Emily Dickinson, Ποιήματα (μετάφραση: Κώστας Κουτσουρέλης)
8Φεβ
Emily Dickinson, Δώδεκα ποιήματα
Όπλο γεμάτο είχε στηθεί
σε μια γωνιά η ζωή μου
σαν ο Αυθέντης από κει
πέρασε – και τον γνώρισα –
και μου ’πε – «Έλα μαζί μου».
Στα δάση τα δεσποτικά
την Ελαφίνα οι δυο μας πια
τριγύρω κυνηγάμε.
Και κάθε που γι’ Αυτόν μιλώ
τα όρη μού απαντάνε.
Κι όμως, εγώ χαμογελώ,
με καίει κατάκαρδα ένα φως,
φλέγεται κάθε λαγκαδιά,
σαν στόμα του Βεζούβιου λες
γελά κάθε πλαγιά.
Κι όταν η νύχτα πέφτει πια,
και φεύγει η μέρα η καλή,
στο προσκεφάλι Του αγρυπνώ
που ’ναι από πάπιας πούπουλο
εκείνο πιο απαλό.
Κι έχθρισσα των εχθρών Του εκεί
στέκω θανάσιμη, σκληρή –
το χέρι στη σκανδάλη
στον τόπο αφήνει μονομιάς
όποιον σημάδι βάλει.
Κι όμως, να ζήσω πιο πολύ
–αχ, να μη βγω αληθινή–
από Αυτόν προσμένω:
ξέρω πώς να σκοτώνω εγώ
μα όχι πώς να πεθαίνω.










