Το χαμένο στοίχημα των ανθρώπων τζογάρεται στην επικοινωνία, (και σαν λείψει η επι/κοινωνία αποσαρθρώνεται η κοινωνία). Τόσο χαμένο που μοιάζει να χρειάζεται την ηθική του φιλοφρόνηση (από υποκριτές στυλοβάτες τύπου Habermas) για να κερδηθεί. Το μέγα κατόρθωμα του καπιταλισμού (που διόλου δεν υστερεί σε πρακτικές απ΄ τ΄ αδελφάκι του τον ιμπεριαλισμό) είναι η μοναξιά του καθενός ατόμου. Πως αλλιώς να εξασφαλίσεις και να κατακτήσεις τόσα κεφάλαια; Κεφάλαια χρηματικά μα που η πηγή τους βρίσκεται στην ανθρώπινη εργασία, συνεπώς κεφάλια; (παλιομοδίτικο; μάλλον διαχρονικό). Πως αλλιώς να τα κυβερνήσεις; Η μονάδα προφανώς είναι πιο εύκολα μεταχειρίσιμη, εκμεταλλεύσιμη και διακυβερνήσιμη από το όλον. Και προφανέστατα η μονάδα πλήρως αδιαφορεί (όταν πονάει το τομάρι της) για την διπλανή μοναξιά, αφήνοντας άπλετο χώρο για μερική, μερικότατη μπορώ να πω, ιδιοποίηση του καθολικού. Η μοναξιά χάνει από συναίσθηση. Της περισσεύει, σαν ξέφτι ύπαρξης, μόνο μια κάτισχνη αίσθηση. Και η κάτισχνη αίσθηση πολεμά εναντίον των άλλων αισθήσεων, μπας και τρανέψει λιγουλάκι, αντί να γίνει συναίσθηση. Ιδού το μέγα κατόρθωμα, ιδού η μέγιστη παγίδα. Δεν μένει, λοιπόν, παρά να δημιουργηθεί – απομονωθεί η μονάδα – μοναξιά και να εξοπλιστεί. Και πως θα εξοπλιστεί η μονάδα; Α μια στιγμή… βιαστήκαμε. Πρώτα θα αφοπλιστεί η μονάδα. Θα της στερηθεί καθετί που θα την βάλλει σε διερώτηση για την μοναξιά της. Δηλαδή θα στειρωθεί ερωτικά (με την κάθε πλέρια ερμηνεία της λέξης ερωτικά, για παράδειγμα τώρα που εγώ είμαι ερωτευμένος ακριβώς με αυτό το κείμενο που γράφω). Ξεκινάμε: δεν υπάρχει λόγος να ζήσεις τον έρωτα. Τον ζεις μέσω της τιβί (ιδού ο εξοπλισμός, τόσο απλός και τόσο φτηνός και παραχθείς απʼ τα δικά μας χέρια. Με άλλα λόγια, βάλαμε τα χεράκια μας και βγάλαμε τα ματάκια μας). Δεν υπάρχει λόγος να επενδύεις ερωτικά στα μπαράκια (εκτός αν πρόκειται για την φενάκη και την φρεναπάτη των διάφορων επονομαζόμενων «κωλόμπαρων» επίσημων, ανεπίσημων και κάθε τέτοιου είδους). Στα μπαράκια θα ζεις τον μύθο του, είτε φτωχού, είτε μεσαίου, είτε πλούσιου. παντελώς αδιάφορο, πάντως σίγουρα και μόνου καουμπόυ. Καλός μύθος, μην διαμαρτύρεσαι, και μοιάζει και με ήρωα του σινεμά, (όχι εκείνου της μεγάλης αίθουσας, αλλά του μεταφερθέντος στους τέσσερεις τολίχους του σπιτιού σου μέσω της τιβί).
