Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Ακαδημία Ποιείν

Ακαδημία Ποιείν

Ακαδημία Ποιείν

Μαρία Ανδρεαδέλλη, “Το Τέλος της Θλίψης”

Σε πρώτη δημοσίευση: Ποιήματα από το υπό έκδοση βιβλίο “Το Τέλος της Θλίψης”

Αείποτε

Ακριβό υφαντό, Σελήνη
ποιόν μνηστήρα ξεγελάς
κι από εκεί αστραποβολάς
στο σκοτάδι που σε ντύνει;

Ποιά αρχόντισσα σε έχει
φυλαχτό του τάματός της;
η σαγήνη είναι σταυρός της
η σιωπής της την συνέχει.

Ποιός ταξιδευτής θα ʼρθει
να της πάει μαξιλάρι
ʼσένα ολόγιομο φεγγάρι
γλυκό λόγο να της πει;

Μια καρδιά που ʼχει κρυφτεί
πώς αείποτε να θάλλει;
πως την πίκρα νʼ αποβάλλει;
πώς γαλήνη να νιφτεί;

Τάχυνε γιʼ αυτό, στολίσου
να ʼρθει ο Ένας της γοργά
μες στη φλέβα αργοκυλά
κάθε έμμηνη ζωή σου.

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Θωμαή Δ. Ζορμπάκη, 7 χαϊκού

*** 
κόκκινο ρόδο
μια αγκαλιά ομορφιά
πλάι στον ήλιο
*
απλώνει η νύχτα
ασημένια αστέρια
και μοβ λουλούδια
*
κρυφή αγάπη
το πρωινό φως, βροχή,
στο πρόσωπό μου
*
χρυσό κέντημα
κάθε βελονιά, ντύνει,
το γυμνό δάκρυ
*
ζεστός αγέρας
ψυχή, άκου τον ήχο
γλυκός σα μέλι
*
με τη βεντάλια
στον κήπο της κοιτά, μια
μικρή χελώνα
*
πεσμένα άνθη
γυμνό στη μοναξιά μου
το ίδιο δέντρο
*

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Ελένη Μαρινάκη, Τέσσερα μικρά κείμενα

ΚΙΤΡΙΝΟΣ ΚΑΙΡΟΣ

Μικρή τη σταματήσανε απʼ το σχολείο και
δεν παρηγορήθηκε από τότε. Στις
εκκλησίες άναβε τα χερουβείμ κι ερχόταν
έπειτα να μου τα τραγουδήσει. Της χάριζα
μικρά χτενάκια και τα καρφίτσωνε στους
ώμους της φτερά. Τις νύχτες περπατούσε
στο ταβάνι κι έσταζε δάκρυα το σπίτι μας.
Μου μάθαινε ανάγνωση και άλλους
πόνους, μου σταύρωνε στο μαξιλάρι
προσευχές. Ύστερα ήρθε κίτρινος καιρός
και την ετράνταξε. Πάνω στο λόφο ένα
μεσημέρι την παραδώσαμε στα σύννεφα.

ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ

Είχε η κυρά Λένη πέντε παιδιά και τα
Χριστούγεννα ένα δέντρο με
χρυσόχαρτα. Ούτε κερί ούτε
ηλεκτρικό. Μια λάμπα πετρελαίου
μόνο στο μικρό δωμάτιο. Εκεί
τρώγανε, εκεί κοιμόντουσαν. Στις
εορτές μουʼ δινε η μητέρα τρόφιμα
και τους τα πήγαινα. Αυτό που θα
θυμάμαι πάντα είναι εκείνα τα
χρυσόχαρτα, περιτυλίγματα από
φτηνά σοκολατάκια που τα
μαζεύανε στο δρόμο τα παιδιά και
στόλιζαν το δέντρο.

