Robert Frost (1874-1963), «Η αμφισημία της πτώσης σε πέντε ομοιοκατάληκτα ποιήματα» Μετάφραση-Σχόλια: Δέσποινα Πυρκεττή) [επιμέλεια: Γιώργος Χριστοδουλίδης]
16Φεβ
Τα ποιήματα* που σταχυολογούνται εδώ προέρχονται από τέσσερις συλλογές του Φροστ, οι οποίες εκδόθηκαν μεταξύ 1914 και 1942. Η συνανάγνωσή τους είναι ωφέλιμη χάρη στη θεματική και μορφική τους εγγύτητα. Και τα πέντε ποιήματα επεξεργάζονται το θέμα της πτώσης, είτε με τρόπο κυριολεκτικό – την πτώση των καρπών – είτε μεταφορικά, ως αλληγορία της πτώσης των πρωτόπλαστων από τον Κήπο της Εδέμ. Στα αγγλικά, η λέξη «fall» αποδίδει την πτώση με τη βιβλική έννοια,αλλά και την εποχή που φυλλοβολούν τα δέντρα, το φθινόπωρο. Γι’ αυτό, εξάλλου, και η κυριολεκτική έννοια της λέξης συνδιαπλέκεται με τις μεταφορικές της αποχρώσεις με τρόπο φυσικό, ακόμη και αν τα ποιήματα δομούνται σε έμμετρους, ομοιοκατάληκτους στίχους, που παραπέμπουν σε σονέτο ή παραλλαγή σονέτου.
Το πρώτο, χρονικά, ποίημα, «Μετά των μήλων τη συγκομιδή», ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα ως προς τη μετρική ελευθερία: ο πρώτος στίχος παραείναι μακρύς, ο δεύτερος πολύ σύντομος, όπως και ο δέκατος τέταρτος, ο δέκατος έκτος και ο τριακοστός δεύτερος, που αποτελείται από μόλις δύο λέξεις (forall: γιατί όσοι). Έτσι, ο σταθερός ρυθμός του – προσφιλούς στον Φροστ –πεντάμετρου υπονομεύεται εδώ από μιαν αναπάντεχη μετρική ποικιλία, που έρχεται σε αντίθεση με το περιεχόμενο. Ενώ, δηλαδή, ο αφηγητής διηγείται ότι νύσταξε τόσο πολύ, μαζεύοντας μήλα όλη μέρα, ώστε να αφεθεί στον ύπνο προτού ολοκληρώσει το έργο του, ο ρυθμός της αφήγησης είναι κάθε άλλο παρά υπνωτιστικός. Εξίσου αναπάντεχη με τη μετρική δομή είναι η ανάκατη διάταξη των ομοιοκατάληκτων στίχων. Στο πρώτο τετράστιχο,η ομοιοκαταληξία είναι σταυρωτή, στον πέμπτο και έκτο στίχο είναι ζευγαρωτή, και επαναλαμβάνεται στον ενδέκατο στίχο (bough/now/trough: καρποί/αρκεί/αυγή), ενώ ο όγδοος στίχος δεν ομοιοκαταληκτεί με κανέναν άλλον. Ανομοιοκατάληκτη είναι καιηακροτελεύτιαπρόταση, ωστόσο η απόληξή της (sleep: ύπνος) επαναλαμβάνεται τέσσερις φορές στους πέντε προηγούμενους στίχους, τόσο εμφατικά ώστε η λέξη να υποκρούει τη χειμερία νάρκη ή τον Ύπνο, δίδυμο αδελφό του Θανάτου.
Μετά των μήλων τη συγκομιδή
Η σκάλα μου, ψηλή και δίκορφη, εξέχει απ’ τη μηλιά
προς τα επουράνια ακόμα
κι ένα βαρέλι στέκει δίπλα της στο χώμα
που δεν γέμισα, κι ίσως σε δυο κλωνιά
να απόμειναν δυο-τρεις καρποί.
Μα ό,τι έκοψα, έκοψα, αρκεί.
Διαβάστε περισσότερα








