Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Η Κρίση της Ποίησης

Η Κρίση της Ποίησης

Η Κρίση της Ποίησης

«Η πολιτική μοναξιά στην ποιητική συλλογή “Τριλογία” του Σωτήρη Παστάκα» (γράφει ο Αντώνης Ψάλτης)

 

 

Το χαμένο στοίχημα των ανθρώπων τζογάρεται στην επικοινωνία, (και σαν λείψει η επι/κοινωνία αποσαρθρώνεται η κοινωνία). Τόσο χαμένο που μοιάζει να χρειάζεται την ηθική του φιλοφρόνηση (από υποκριτές στυλοβάτες τύπου Habermas) για να κερδηθεί. Το μέγα κατόρθωμα του καπιταλισμού (που διόλου δεν υστερεί σε πρακτικές απ΄ τ΄ αδελφάκι του τον ιμπεριαλισμό) είναι η μοναξιά του καθενός ατόμου. Πως αλλιώς να εξασφαλίσεις και να κατακτήσεις τόσα κεφάλαια; Κεφάλαια χρηματικά μα που η πηγή τους βρίσκεται στην ανθρώπινη εργασία, συνεπώς κεφάλια; (παλιομοδίτικο; μάλλον διαχρονικό). Πως αλλιώς να τα κυβερνήσεις; Η μονάδα προφανώς είναι πιο εύκολα μεταχειρίσιμη, εκμεταλλεύσιμη και διακυβερνήσιμη από το όλον. Και προφανέστατα η μονάδα πλήρως αδιαφορεί (όταν πονάει το τομάρι της) για την διπλανή μοναξιά, αφήνοντας άπλετο χώρο για μερική, μερικότατη μπορώ να πω, ιδιοποίηση του καθολικού. Η μοναξιά χάνει από συναίσθηση. Της περισσεύει, σαν ξέφτι ύπαρξης, μόνο μια κάτισχνη αίσθηση. Και η κάτισχνη αίσθηση πολεμά εναντίον των άλλων αισθήσεων, μπας και τρανέψει λιγουλάκι, αντί να γίνει συναίσθηση. Ιδού το μέγα κατόρθωμα, ιδού η μέγιστη παγίδα. Δεν μένει, λοιπόν, παρά να δημιουργηθεί – απομονωθεί η μονάδα – μοναξιά και να εξοπλιστεί. Και πως θα εξοπλιστεί η μονάδα; Α μια στιγμή… βιαστήκαμε. Πρώτα θα αφοπλιστεί η μονάδα. Θα της στερηθεί καθετί που θα την βάλλει σε διερώτηση για την μοναξιά της. Δηλαδή θα στειρωθεί ερωτικά (με την κάθε πλέρια ερμηνεία της λέξης ερωτικά, για παράδειγμα τώρα που εγώ είμαι ερωτευμένος ακριβώς με αυτό το κείμενο που γράφω). Ξεκινάμε: δεν υπάρχει λόγος να ζήσεις τον έρωτα. Τον ζεις μέσω της τιβί (ιδού ο εξοπλισμός, τόσο απλός και τόσο φτηνός και παραχθείς απʼ τα δικά μας χέρια. Με άλλα λόγια, βάλαμε τα χεράκια μας και βγάλαμε τα ματάκια μας). Δεν υπάρχει λόγος να επενδύεις ερωτικά στα μπαράκια (εκτός αν πρόκειται για την φενάκη και την φρεναπάτη των διάφορων επονομαζόμενων «κωλόμπαρων» επίσημων, ανεπίσημων και κάθε τέτοιου είδους). Στα μπαράκια θα ζεις τον μύθο του, είτε φτωχού, είτε μεσαίου, είτε πλούσιου. παντελώς αδιάφορο, πάντως σίγουρα και μόνου καουμπόυ. Καλός μύθος, μην διαμαρτύρεσαι, και μοιάζει και με ήρωα του σινεμά, (όχι εκείνου της μεγάλης αίθουσας, αλλά του μεταφερθέντος στους τέσσερεις τολίχους του σπιτιού σου μέσω της τιβί).