Διαβάζουμε στην «ροή ρακής» : «ουίσκι με πάγο / καρότο ξιδάτο. / Στα ηλεκτρικά / σκοτάδια / με τα κορίτσια / στη μπάρα, / να περάσει / η νύχτα / κι απόψε.», και ένα απόσπασμα απʼ το «χαμένο κορμί»: «Η μέθη στις ακριβείς / κι επαναλαμβανόμενες / μεζούρες του μπάρμαν.». Δεν χρειάζεται να κάνεις έρωτα. Δες μια ταινία πορνό και αυνανίσου (και τέλος πάντων γιʼ αυτό υπάρχει και το trafficking γέννημα θρέμμα του καπιταλισμού, όπως και το «one night stand» που προσφέρει την μέγιστη ασπίδα και προστασία της μοναξιάς έναντι του όλου). Συνεχίζουμε: δεν χρειάζονται οι παρέες. Καλύτερη παρέα απʼ την τιβί που θα βρεις; (Θυμηθείτε την Sara Goldfarb -μήπως το επίθετο στα Ελληνικά είναι η Χρυσόχρωμη;- στο «Requiem for a dream» του Aronofsky. Τηλεπαιχνίδι, τα περίφημα δεκαπέντε λεπτά δημοσιότητας στον αχανή κόσμο της Αμερικής και μετά χάπια αντικαταθλιπτικά για μια κατάθλιψη που της την ίδρυσαν και της προσφέρανε αναμφισβήτητο πακέτο ζωής και ατελείωτες ώρες μπροστά στην τιβί). Και τι τα θες τα τραπέζια με τους μεζέδες και τα γευστικά εδέσματα; Τα συμπόσια σε μάραναν… υπάρχουνε τα ετοιμοπαράδοτα προχειροφτιαγμένα τροφίματα, διαβάζουμε στο «συσσίτιο»: « Το βρώμικο μισοφαγωμένο / χάμπουργκερ γνωστής αλυσίδας / πολιτισμού…». Συνάνθρωποί σου δουλεύουνε σʼ αυτά. Αν δεν τους ενισχύσεις θα βγούνε στην ανεργία. Αν πάψεις να τρως μόνος σου θα είσαι υπεύθυνος για την ανεργία πολλών, ο καπιταλισμός για να σωθεί θέλει θυσίες και η πρώτιστη και μέγιστη είναι η μοναξιά σου, η πολιτική μοναξιά σου ( υπάρχουν και άλλα πολλά παραδείγματα, μα όσα προανέφερα σχετίζονται με την ποιητική «Τριλογία» του Σωτήρη Παστάκα).
Η μοναξιά στο έργο του Παστάκα δεν είναι ενσυνείδητη εγωιστική ναρκισσιστική απόληξη ενός υπερφίαλου εγωπαθούς ήρωα του εαυτού του. Η μοναξιά στον Παστάκα είναι πολιτική και απόλυτο δημιούργημα του καπιταλισμού. Ο καπιταλισμός κερδίζει απʼ την μοναξιά του καθενός ατόμου (γι αυτό και την δημιουργεί και με κάθε «φαντασμαγορικό» τρόπο την συντηρεί), μα ερωτική, μα εργασιακή, μα παραγωγική, μα συνδικαλιστική (ατομικές συμβάσεις εργασίας και ο καθείς υπεύθυνος μόνο για την ζωούλα του), μα όπως αλλιώς την θεωρήσεις.
Κι εμείς τι κάνουμε; Ζούμε την κατάσταση ως έχει ή μήπως επαναστατούμε; Επαναστατούμε; Για μια στιγμή, κάπου το ʽχω ξανακούσει αυτό, κάπου το ʽχω ξαναδεί μα δεν «έπιασε», που λένε. Μπορεί και να πιάσει, μακάρι, δεν διαφωνώ. Μέχρι τότε;
Το ποίημα είναι το μοναδικό μας όπλο, για να θυμηθούμε τον Τούρκο ποιητή Τζάν Γιουτζέλ στο ποίημά του «ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ», όπου γράφει: «Όταν βλέπω φασίστα του δίνω να καταλάβει / Με το φοβερότερο όπλο της ανθρωπότητας / Το ποίημα». Και ο Παστάκας το γνωρίζει αυτό πολύ καλά.
