Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Νέοι Ποιητές

Νέοι Ποιητές

Αφίξεις, Νέοι Ποιητές

Ιάσωνας Σταυράκης, τα Αθηναϊκά-ανέκδοτα ποιήματα για το πΟΙΕΙΝ

Akanthos Ak τοπίο της Ομόνοιας (λάδι σε καμβά 60 Χ 100 cm)

***

Σφαγείο φορτωμένο μύγες μοιάζει ο δρόμος…
Οι διαβάτες κρεμασμένοι στα τσιγκέλια της χαράς
ακολουθάνε τον αόρατο χάρτη…
Ιδρωμένες οι ανάσες των κεριών
διασταυρώνονται με τις τύψεις
της χοντροκομμένης συκιάς
που χρωματίζει τα φρούτα της
στο μοτίβο του κρεμασμένου Ιούδα…
Δεν υπάρχουν αναμνήσεις
μονάχα ήχοι ακούγονται όταν τα φύλλα θροΐζουν
και συθέμελα τραντάζει το δέντρο…
Δεν υπάρχουν αναμνήσεις
μονάχα οι αισθήσεις λειτουργούν
όταν εκείνο το παράξενο φιλί
σφραγίζει το σώμα
κι ψυχή μπαρκάρει
για τις αχανείς λεωφόρους…

Διαβάστε περισσότερα
Νέοι Ποιητές

Νίκος Δασκαλόπουλος, «Περιμένοντας μια φίλη στο σταθμό του τραίνου»

 

Είναι θλιβερά τα τραίνα

Έρχονται και φεύγουν σαν τις μέρες. Γρήγορα.
Σου θυμίζουν ότι όλα είναι μεταβλητά,
Η αλλαγή είναι η μόνη σταθερά
Σου θυμίζουν ότι οι άνθρωποι πάντα έχουν κάπου
να πάνε. Θέλουν να βρίσκονται αλλού.
Το χειρότερο όμως απ’ όλα είναι το πρωινό τραίνο.

Κόσμος τρέχει από τον δρόμο, τρέχει από το
λεωφορείο, από το πεζοδρόμιο, τρέχει να ανέβει
τα σκαλιά, να προλάβει το τραίνο. Και τρώνε
ένα κουλούρι στα γρήγορα και πάνε να βγάλουν
εισιτήριο και τους πέφτουν τα κέρματα και δεν
χτυπούν σωστά το εισιτήριο και ίσα
που προφταίνουν το τραίνο. Και βάζουν τα χέρια και
τα πόδια στην πόρτα να μην κλείσει και σπρώχνουν και
φωνάζουν και ιδρώνουν για να προλάβουν να μπουν στο τραίνο.
Και αν τα καταφέρουν και μπουν χαίρονται και αν
μείνουν απ’ έξω είναι κατηφής.

Όταν μπουν στο τραίνο, όταν η πόρτα κλείσει και ο
κρότος της ακουστεί, τότε οι άνθρωποι γίνονται άκαμπτοι.
Αυτοί που έκαναν τόσο κόπο για να τα καταφέρουν, τώρα
είναι σαν να ξέχασαν την ψυχή τους στην πόρτα.
Αν κοιτάξεις κάποιον στα μάτια μέσα στο τραίνο, δεν
βλέπεις τίποτα. Έχουν όλοι ένα κενό βλέμμα.
Έχουν όλοι το ίδιο βαριεστημένο, απογοητευμένο ύφος.
Λες και δεν ήθελαν να μπουν ένα πράμα. Λες και δεν
κόντεψαν να χάσουν ένα χέρι, ένα πόδι για να
επιβιβαστούν

Είναι θλιβερά τα τραίνα.

Διαβάστε περισσότερα
Νέοι Ποιητές

Δημήτριος Μουζάκης, Όνειρο

 

 

Παίζει το Α Spaceman came travelling του Chris de Burgh

Βρίσκομαι σʼ ένα χώρο σκοτεινό. Μπροστά μου μία μεγάλη δίφυλλη πόρτα, από τις χαραμάδες της οποίας ξεφεύγει φως. Προχωρώ προς την πόρτα, την ανοίγω κι αίφνης δεν ακούω τίποτα˙ απόλυτη σιωπή. Δε βλέπω τίποτα˙ βαθύ, πηχτό, απόλυτο σκότος. Δε μυρίζω τίποτα, δε νιώθω καν τον αέρα που αναπνέω, αν αναπνέω πια. Δεν μπορώ να κινηθώ, μα κι αν μπορούσα, δεν υπάρχει τίποτα να πιάσω, ούτε πάτωμα για να σταθώ.