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

«Αλέξανδρος Δαμουλιάνος: Mια διαφορετική ερμηνεία της μέχρι τώρα ποιητικής του παραγωγής» (γράφει ο Αχιλλέας Κατσαρός)

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Γράφω όχι γιατί οφείλω να αναδείξω τον Αλέξανδρο ή κάθε Αλέξανδρο. Γράφω για… δεν ξέρω… απλά γράφω..ναι υπάρχει ένας σκοπός… να επισημάνω στον αναγνώστη δες αυτόν πιστεύω θα σου δώσει… δεν ξέρω αν θα γράψω κριτική για όλους όσους μου έχουν εμπιστευθεί τα βιβλία τους.. δε μου το ζήτησαν… θα γράψω σίγουρα για όσους θεωρώ ωρολογιακές με τα δικά μου κριτήρια… Ξεκινώ με τον Αλέξανδρο λοιπόν γιατί είναι ο πρώτος που με διάβασε. Από τις 5 έως τώρα συλλογές του είχα στα χέρια μου τις 4 διότι η μια είχε εξαντληθεί και δεν επανεκδόθηκε. Έχω δουλέψει λοιπόν ολόκληρη την πρώτη με τίτλο «Θεός στον ορίζοντα» , η 2η είναι που εξαντλήθηκε με τίτλο «Μεταξύ 2ης και 3ης σταύρωσης» , την 3η με τίτλο «62 χαικού για τον κανένα», αν και τη διάβασα δεν θα γράψω για ένα και μόνο λόγο (τα χαικού τα θεωρώ μόδα, προσοχή αυτό δε σημαίνει ότι δεν τα θεωρώ ποίηση αλλά αν πραγματικά θέλουμε να γράψουμε επιγραμματικά οι αρχαίοι Έλληνες λυρικοί ή ακόμα και η επτανησιακή σχολή έχουν δείξει τον τρόπο. Προσοχή ξανά στο σχόλιο αυτό διότι εύκολα θα παρερμηνευθεί. Αναφέρομαι και μόνο στη θαυμάσια γλώσσα μας και να μη δοθεί εδώ καμία άλλη προέκταση). Από την 4η αν και τη διάβασα ολόκληρη θα παρουσιάσω μόνο το κεντρικό ποίημα της συλλογής που έχει και τον ομώνυμο τίτλο « Για τα μάτια του ωραίου αδοκίμαστου».  Την 5η επίσης θα τη σχολιάσω ολόκληρη. 

 

 

Θεός στον Ορίζοντα.

Μια προσέγγιση – ερμηνεία

 

Έχοντας τελειώσει για την ώρα , όχι μόνο τις ματιές – προσεγγίσεις μου σε έναν άνθρωπο που εκτιμώ βαθύτατα , αλλά και το σύνολο του μέχρι τώρα έργου του, θα επιχειρήσω μια ματιά ουρανό στην 1η ποιητική συλλογή του Αλέξανδρου Δαμουλιάνου. Έχω μπροστά μου τη Β’ έκδοση του Θεού στον ορίζοντα , έκδοση του Υπουργείου Εσωτερικών και συγκεκριμένα της Γενικής Γραμματείας Επικοινωνίας και Ενημέρωσης εν Αθήναις 2009.

Ο Αλέξανδρος γεννήθηκε στην Αθήνα 10/7/1990.Είναι άτομο με τετραπληγία και δε θα αναφερθώ στα υπόλοιπα κατορθώματά του καθώς υπάρχουν βιογραφικά και πληροφορίες εύκολα αναζητήσιμες. Εκείνο όμως που χρήζει σχολιασμού είναι η στάση μας απέναντι στα άτομα με τετραπληγία ή εγγενή προβλήματα. Υπάρχει ένας οίκτος και μια ανοχή. Στην περίπτωση του Αλέξανδρου καμία ανοχή. Ο Αλέξανδρος περπατάει καλύτερα από άλλους ζωντανούς νεκρούς. Εμείς είμαστε με ειδικές ανάγκες και όχι ο Αλέξανδρος.