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Κατερίνα Μήλιου,”Προσοχή στις παράξενες νύχτες” (Ποιητικό αφήγημα)

Οι Παράξενες Νύχτες
Επιστροφή στο σπίτι
Σκηνή Ζηλοτυπίας
Οι Σκέψεις
Προσπάθεια Φυγής
Το όνειρο
Η Βόλτα
Το Τέλος
Πρόλογος
Επίλογος

Οι Παράξενες Νύχτες

Προσοχή στις παράξενες νύχτες
μοιάζουν μʼ αυγό που κλωσσιέται
κι εμείς το πουλί που άβολα κάθεται πάνω του
κι όλο θέλει να ξεδιπλώσει τα φτερά
και κάθετα να φύγει, μα…
πρέπει – ένα πρέπει που δένει σα συρματόσκοινο –
πρέπει να νοιώσεις πρώτα,
το πρώτο σκάσιμο, σα μια περίεργη έκρηξη
για το καινούργιο
και τρέμοντας μη και δεις πάλι τέρας να βγαίνει
περιμένεις το πρώτο κρώξιμο του πετεινού.

Επιστροφή Στο Σπίτι

Στη στάση η βροχή δεν έλεγε να σταματήσει,
έμοιαζε με διστακτικό κατούρημα μικρού παιδιού,
ενώ στο σπίτι, η πόρτα αγόγγυστα περίμενε
την όμορφη κείνη ώρα του γυρισμού.

Και τέτοια είνʼ η ώρα που εμφανίζεται ο Χ.,
γυρνά το κλειδί καλά, δυο και τρεις φορές,
ώσπου ο ήχος να καθησυχάσει την αίσθηση.
Ύστερα, ολόκληρη μέρα-σακκούλι
αδειάζει απʼ τον ώμο του, στη μέση
να πλημμυρίσει το δωμάτιο
και χώνεται βαθιά.
Τις στιγμές διαλέγει και σε ράφια τις στοιβάζει,
βιβλία σοφών που μοναχός του τάχει γράψει
κι ύστερα ξέχασε να τα διαβάσει.
Χορό χωρίς ειρμό χορεύει με τις σκέψεις
στριμώχνοντας τες σε γωνιές,
να νοιώσει κάτω απʼ την αφή του διασχίζοντος χεριού του
τα παχουλά μεριά και τα ολοστρόγγυλά τους στήθη,
μα τυχερό λογίζει τον εαυτό του μονάχʼ αν τον αφήσουν να βυζάξει,
γλυκά πριν να χαθούν, γελώντας παιχνιδιάρικα, κάποιον ακόμα συνειρμό.
Τέλος, μωρό αφήνεται στην αγκαλιά της νύχτας της νταντάς
κι εκείνη με περισσή φροντίδα στέλνει στο υπόλοιπο του ύπνου του
όνειρα καλοδιάλεχτα,
που το πρωί μακρινά θα φαίνονται, μα και με σημασία ….

Αλλά να! Το λεωφορείο κόβει τη σκοτεινιά σε φέτες
κι αλλοίμονο στην αναμονή, σαν το κακό στοιχειό διαλύεται
και πέφτει άπνοη στις μπροστινές του ρόδες.
Στην κοιλιά του πια ο Χ μασημένη τροφή χωνεύεται με μικρά τραντάγματα,
ζυμωνόμενος και ζυμώνοντας τις μορφές.

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Λουκία Πλυτά, Δύο ποιήματα

ΕΓΚΕΦΑΛΟΣ

Η ανάμνηση επιστρέφει να καταβροχθίσει
τα λίγα που απέμειναν από τις μαγεμένες πόλεις των ανθρώπων.
Η κατακραυγή περιχύνει στα ματόκλαδα την ντροπή
της επιλογής του προσωρινού
όχι μόνο σαν αρπαγή
αλλά και σαν αιώνια πρακτική.

Τα όρνια λύσσαξαν
Κατέστρεψαν τις σοδειές με καταιγίδες

Διαβάστε περισσότερα