Με κυριεύει τρόμος. Αισθάνομαι πως ιδρώνω χωρίς ιδρώτα. Ιδρώνω, κρυώνω, αδειάζω και πέφτω. Μετεωρίζομαι, αγαπημένα πρόσωπα περιστρέφονται γύρω μου με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Συνεχίζω να ξέρω ότι υπάρχω, δίχως να μπορώ να είμαι τίποτα από την ύπαρξή μου, δίχως να μπορώ να κάνω έρωτα, να φιλήσω, να φέρω ένα λουλούδι στα ρουθούνια μου, να οδηγήσω την αγαπημένη μου Mustang, να γράψω στο χαρτί ποιήματα και σκέψεις. Ίσως δεν έχω πλέον σώμα.

Ο χρόνος περνά, το καταλαβαίνω. Τίποτα δεν αλλάζει. Αναμνήσεις έρχονται και παρέρχονται. Πάντοτε οι ίδιες. Φαίνεται πως ολάκερη ζωή στυμμένη δεν είναι παρά λίγες σταγόνες. Η φωνή της μάνας μου σα βύσσινο που χύνεται πάνω στο πιο αγνό καϊμάκι. Το τσιγάρο του πατέρα μου να σιγοκαίει στο ρουστίκ ως τα χαράματα. Ο έρωτας σε μια γκαρσονιέρα στην Πάτρα. Το μεγάλο πλυντήριο στο κατάστημα του ισογείου που η Δήμητρα μου ʼλεγε πως είναι αλλιώτικο. Η γιαγιά μου να ρωτάει «κι αν το ξαναδιαβάσεις ακόμα μια φορά θα πάθεις τίποτε;». Ο παππούς να ορίζει «όταν κάποιος δει στο τέλος ενός κειμένου την υπογραφή σου, θα πρέπει να γνωρίζει ότι το κείμενο λέει αλήθεια προτού το διαβάσει». Ο κινηματογράφος Αλεξάνδρα στην Καλλιθέα που έκλεισε. Τα τρεχούμενα νερά στους Μένητες. Μερικές ακόμα˙ δε θέλω να κουράσω. Ήταν πάντοτε σα να μιλούσα σε κοινό.

Φαίνεται πως αυτή θα είναι η καινούρια μου ζωή. Έγινα ψυχή. Κι όμως, γνωρίζω ότι είμαι εγώ, κι ας μην έχω μάνα, κι ας μην έχω πατέρα, γυναίκα, συγγενείς, παιδιά, σπίτι, γείτονες, φαγητό, υποχρεώσεις˙ γνωρίζω πως είμαι εγώ, γιατί και τούτη εδώ την ώρα με το νήμα μου από καιρό κομμένο, συλλογίζομαι όσους έζησαν και ζουν πάνω στη γη σαν κι εμένα, δίχως καν να είναι νεκροί. Δώσε παράδεισο σʼ αυτούς, λέω, Θεέ μου, αν υπάρχεις και λυπάσαι τις επί γης ψυχές.

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις, Νέοι Ποιητές

βάιος νικιώτης, “Ισορροπίες”, 24γράμματα, 2012

 

Aυτό δεν είναι ποίημα,
είναι μια αράδα
στη θέση τού τίποτα.

Κάποτε υπήρξα.
Tο σπίτι λιτό,
ο πυρσός
στη θέση του,
μετουσιώνει αξιοπρέπεια
ωκεάνιας μοναξιάς
μ’ ένα ας.

*

Έκανε άλμα το μπλέ
πάνω απ’ το κιγκλίδωμα.
Ταίριαξε
με
του άσπρου
το νεφέλωμα.

Οι μοίρες, σχόλασαν.

Διαβάστε περισσότερα
Νέοι Ποιητές

Αγλαΐα Μηλιά, Τρία Ποιήματα

 

Η ΣΑΛΩΜΗ ΣΤΟ ΠΡΕΒΑΖΙ ΤΟΥ ΨΥΧΙΑΤΡΕΙΟΥ

Εξύψωσις και πτώσις στον οίκο της στέρησης∙ σαν καθρεφτίζεται στα μάτια της Σαλώμης ο Ιωάννης άνευ κεφαλής με σώμα ανεπίτρεπτα νεκρό, με βλέμμα ανεπίτρεπτα ζωντανό.
Πες μου, μοναχή είσαι ή εταίρα;
Πες μου, αναμάρτητους μάρτυρες στο μαρτύριό σου ψάχνεις
ή λάγνους θνητούς να διεισδύσουν στη γοητεία σου;
Βροχορραγείς, αιμορραγία του ουρανού και ίσως του Θεού,
για να ξεπλύνεις το έγκλημα
και σε μονή, μόνη, εκκολαπτόμενη γυναίκα στον τόπο ενός προφήτη οδηγείσαι.
Κι είναι η μοναστηριακή ζωή σου που κάνει την αμαρτία εκκωφαντικά υπαρκτή.
Και ησύχως ακρωτηριασμένη καθαγιάζεσαι,
με προσευχές και επικλήσεις ραπίζεσαι.
Μα ξέρεις καλά πως ο χορός σου εφτά πέπλα έχει,
Κι εσύ μόνο το ένα μας έχεις φανερώσει, τα υπόλοιπα τα κρύβεις στο πρεβάζι.

Διαβάστε περισσότερα