Ο Θωμάς Μοσχόπουλος επανέρχεται στο κλασικό μυθιστόρημα του Ρόμπερτ Λούις Στίβενσον, μετά από την τεράστια επιτυχία που είχε στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, όταν πρωτοανέβηκε το 2012, σε θεατρική διασκευή και σκηνοθεσία του ιδίου. Φέτος, με αστείρευτη έμπνευση, υπογράφει μια ακόμα φαντασμαγορική μουσική παράσταση, με ανανεωμένη εντυπωσιακή δραματουργία και φρέσκια σκηνοθεσία, με πολλά και θεαματικά κοστούμια και σκηνικά και έναν θίασο- ορχήστρα 10 ηθοποιών που ερμηνεύει ζωντανά την ξεσηκωτική μουσική του έργου!
Το βιβλίο Το νησί των θησαυρών θεμελίωσε την «Πειρατική μυθολογία» η οποία συνεχίζει ενάμιση αιώνα σχεδόν μετά να ερεθίζει το φαντασιακό ολόκληρου του πλανήτη. Πρωτοεκδόθηκε το 1883 και πρόκειται για μια συναρπαστική περιπέτεια με πειρατές, πλοία, χάρτες, μυστικά, ανταρσίες, συμπλοκές και πολλές ανατροπές, που πολύ συχνά χαρακτηρίζεται -και δικαίως- ως ιστορία ενηλικίωσης με άφθονες και πολυεπίπεδες ερμηνευτικές προεκτάσεις.
****************************************************************************************************
AΠΟΣΠΑΣΜΑ από το βιβλίο σε μετάφραση Φίλιππου Μανδηλαρά, εκδ. Πατάκη.
Τον θυμάμαι να στέκεται και να κοιτάζει τον όρμο μπροστά στο πανδοχείο σιγοσφυρίζοντας και ύστερα να πιάνει
εκείνο το παλιό θαλασσινό τραγούδι που τόσο συχνά θα ακούγαμε στη συνέχεια από τα χείλη του:
«Δεκαπέντε ναυτικοί
πάνω απ’ το σεντούκι του νεκρού –
Γιο-χο-χο, κι ένα μπουκάλι ρούμι!».
Η φωνή του ήταν τραχιά και τρεμουλιαστή, σαν να είχε σπάσει στα καπηλειά των λιμανιών με τον χρόνο. Χτύπησε την πόρτα με το χοντρό μπαστούνι που κρατούσε στο χέρι, κι όταν του άνοιξε ο πατέρας μου, τον πρόσταξε άγρια να του φέρει ένα ποτήρι ρούμι. Ο πατέρας μου τον εξυπηρέτησε δίχως κουβέντα, και μόλις ο άντρας πήρε το ποτήρι στα χέρια του, κατέβασε το περιεχόμενό του αργά, σαν άνθρωπος που ξέρει να πίνει, κοιτάζοντας μία τα βράχια που υψώνονταν προς τη μεριά της θάλασσας και μία την ταμπέλα του μαγαζιού μας. «Ωραίο λιμανάκι αυτό…» είπε στο τέλος. «Κι αυτό το μαγαζί καλούτσικο είναι… Έχετε κόσμο εδώ, φίλε μου;» Ο πατέρας μου του απάντησε πως όχι, δυστυχώς δεν είχαμε πολύ κόσμο.
«Πολύ καλά τότε» του αποκρίθηκε ο άντρας. «Αυτό ακριβώς ζητάω. Ε, φίλε!» φώναξε στον χαμάλη που περίμενε έξω από την πόρτα. «Ξεφόρτωσε το σεντούκι και φέρ’ το μέσα. Θα μείνω εδώ για λίγο καιρό!» Κατόπιν στράφηκε στον πατέρα μου και συνέχισε: «Εγώ είμαι απλός άνθρωπος, φίλε μου. Λίγο ρούμι, κάνα αυγό με μπέικον, ένα λιμανάκι σαν τούτο εδώ, για να βλέπω τα καράβια να περνούν, και είμαι ευχαριστημένος…
Πώς να με λες; Να με λες Καπετάνιο, αν σ’ αρέσει. Α, σε βλέπω λίγο σκεφτικό… Έχω λεφτά, ησύχασε. Να, πάρε!» και πέταξε κάτω τρία τέσσερα χρυσά νομίσματα.
«Όταν θα τα έχω φάει και θα τα έχω πιει, μου λες!» αναφώνησε περήφανα, σαν να ήταν καπετάνιος του Bασιλικού Nαυτικού. Και πράγματι, παρά τα τριμμένα ρούχα του και τους απότομους τρόπους του, ο άντρας αυτός δεν έμοιαζε με απλό ναυτικό, αλλά με καπετάνιο πρώτης διαλογής, που είχε συνηθίσει να προστάζει και να τον υπακούν δίχως δεύτερη κουβέντα.
Ο χαμάλης μάς είπε πως ο άντρας είχε φτάσει το ίδιο πρωί με την ταχυδρομική άμαξα, πως είχε ρωτήσει να
μάθει για όλα τα πανδοχεία στην ακτή και πως, ακούγοντας καλά λόγια για το δικό μας και μαθαίνοντας πως ήταν απόμερο, το προτίμησε. Αυτά ήταν όλα όσα μπορέσαμε να μάθουμε για τον καινούριο νοικάρη μας
Διαβάστε περισσότερα