Η. P. Lovecraft, Ποιήματα (μετάφραση: Ευστράτιος Σαρρής)
15Δεκ
ΤΟ ΛΙΜΑΝΙ
Δέκα μίλια ’πὸ τὸ Ἄρκαμ ἔσμειξα τὸ μονοπάτι
ποὺ τῆς Παραλίας Μπόϋντον στεφανώνει τ’ ἀκρογκρέμι,
κι’ ἤλπιζα σιμὰ στὸ δείλι νά ’χω πλέον πατημένη
τὴν κορφὴν ὅπου τὸ Ἴννσμουθ, στὴν κοιλάδα, βλέπει μάτι.
Κάποιο ἱστίο ἐχανόταν πέρα στοῦ πελάου τὰ μέρη,
ἄσπρον ὅσο ἀρχαίων ἀνέμων σκληροὶ χρόνοι θὰ ξασπρίζαν,
μὰ κακό, οἰωνὸ νὰ φέρῃ ὅπου λέξεις δὲν ὡρίζαν,
τὸ λοιπὸν μήτε φωνάζω, μήτε ὕψωσα τὸ χέρι.
Σάλπαρεν ἀπὸ τὸ Ἴννσμουθ! Παληὰ φήμην ἀντηχῶντας
ἐποχῶν νεκρῶν, σβησμένων. Ὅμως νά μ’ ἀμείωτη βιάση
μὲ ζυγών’ ἡ νύχτα, κι’ ἔχω στὸ σημεῖο ἐκεῖνο φτάσει
ποὺ συχνά, τὴν πέρα πόλι, στέκομαι παρατηρῶντας.
Κεῖ καμπαναργιὰ καὶ στέγες – μὰ γιὰ ἰδές! Πῶς ἡ σκοτείνια
σ’ ἀφανῆ στενὰ βουλιάζει, ζοφερὰ ὡσὰν τὸ μνῆμα.
*
ΧΙΜΑΙΡΑ
Μήτε γνωρίζω ἂν κάποτες ὑπῆρξεν – ὁ χαμένος
ἐκεῖνος κόσμος ποὺ ἀχνοπλέει στοῦ Χρόνου τὴν ῥοή –
κι’ ὅμως τόνε θωρῶ συχνά, πορφυρανταριασμένος,
στὰ βύθη ὀνείρου θολεροῦ πῶς ἀχτιδοβολεῖ.
Κεῖ στέκουν πύργοι ἀλλόκοτοι, ποτάμι’ ἀνοίκεια ὁδεύουν,
λαβύρινθ’ εἶν’ μὲ θαύματα, θόλοι ἀχαμνοὶ φωτός,
καὶ κλωναρόπλεχτοι οὐρανοὶ φωτιᾶς, ὅμοια ὡς σαλεύουν
νοσταλγικὰ στὸ σύθαμπο μιᾶς χειμερίας νυκτός.
Τρανοὶ χερσότοποι ὁδηγοῦν σ’ ἔρμες ἀκτὲς βρυώδεις,
ποὺ ἁδρὰ πουλιὰ γυροπετοῦν· λόφο ἀνεμοδαρτὸ
ἕνα χωριὸ κατέχει τον, ἀρχαῖο, λευκοπυργῶδες,
μὲ κωδωνοκρουσίες σπερνὲς ποὺ ἀκόμη ὡς ν’ ἀγροικῶ.
Μήτε γνωρίζω ποιὰ εἶν’ ἡ γῆ – σκιάζομαι νὰ ῥωτήσω
πότε ἢ γιατί κεῖ πάτησα, ἢ πότε θὰ πατήσω.