 

 Τα ποιήματα αυτής της πρώτης συλλογής παρατίθενται χρονολογικά και αυτό βοηθά να εντοπιστεί η ατομική εξέλιξη του ίδιου και της έκφρασής του. Θα μπορούσα φιλολογικά να πάω ποίημα ποίημα , δηλαδή βήμα βήμα αλλά θα προτιμήσω ένα άλλο δρόμο. Δείγματα αθωότητας μέχρι το 7ο με τίτλο «Η μοναξιά του πόθου » κι εκεί σα στίχος προφητικός του προφήτη που ζητεί τη διαύγεια ακούς « Σε πορφυρά ποτάμια αργοκυλάει η ζωή » και λες –επ, αυτό δεν είναι παιδί ή δε θα είναι σε λίγο καιρό.

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

Γιάννης Σμυρλής, «Κονσέρτο για σιωπή», εκδ. Ηριδάνός 2013 [γράφει ο Σπύρος Αραβανής]

 

Θα ξεκινήσω με δύο παρατηρήσεις: η πρώτη είναι μια σκέψη του ποιητή και μεταφραστή Βασίλη Λαλιώτη: «Νομίζω», λέει, «πως την εποχή της γραφομανίας η δύναμη κάθε ποιητή μπορεί να μετρηθεί από τον αριθμό των μιμητών του. Να πούμε ας πούμε η Δημουλά είναι ποιήτρια τετρακοσίων μιμητών. Ο Ελύτης τετρακοσίων κι αυτός. Ο Σεφέρης, η μετοχή έπεσε, των ενενήντα μιμητών. Ο Εμπειρικός των πενήντα μιμητών, ο Λειβαδίτης έχει ανέβει πολύ, των εξακοσίων μιμητών Είναι ο μόνος τρόπος νομίζω να βάλουμε λίγη τάξη».
Η δεύτερη παρατήρηση ειναι μια γνωστή ρήση: «Οι ατάλαντοι μιμούνται, οι ταλαντούχοι κλέβουν». Έτσι έλεγε ο Πάμπλο Πικάσο αλλά και ο δικός μας Μάνος Χατζιδάκις (απαντώντας σχετικά με την ομοιότητα του μουσικού θέματος του τραγουδιού του «Χασάπικο 40» με τη Συμφωνία αριθμός 40 του Μότσαρτ).
Στην περίπτωση του Γιάννη Σμυρλή και οι δυο αυτές παρατηρήσεις βρίσκουν θα έλεγα την απόλυτη εφαρμογή τους. Εξηγώ το γιατί: Ο Τάσος Λειβαδίτης, όπως μπορεί κανείς να διαπιστώσει από μια απλή περιήγηση σε διαδικτυακά blog και σε διάφορους τόπους κοινωνικής δικτύωσης, αλλά και με βάση τις πωλήσεις των λογοτεχνικών περιοδικών όταν κυκλοφορούν με κάποιο αφιέρωμα σε αυτόν, εξελίσσεται σε έναν από τους πλέον αγαπητούς ποιητές της σύγχρονης γενιάς τόσο σε επίπεδο αναγνωσιμότητας όσο και σε επίπεδο ποιητικής επιρροής. Είναι εκατοντάδες οι περιπτώσεις ανθρώπων οι οποίοι βρίσκουν στην ύστερη, κυρίως, ποίηση του Λειβαδίτη εκείνη την ποιητική ατμόσφαιρα του ονείρου, της υπαρξιακής αναζήτησης, του μαγικού ρεαλισμού αλλά και του ακαριαίου στίχου, για να ταυτιστούν ως αναγνώστες και να εκφράσουν ως δημιουργοί το δικό τους έργο.
Ο Γιάννης Σμυρλής όπως ειπώθηκε ήδη, αποτελεί ένα ακόμα δείγμα της σημερινής δημοφιλίας της ποίησης του Λειβαδίτη. Και εδώ ο όρος δημοφιλία οχι με όρους μάρκετινγκ αλλά με γνήσια σχέση αλληλεπίδρασης. Η διαφορά όμως του Σμυρλή από άλλους νέους δημιουργούς είναι πως δεν έλκει απλώς την ποιητική του καταγωγή από την ποίηση του Τάσου Λειβαδίτη, -όπως και από τον Φερνάντο Πεσσόα και τον Άρη Αλεξάνδρου– Είναι τα ίδια του τα ποιήματα σάρξ εκ της σαρκός της. Είναι ποιήματα γραμμένα υπό το φως της ανακάλυψης ενός νέου κόσμου. Αυτού της ποίησης εν γένει. Γιατί ο Σμυρλής, όπως ο ίδιος μου αποκάλυψε στην πρόσφατη γνωριμία μας, δεν είναι ακόμα συστηματικός αναγνώστης της ποίησης, ούτε θαμώνας ποιητικών συμποσίων και λοιπών «πνευματικών» συναναστροφών. Βρίσκεται στην αφετηρία της. Φορά τη ζώνη αγνότητάς της. Και δημοσιοποιώ αυτή του την εκμυστήρευση όχι για να τον μειώσω. Αντιθέτως για να θαυμάσω τόσο τη ζωοδότρα δύναμη κυρίως της ποίησης του Λειβαδίτη όσο και το ταλέντο του Σμυρλή να την εισπνεύσει και να την εκπνεύσει με έναν εξαιρετικό τρόπο. Κι αυτό ακριβώς οφείλεται στην αγνότητα και των δυο τους. Και αυτη θα επιχειρήσω να αναλύσω.

