο, ἔπαιζα καὶ μοῦ ἔφταναν εὔκολα ὅλα ἕως τὴν παλάμη

Ἰουλίου λόγος, Ὀδυσσέας Ἐλύτης

 

 

Ι.

Η διαδικασία της ίασης φέρει πάντα στην αρχή της τη συμπτωματική
συνάντηση με το σύμπτωμα, τουτέστιν το χωρίον, που διεκδικεί
απόλυτο χώρο στη χώρα του σώματος κειμένου ή του κειμένου
σώματος, ας είναι και προς θάνατον. Άλλωστε, τα συμπτώματα
ενεδρεύουν και στα πτώματα, τουλάχιστον ως χωρία που τα
κατοίκησαν. Τουλάχιστον. Ο λόγος για έναν Ιούλη Περασμένα
Μεσάνυχτα ή για τον λόγο που έχει πρόθεση και τελεστική φορά. Να,
κάπως έτσι: ζω για τότε που δεν θα υπάρχω. Πάντοτε μου άρεσε αυτή η
κουβέντα, γιατί σαν να μου ΄κλεινε το μάτι ο ποιητής μες την αγρύπνια
του να τη διαβάσω και πέρα απ΄τα φαινόμενα.

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Πάνος Σφυνδίλης, Ποιήματα

ΚΛΕΨΥΔΡΑ

Κοιτάζοντας την κλεψύδρα, αναρωτιόμουν πώς
πέρασε ο χρόνος χωρίς να κάνω κάτι.
Μετράω χρόνια απραγίας.
Το χρόνο τον μέτρησα, τον γύρισα πίσω,
κοίταξα τα χρόνια που ήμουν στάσιμος,
σαν κάποιον να μου σταμάτησε
την άμμο στην κλεψύδρα,
σαν κάποιον να με κάρφωσε εκεί,
σαν αυτή να ήταν η τιμωρία μου.

 

 

**

ΚΑΖΑΜΠΛΑΝΚΑ

Ποιος είναι αυτός που σε μάγεψε μια νύχτα,
μια νύχτα που δεν το περίμενες να αγαπήσεις,
μια νύχτα που η ψυχή σου θα φώτιζε σαν αστραπή
σε ένα μπαρ στην Καζαμπλάνκα;
Ο κόσμος γύρω μας χάνεται στη σιωπή,
μόνο η βροχή και τα μυστικά που μοιραζόμαστε,
σε μια νύχτα που θα μείνει στην αιωνιότητα,
Και η καρδιά σου, και η καρδιά μου,
χτυπάνε σαν να ήταν η πρώτη φορά
ενωμένες ξανά, σε μια μαγική νύχτα
στην Καζαμπλάνκα.

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Ζωή Δικταίου, «Πόρτα, όπως παλιά πληγή»

Πόρτα, όπως παλιά πληγή,

έλιωσε η σκουριά τους μεντεσέδες.

Μια αλυσίδα

στοιχειώνει τη δεύτερη ευκαιρία

ή τη δεύτερη πράξη.

Οι ρόζοι δεν έχουν ξεχάσει τα χέρια της,

η αφή στο ξύλο

ζωντανεύει την πληγή.

Πόρτα, υπόθεση θηλυκή

θυμάται, όπως θυμάται ένα σώμα.

Κάθε παλιά πόρτα μια μήτρα μνήμης,

ρωγμές,

μαρτυρία στην τελετουργία του νόστου.

 

Κάποτε, στο κατώφλι μια νέα γυναίκα.

Αδύνατη. Σταρένιο δέρμα, σάρκα ασθενική,

βλέμμα βαθύ, ανάσα κανέλλα.

Στον ίσκιο μιας ανθισμένης λεμονιάς

μετρώντας αλήθεια και πλάνη

λογάριαζε απ’ τ’ αθέριστα φιλί κι ελπίδα,

δάνειο ζωής, ένα άγγιγμα.

Με την ίδια λαχτάρα

ήρεμα, μα και παράφορα, ήρθες κι εσύ

τίναξες τις ατίθασες μπούκλες,

σε απόκοσμη λάμψη πόθος ειδωλολάτρης

φίλησε το γεράνι στη γλάστρα.

«Η ζωή έχει αλλάξει διεύθυνση»

η ηχώ,

και δυο στάλες βροχής στο σοκάκι.

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Δέσποινα Νάσσου, Τρία πεζά

Φόβος ή σεβασμός;

 

Η πρώτη φορά που έμαθα να σέβομαι τη θάλασσα ήταν όταν η μικροσκοπική βάρκα πλεύρισε τα πλαϊνά του «Αιγεύς», για να παραλάβει, ζωντανό και μη, φορτίο – ατάκτως ειρημένα πόδια, χέρια, ώμους και βαλίτσες, γδαρμένες και τσαλακωμένες επιφάνειες από φθηνή δερματίνη ή ύφασμα.