Διανύοντας τις δικές μου σκέψεις για την «τριλογία» θεωρώ κορυφαίο ποίημα (βρίσκεται στο «χαμένο κορμί») το εξής: «Έστρωσα το τραπέζι για έναν. / Για μένα. Άναψα την τιβί. / Κάθισα. Για να σωθεί ο καπιταλισμός / απαιτούνται θυσίες απʼ όλους μας. / Χτύπησε το τηλέφωνο. Ρωτούσες / αν μπορούσες να περάσεις. / Μπορούσες. Έσβησα την τιβί. / Σηκώθηκα. Ο καπιταλισμός / αιμορραγεί και πεθαίνει. Είπα. / Άλλαξα τραπεζομάντιλο. / Έστρωσα το τραπέζι για δύο.» Το συγκεκριμένο ποίημα (που χωρίζεται σε δύο ενότητες, η πρώτη μέχρι και τον τέταρτο στίχο, η δεύτερη μέχρι το τέλος) περικλείει όλα τα θέματα που τίθενται πέρα δώθε (με τις ανάλογες δόσεις) και κυκλοφορούνε στην «τριλογία». Ο ένας, ο μόνος, το χαμένο, δηλαδή, κορμί. Το τραπέζι για έναν, άρα η έλλειψη συσσιτίου (προφανές το «συν» και προφανέστερη και η έλλειψή του), που θα γίνει αίτημα και τίτλος ολόκληρης της επόμενης ενότητας. Η τιβί, το όπλο, η μέθοδος ελέγχου της μονάδας απʼ τον καπιταλισμό και ταυτοχρόνως έτσι σερβιρισμένη που να φαντάζει η καλύτερη συντροφιά του μοναχικού, (σχεδόν όλα τα τηλεοπτικά κανάλια διαφημίζονται ως «η καλύτερη συντροφιά σας», τίποτα δεν είναι τυχαίο). Και όλα αυτά δεν συνιστούνε τίποτα άλλο απʼ την θυσία υπέρ εκείνου που μας έκανε θύμα. Ακούγεται παράλογο. Ας ακούσουμε τον Χούλιο Κορτάσαρ: «Το παράλογο είναι που βγαίνεις το πρωί στον δρόμο και βρίσκεις την μπουκάλα με το γάλα στο σκαλί και νιώθεις τότε ήσυχος γιατί έτσι έγινε χτες κι έτσι θα γίνει κι αύριο. Είναι αυτή η αποτελμάτωση, αυτό το «άσε τα πράγματα να κυλάνε», αυτή η ύποπτη έλλειψη εξαιρέσεων…». Κι ας δούμε πού συναντά – αναφέρεται τον Κορτάσαρ ή Μορέλι ο Παστάκας στην «ροή ρακής»: « Από το ρήμα στην ύπαρξη / ή απʼ την ύπαρξη στο ρήμα; / Όποια κι αν είναι η απάντηση / στο δίλημμα του Μορέλι, / μία είναι η αλήθεια: / σιγά-σιγά και μεθοδικά / βουλιάζω.». Φυσικά δεν μας κάνει καθόλου εντύπωση, ότι την «λύση» δεν την δίνει στο ποίημα η φιγούρα του ενός, ο «ένας». Αυτός ορθώνεται μόνο ως το χρυσελεφάντινο άγαλμα της πολιτικής μοναξιάς στο οποίο ο καπιταλισμός εναποθέτει αενάως, ως κίβδηλο φόρο τιμής, τα ψευτολούλουδα – σκουπίδια των τηλεοπτικών προγραμμάτων. Ποτέ ο «ένας» δεν θα σηκώσει το ακουστικό του τηλεφώνου. Όχι γιατί δεν θέλει ή δεν μπορεί, αλλά γιατί νεκρώθηκε μέσα του αυτή η πιθανή προοπτική. Μα και για τους ίδιους λόγους ούτε καν που προσμένει να κουδουνίσει το τηλέφωνο. Ο ένας δεν ζει, φυτοζωεί. Γι αυτό και κάπου στο «χαμένο κορμί» ουρλιάζει ο Παστάκας: «Να μεταποιήσουν επιτέλους / το κορμί μου, / μπας και γίνει ζωή.» (Και φυσικά το κορμί είναι παγερό, είναι κολόνα, δεν είναι ζωντανό. Ζωντανό είναι το σώμα, έτσι στο «χαμένο κορμί»: « … αλλά κυρίως το σώμα / επιζητάω που θα μου δώσει πίσω / το χαμένο μου κορμί») Αν όμως κάτι τέτοιο συμβεί, αν δηλαδή, κάποιος ή ακόμη καλύτερα κάποια κάνει ένα τηλεφώνημα στον «ένα», πρόθυμα εκείνος μετατρέπει το σκηνικό και δέχεται στο σπίτι του τις επισκέψεις. Να πως ο καπιταλισμός «αιμορραγεί και πεθαίνει» για τον Παστάκα, με την συντροφιά, με το συσσίτιο, με την συνουσία. Και την λύση την δίνει η γυναίκα, (φίλη, ερωμένη, εξαδέλφη, μανούλα).
