Μάνος Ταμιωλάκης, Ποιήματα
4Φεβ
`
Αδέσμευτη
Όλο της το κορμί μια Κασταλία διφορούμενη
σαν ποταμόπλοιο ακυβέρνητο κόντρα στο ρέμα,
σα λαβωμένος άγγελος γερμένος σε φορείο,
ακατανόητο για όσους έστω και μια φορά
άγγιξαν ένα στάχυ που παρέπλεε
ψιλόλιγνο μες τις ριπές του ανέμου.
Έσταζε πάνω της αραιό, μόνιμο το φθινόπωρο
βαθειά εναγκαλιζόμενος ο χρόνος τη φθορά
δρεπανιφόρος φώναζε: «Υπερέχω».
Τα βήματά της νότισαν κι έπειτα
τίναξε για πάντα τα μαλλιά της,
νυχτιάτικη καταιγίδα, το δίλημμα επιλέγοντας.
Έκρυβε πάντα τη ζωή της σαν άστρο φυλαχτό, θυμάμαι.
Με ακοή συλλαβιστή
έπαψε πια να την ορίζει ο χρόνος, κι έμαθε πως
μʼ ένα φιλί στο μέτωπο χωρίζει εύκολα
η αγάπη απʼ το όνειρο.