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

Ευφροσύνη Μαντά Λαζάρου, «Ο Νώε στην πόλη», εκδ. Πλανόδιον, 2012 (κρίνει ο Βάκης Λοϊζίδης)

 

«Η λεπίδα που ανοίγει τις φλέβες πονάει λιγότερο από τη θέα ενός ανθρώπου, που, ενώ κοιτάζει το ρολόι του, λέει πως θέλει να πάει στον παράδεισο. Ύστερα φεύγει παίρνοντας μαζί την πόζα του, όπως παίρνει κανείς την τελευταία αναπνοή του.»

Διαβάζοντας το βιβλίο της Ευφροσύνης Μαντά Λαζάρου «Ο Νώε στην πόλη»εκδ. Πλανόδιον 2012, συνειδητοποίησα πόσο ελλιπείς είναι οι γνώσεις μου για την ποίηση που γράφεται στην Κύπρο. Υπάρχουν άνθρωποι που γράφουν χωρίς να έχουν την ανάγκη να το φωνάζουν. Που δεν είναι στο χαρακτήρα τους να προβάλλουν το έργο τους. Γράφουν γιατί προκύπτει ως ανάγκη ζωής, απαραίτητη προϋπόθεση για την ψυχική τους ισορροπία. Τέτοια είναι η περίπτωση της Ευφροσύνης Μαντά Λαζάρου.

Δεν θα έκανα ποτέ το λάθος να μιλήσω για γυναικεία γραφή. Πρόκειται για μια βαθύτατα ανθρώπινη φωνή που ανησυχεί, συμμερίζεται, θλίβεται και τροφοδοτείται από τους χυμούς της ζωής που δεν στερεύουν ακόμα και στις πιο τραγικές στιγμές. « Απλώνει η πόλη τα νερά της λύπης της, γίνεται λίμνη. Καρτερεί να καθρεφτίσει σε δύο μάτια μια αγάπη που δεν έρχεται. Γιʼ αυτό κάποιες φορές καθώς οι διαβάτες περνούν, μοιάζουν με τρένα που διασταυρώνονται μαζί της»

Η ποιήτρια μόνον ανοχύρωτη μπορεί να αφουγκραστεί ουσιαστικά τον άνθρωπο δίπλα της. Το ποίημα αποτελεί γιʼ αυτήν τόπο συνάντησης, τόπο ουσιαστικής συνομιλίας. Τόπο συνομιλίας με αυτούς που δεν γνωρίζουμε. Τον άλλο γύρω μας που αποτελεί κομμάτι του εαυτού μας. . Γράφει: «.. ωστόσο θα έπρεπε να ξέρουμε πώς, αν δεν σε δω, αν δεν με δεις, αν δεν κοιταχτούμε, όμορφοι δεν θα γίνουμε»

Είναι στιγμές που νιώθει ηττημένη· μα μέσα από την ήττα της τροφοδοτείται και επανακτά τους χυμούς της ζωής που ακόμα και στις πιο τραγικές στιγμές δεν χάνονται. Διαβάζοντας τα ποιήματα της συνειδητοποιεί κανείς πως στην οπτική της συνυπάρχουν όλες οι αισθήσεις. Ο τρόπος δε που εντάσσει στοιχεία εντοπιότητας στο κείμενο της, καθιστούν την συγκινησιακή φόρτιση πιο δραστική.