(Να σημειώσω, ειρήσθω εν παρόδω, ότι στην «τριλογία» δεν συναντάμε ούτε κατά διάνοια την περίπτωση ενός μυξοκλαψιάρη μοναχικόβιου που το μόνο που του λείπει είναι το επιδερμικό σεξ. Θα ήταν κοντόφθαλμη και άδικη ανάγνωση. Αντίθετα σε πολλούς στίχους του έργου ο Παστάκας φροντίζει να μας τονίσει ότι αυτή η υπόθεση του «ενός» τελικά και τραγικά είναι κατάσταση πολλών. Για παράδειγμα δύο αποσπάσματα απ’ το «χαμένο κορμί»: «Την καύτρα του τσιγάρου μου / θα την είδατε βέβαια, / … / απλή υποσημείωση στο κείμενο / της δικής σας νύχτας…» και «κάθε που σμίγουν δυο χαμένα / κορμιά για μια νύχτα.»)
Η τιβί (για την οποία δεν θα ξαναμιλήσω αναλυτικά) είναι ένα θέμα που επανέρχεται σε όλο το φάσμα της «τριλογίας». Λέτε να βλέπει τόσο πολύ τιβί ο Παστάκας; Μα είναι δυνατόν; Κι αυτός θύμα; Ένας που γράφει ποιήματα; Ένας ποιητής; Και σαν; Τα αλαλάζοντα κύμβαλα της πολιτικής μοναξιάς ηχούνε το ίδιο για όλους. Κι αν δεν είναι τιβί, είναι ίντερνετ που απονεκρώνει πιότερο. Διότι με την τιβί ας πούμε ξεπληγιάζεις (όπως γλείφονται οι γάτες) την μοναξιά σου. Στο ίντερνετ θαρρείς πως επικοινωνείς κιόλας. Ιδού λοιπόν το ίντερνετ και το προχειροφτιαγμένο φαγητό που προανέφερα: διαβάζουμε στην «ροή ρακής» : « Πίτσα, ίντερνετ, / πράσινες μπύρες. / Μετρώ τα λάικ / στο φέισμπουκ. / Με 4.798 φίλους / μόνος μου να τρώω / κάθε βράδυ.». Ιδού και η τιβί (σε ένα απʼ τα πολλά ποιήματα που εμφανίζεται): διαβάζουμε στην «ροή ρακής» (αναφέρω απόσπασμα): «…Να σβήσετε/ επιτέλους την τιβί / και να μου πείτε / ένα παραμύθι.» Σʼ αυτό το καταληκτικό ποιήματος απόσπασμα τίθεται μια παράμετρος απʼ τον Παστάκα που χρήζει αναφοράς. Το παραμύθι δίνει την αίσθηση της οικογενειακής θαλπωρής. Χωρίς καμία πρόταση στεγνής πατροπαράδοτης παρελθοντολαγνείας, χωρίς κανέναν συντηρητισμό, ο Παστάκας επαναφέρει με παιχνιδιάρικο και απόλυτα ποιητικό τρόπο το ζήτημα της οικογένειας, ωστόσο ευρύτατα ιδωμένο, (οικογένεια είναι και η παρέα του συσσίτιου λόγου χάρη). Εξυψώνει, ο Παστάκας, την οικογένεια στον αστερισμό της επωφελούς πανανθρώπινης κοινοβιακής εμπειρίας. Το παραμύθι το αφηγείται ένα στόμα (της μαμάς, της γιαγιάς, του παππού, της μεγαλύτερης αδελφής, και άλλων) δίπλα στο δικό σου το αυτί. Δύο άνθρωποι (και όχι ο «ένας»), δύο ζωντάνιες η μία δίπλα στην άλλη. Διαβάζουμε λοιπόν το εξής συγκινητικό στην «ροή ρακής»: « Να βγω με τα μυρμήγκια / να καρεκλωθώ στο χώμα ./ Να πιω ένα γλυκύ βραστό / μαζί με τη μανούλα μου.» Αρχικά, ναι, την μανούλα του νοσταλγεί, μʼ εκείνη θέλει να πιει καφέ. Όμως στον ποιητικό ορίζοντά του «μανούλα» κάλλιστα είναι και η ερωμένη του (εξάλλου «μάνα μου» αποκαλούμε και τις γυναίκες με τις οποίες είμαστε σφόδρα