Όποιος δεν έχει ακούσει το απόκοσμο βουητό των κυμάτων την ώρα που παντρεύεται αφύσικα με τον βρυχηθμό ντιζελοκίνητων μηχανών, σίγουρα κοιμάται ηρεμότερο ύπνο απ’ τον δικό μου.

Κάτι τεράστια χέρια- κουπιά, με έπιασαν από την μέση και με τοποθέτησαν σαν κούκλα στην κοιλιά της βάρκας, δίπλα σε στοιβαγμένες τσάντες με χρωματιστά καρό, δεμένες ολόγυρα με σπάγκο και βαλίτσες ασήκωτες, έτοιμες να σκάσουν. Χόρευε το ξύλινο σκαρί, αγκομαχώντας, στο ρυθμό που του βάραγε το κύμα και εγώ έγλυφα ιώδιο κι αλάτι που έσκαγαν στο πρόσωπο.

Κοιτούσα με γουρλωμένα μάτια, το βουνό των κυμάτων, να υψώνεται γύρω, κύματα που τα ονοματίζανε ως βουβά, αλλά το σκούρο, βαθύ μπλε τους, πρόσταζε σε σεβασμό κι ας ήταν αμίλητα, ο φόβος κι ο σεβασμός, δεν χρειάζονται λέξεις. Νομίζω δεν ανάσαινα. Αν ανάσαινα ίσως και να έσκαγε η θάλασσα, η μάνα-Θάλασσα, η κυρά η Θάλασσα, αλύπητα, πάνω στο καρυδότσουφλο που γέμιζε ακόμη με γυναίκες, παιδιά και αποσκευές. Κι άλλα σώματα – πόσα ακόμα – μα δεν βλέπουν; δεν χωράει άλλους!

– Ένας ακόμη! Άϊντεεεεε….

– Γιώργη, φουλάραμε. Κάνε πέρα, να φύγουμε!

Μετά κατάλαβα ότι ο ψαράς, και ιδιοκτήτης του πλεούμενου, έπαιρνε 50 δραχμές το κεφάλι…

Την πρώτη φορά που έμαθα να φοβάμαι την θάλασσα, ήμουν έξι ή επτά χρονών. Ο δρόμος που πέρναγε μπροστά από το σπίτι της κυρά-Λένης ήταν αλλιώτικος εκείνη τη μέρα. Σούσουρο κι ένας οδυρμός και μια παγωμάρα, όλα ανακατεμένα στη μουντή μέρα του Φλεβάρη. Δεν μπορώ να θυμηθώ πώς έφτασαν τα νέα στα αυτιά μου – ή στα μάτια μου. Έφτασαν όμως. Το πλοίο του κυρ – Αντώνη, του ναυτικού, ήταν αυτό που έλεγαν στις ειδήσεις. Έμπασε νερά, δυο-τρεις μόνο, οι νεότεροι, τη γλίτωσαν. Πτώματα δεν βρέθηκαν, ακόμη. Αγνοείται η τύχη τους, αγνοούνται, αγνοούμενοι… Νέες λέξεις. Αγνοούμενος ο κυρ – Αντώνης, ο μπαμπάς του Μιχάλη, του Τάκη και της Σούλας. «Τι σημαίνει αγνοούμενος ;» ρώτησα τη δασκάλα μόλις βρήκα το θάρρος. Μου χαμογέλασε εκείνη, ευτυχώς ήταν όμορφη και ένιωσα μια ανακούφιση μέσα μου κι απάλυνε η απάντηση.

Όταν βρέθηκε το πτώμα, ξεβρασμένο και παραμορφωμένο, στις ακτές της Νότιας Πελοποννήσου, ο κυρ – Αντώνης δεν ήταν πια αγνοούμενος. Η βέρα στο δάχτυλο – εκείνο που δεν είχαν προλάβει να φάνε τα ψάρια – το επιβεβαίωνε. Μείναμε με το στόμα ανοιχτό και τα αυτιά απροφύλαχτα.

Κατάλαβα τότε ότι η θάλασσα είναι μια μυστήρια άγνωστη, μια μανιασμένη που δεν μπορείς να την εμπιστευτείς, που καμιά σχέση δεν είχε με την γλυκιά, γυαλιστερή και παιχνιδιάρα φίλη, που έπαιζα τα καλοκαίρια.

Γι’ αυτό λένε Πυρ, Γυνή και Θάλασσα; αναρωτιόμουν κάμποσα χρόνια μετά, στην εφηβεία. Κι άλλα αναρωτιόμουν… Ποτέ δεν τα ρώτησα.

Διαβάστε περισσότερα