«Οι άνθρωποι κόβουν την πόλη σαν ψωμί στα δύο, να πάρουν ο καθένας το κομμάτι του. Τα έχουν αυτά οι έρωτες•τους ακρωτηριασμούς. Με τους πολέμους των φυλών εκτεταμένη μαχαιριά κατά μήκος μιας πράσινης γραμμής».

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

Απόστολος Δαβής, «Τα νεοτερικά στοιχεία στην ποίηση του Αλεξάνδρου Ίσαρη»

 

1. EΙΣΑΓΩΓΗ

Ο Αλέξανδρος Ίσαρης έκανε την εμφάνιση του στην λογοτεχνία το 1968 με ποιήματα στο περιοδικό Διαγώνιος  (1). Την δεκαετία του 1970 και συγκεκριμένα το 1976 δημοσίευσε την πρώτη ποιητική συλλογή, «Όμιλος Φίλων Θαλάσσης – Ο Ισορροπιστής», ακολούθησαν «Οι παρενέργειες της σιωπής» το 1984, «Οι Τριστάνοι» (ποιήματα 1966-1992) το 1992 και «Θα επιστρέψω φωτεινός» (ποιήματα 1993-1999) το 2000, κατορθώνοντας έτσι να διαμορφώσει την ποιητική του φυσιογνωμία μέχρι τώρα. Η κριτική τείνει να διαμορφώσει κοινά χαρακτηριστικά απέναντι στο έργο του Ίσαρη με σημαντικότερα την υπαρξιακή αγωνία, την αμφισβήτηση, την αντίδραση, την ειρωνεία και την κριτική που ασκεί απέναντι σε καταστάσεις που βιώνει. Έχει βιώσει την οδυνηρή εμπειρία της επταετούς δικτατορίας αντιμετωπίζοντας την σύγχρονη μοναξιά- αποξένωση μέσα από την ποίηση. Μεγαλωμένος σε μια περίοδο όπου η Ελλάδα ξαναστέκεται στα πόδια της, αρχίζει να παρουσιάζει σημαντική οικονομική άνοδο και γίνεται ολοένα και πιο δημοκρατική και καταναλωτική. Φαίνεται να διατηρεί την ίδια νοοτροπία με τους προγενέστερους και το ίδιο πνεύμα της επαναστατικότητας, της αμφισβήτησης και της έλλειψης εμπιστοσύνης. Αντιμετωπίζει τη σύγχρονη μοναξιά μέσα στην ερωτική – αστική καθημερινότητα και αναζητά διέξοδο μέσα από την στοχαστική – πρωτοποριακή του ποίηση.
Εκτός όμως από αυτά τα εξωτερικά χαρακτηριστικά που περιγράφουν την εικόνα, την μορφή και τη φόρμα, η νεοτερική ποίηση του Αλεξάνδρου Ίσαρη παρουσιάζει και άλλα πολύ πιο ουσιώδη εσωτερικά γνωρίσματα- χαρίσματα. Μεταβάλλει ριζικά την ποιητική γλώσσα, δεν αποζητά την σπάνια, την εντυπωσιακή την λάμπουσα ποιητική λέξη, που θα χαρίσει πρόσκαιρα οφέλη, παρά χρησιμοποιεί καθημερινό λεξιλόγιο. Χρησιμοποιεί τόνους, χαρακτήρα και ύφος της καθημερινής γλώσσας, που ενώ βρίσκεται πολύ κοντά στο εκφραστικό ήθος του καθημερινού λόγου, εντούτοις δεν χάνει την ποιητικότητα και την λυρικότητα.

Διαβάστε περισσότερα