ερωτευμένοι, πρώτιστη δε η μητέρα μας), κάλλιστα και η εξαδέλφη του! Απʼ την «ροή ρακής»: « Όπως ξαπλώνω πάλι / κάτω από τρίδιπλες / κουβέρτες θέλω / να πάρω αγκαλιά / το ραδιόφωνο / παγκοσμίου λήψεως, / με όλες του τις λυχνίες, / να τρυπώσω το πόδι μου / στα μπούτια / της ξαδέλφης μου.» Απʼ το καφεδάκι με την μανούλα και μέσα στα πλαίσια της οικογένειας, ο Παστάκας μας φέρνει στα πρώτα ερωτικά και σεξουαλικά σκιρτήματα των παιδικών μας ετών. Και λέω «μας» γιατί πόσοι και πόσοι δεν είχαμε την εμπειρία της όχι και τόσο άδολης θωπείας του σώματος της ξαδέλφης μας; Και πόσοι δεν την ποθήσαμε στους πρώτους αυνανισμούς μας; (Ο Παστάκας δεν κρύβεται μέσω της ποίησης, τʼ αντίθετο. Αποκαλύπτεται και μας αποκαλύπτει.). Και τι ποιο φυσικό και φυσιολογικό, αφού ήταν το πρώτο γυναικείο δέρμα – σώμα που μυρίσαμε; Θυμηθείτε την ταινία «Pepermint» του Καπάκα, όπου είναι βασισμένη στον έρωτα ανάμεσα σε δύο ξαδέλφια. Θα μπορούσα να υποστηρίξω ότι εδώ ο Παστάκας ευθέως κάνει λόγο για μία «ερωτική αναρχία» (και είναι σαν να μας παραπέμπει στο αντίστοιχο κείμενο των Μπρύκνερ – Φινκελκρό). Το τονίζει ο ποιητής ξεκάθαρα! Χωρίς το υπόστρωμα της ερωτικής αναρχίας καμία επανάσταση δεν εκρήγνυται, όσες σφαίρες κι αν ξοδέψουμε, όσες μολότοφ κι αν εκσφενδονιστούν. Και δεν έρχεται σε αντίθεση όταν γράφει στο «χαμένο κορμί» ότι : «Τέσσερις είναι οι εποχές του χρόνου. / … / Μία εποχή που προετοιμάζει την επανάσταση: / η δικιά μας.» Ούτε έρχεται σε αντίφαση όταν αναφέρει δύο φορές στην «τριλογία» τις βόμβες μολότοφ: α) στο «χαμένο κορμί»: « Είκοσι λίτρα βενζίνης. / Εξασφαλισμένο σε φίλους / το Κυριακάτικο τραπέζι. / Τρία ευρώ για τηλεκάρτα. / Εφτά για τσιγάρα. / Ένας μπικ αναπτήρας. / Μπουκάλια μπύρας / άδεια σαράντα.» και β) στη «ροή ρακής»: « Άνθος μπουκάλι μπύρας / πάνω στα περβάζια / να στέκεται νʼ ανθίζει, / στα κλιματιστικά / στους φωταγωγούς / τα παράθυρα / των ισογείων. / Μολότοφ / σ΄ ανθοφορία.» Ο Παστάκας δεν αρνείται την επανάσταση, όμως την θέλει απʼ όλους, απʼ τον καθένα που ξέχασε να γυρίσει τα μπουκάλια μπίρας στο σούπερ-μάρκετ, επιζητά, και πολύ σωστά, μία μολότοφ απʼ τον καθένα και όχι σαράντα μολότοφ απʼ τον ένα. Το λέει ξανά στα ποιήματα που μόλις πριν ανέφερα με έμμεσο τρόπο: ο «ένας» δεν πρόκειται να κάνει επανάσταση, δεν τον αφορά, δεν τον νοιάζει, καρφί δεν του καίγεται αν το σύμπαν καεί, όσο δεν βρίσκει λύτρωση απʼ την αλώβητη μοναξιά του, (που δεν είναι αλώβητη, αλλά πλέον αποστεωμένος καθώς είναι ως τέτοια τη νομίζει, σαν τις σαθρές χούντες που ένα ολικό ξέσπασμα αρκεί για να πέσουν.). Μόνο όλοι μαζί! Και με απαραίτητο υπόστρωμα τον έρωτα και την αναρχία του έρωτα που ο έρωτας εκ της φύσης του αναδύει!
