Ξένια Ψαρρού, Τρία ποιήματα
3Οκτ
H γυναίκα του ποιητή
Δίπλα του καθόταν
σ’ ελαφρύ αεράκι αφημένη
Λεπτή ευγένεια
Βλέμμα ζωντανό
Μέτωπο αντιμέτωπο
Ο ποταμός της γοργός,
σμιλεμένος στην ίδια κλίνη με τον δικό του
που στέκεται
ώρα πολύ πλάι στο χαμομήλι
Στα χέρια της τώρα
αυτό που εκείνος γέννησε
τρέμουλο αθέατο στα βλέφαρα:
μια ανάσα, δυο ανάσες
Μα το μυστικό τους αλφάβητο
Κρατά την ορμή του νερού:
Να τρέξει, να γεμίσει, να κυλήσει –
Λίγες στιγμές σιωπής
Και ξάφνου γίνεται
ακρόπρωρο και ταξιδεύει
Κανένα κύμα δεν της αντιστάθηκε
Στη νεαρή θάλασσα
Φωνή δωρική
ιωνική – μετά τον πρώτο στίχο
πάλι αλλάζει μορφή:
λίμνη πλατιά που στέκεται
κι οι ρίζες της βαθιές
κάτω από το τραπέζι απλώθηκαν –
λεπτές, πολύχρωμες, καθημερινές
Τον αγκάλιασε –
Γεύτηκε
συνόδεψε
δέχτηκε
Και να, εκεί στο βάθος των συλλαβών του
ξεκάθαρα ακουγόταν
το δικό της σεβαστικό δέλτα.
Διαβάστε περισσότερα