Θα μπορούσαμε να πιθανολογήσουμε, να εξερευνήσουμε και να ανακαλύψουμε και άλλες αναγνωστικές προσεγγίσεις σʼ αυτό το τόσο γοητευτικό έργο. Ας πούμε σε κάποια ποιήματα ο Παστάκας αναφέρεται στην οικονομική και πολιτική κρίση της Ελλάδας. Παραδείγματα απʼ την «ροή ρακής»: «…τώρα που παίζουν / σʼ επανέκδοση / την εθνική μας φτώχεια.», (αυτό δε το «επανέκδοση» λέει πολλά και κυρίως τσακίζει και τους μέσα μα και τους έξω), και «Μόνον οι νεκροί είναι / φτωχοί, Angela Merkel.» Επίσης βασικό συστατικό στοιχείο της «τριλογίας» είναι το χιούμορ και ο (αυτό)σαρκασμός. Για παράδειγμα διαβάζουμε στο «συσσίτιο»: «Περιφέρομαι από τραπέζι / σε τραπέζι για ένα ξεροκόμματο / ένα κόκαλο μπριζόλας χοιρινής / και καναδύο παϊδάκια. / Τις Κυριακές γίνομαι σκύλος.» και «Ανάμεσα στο θάνατο / και τη ζωή / μου υπολείπεται / μια σαλάτα μπρόκολο.» Παρά το γεγονός ότι έστω και ακροθιγώς έθιξα και άλλες πλευρές του έργου, δεν επιθυμώ με το παρόν κείμενο να τις αναδείξω – αναπτύξω, όχι γιατί τις υποτιμώ (κάθε άλλο) ή από ραθυμία, παρά μόνο γιατί πρώτον θέλησα να σταθώ σε μια συγκεκριμένη οπτική – ανάγνωση που έκανα εγώ και που με άγγιξε περισσότερο και δεύτερον γιατί θεωρώ αναγκαίο να μην «φυλακίσω» την ανάγνωση του βιβλίου στην δική μου και μόνο ματιά.
Η ποιητική «τριλογία» του Παστάκα διαμορφωθείσα αρχικώς ερήμην του ιδίου και αποτελείται από τρία βιβλία – έργα που διαπραγματεύονται με αφοπλιστική γυμνότητα (αλλά όχι ένδεια) και απλότητα (αλλά όχι απλοϊκότητα) το χαμένο στοίχημα της επικοινωνίας.
Το πρώτο μέρος έχει τον τίτλο «χαμένο κορμί» (κάτι σαν το χαμένο στοίχημα που αναφέρω στην αρχή του κειμένου), το δεύτερο «συσσίτιο» και το τρίτο «ροή ρακής». Εύστοχα σημειώνει ο Παναγιώτης Πάκος πως θέμα της Τριλογίας είναι: «ο μοναχός ο άνθρωπος (χαμένο κορμί) – που ανακαλύπτει τη συντροφικότητα (συσσίτιο) – και περιέρχεται σε διονυσιακή έκσταση (ροή ρακής)»
Η «τριλογία» του Σωτήρη Παστάκα είναι ένα κομβικό σημείο στην δική του ιστορία γραφής των ποιημάτων. Για διάφορους λόγους μα εκτός των άλλων και για τον τρόπο γραφής των ποιημάτων που την συναρμολογούν. Τρόπος γραφής λιτός και δωρικός σε αντίθεση με προγενέστερα ποιήματα που ενίοτε «ιόνιζαν κομματάκι»
Σας προτείνω να διαβάσετε την «τριλογία» όχι μόνο με πυξίδα αναφοράς τις δικές μου σκέψεις αλλά και με τον δικό σας μπούσουλα απελευθερωμένο.
ΚΡΑΝΙΑ ΟΛΥΜΠΟΥ,
ΦΛΕΒΑΡΗΣ 2013











Καλά το πάτε, κ. Ψάλτη. Κια βεβαίως ο ποιητής Σωτήρης Παστάκας βιώνει αντιφάσεις και κάνει “ποίηση ιδεών”, όχι κλειστού χώρου! Ορθόν.
Μα, επιπλέον, ο ποιητής μοιάζει να τραγουδά με τη βαθιά φωνή ενός άλλου, μεγάλου δημιουργού:
“ξανανιωμένος, όπως το καινούργιο δέντρο,
ξαναγεννημένο από τη νέα φυλλωσιά του,
αγνός κι έτοιμος να πετάξω στ’ άστρα”
[“riffato si come piante novella
rinovellate di novella fronda,
puro e disposto a salire a le stelle”
Dante, Purgatorio, canto XXXIII)].