Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Η Κρίση της Ποίησης

Η Κρίση της Ποίησης

Η Κρίση της Ποίησης

Γιώργος Κ. Μύαρης, Στη συντυχιά του οίνου με τον στίχο

Ο ποιητής Παναγιώτη Νικολαΐδης γεννήθηκε το 1974 στη Λευκωσία, σπούδασε για τα καλά τη φιλολογία (Πανεπιστημίου Κύπρου και King’s College του Λονδίνου) και εργάζεται στη δημόσια Μέση Εκπαίδευση της Κύπρου, επιτυχώς και ευτυχώς για όλους μας. Ποιήματα, μελέτες και κριτικές του δημοσιεύτηκαν σε περιοδικά (λογοτεχνικά και επιστημονικά) στην Κύπρο και στην Ελλάδα, όπως και σε ανθολογίες ποιητικές. Εξέδωσε το 2009 την ποιητική συλλογή «Σαν ίαμβος καθρέφτης», που τιμήθηκε με το κρατικό βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου λογοτέχνη. Ακολούθησε η συλλογή «Ξενιτεύομαι μʼ ένα φωνήεν» (Πλανόδιον, 2012). Και στις αρχές του 2014 έδωσε στον τύπο τη συλλογή «Οινοποίηση. 66 χαϊκού για το κρασίν τζαι την ποίησην» (αυτοέκδοση, Λευκωσία).

Ευθύς αναρωτήθηκα αν ο ποιητής υιοθετούσε το (ή απομακρυνόταν από το) νόημα του στίχου που αποδίδεται στον αρχαίο λυρικό Ιππώνακτα: «Το γιοματάρι πίνοντας αδειάζει το μυαλό μας» και, αν αυτό το πνεύμα διαπερνά το περιεχόμενο της νέας συλλογής, πώς αποτυπώνεται στα ποιήματά της. Ο Π. Νικολαΐδης συμφωνεί, λοιπόν, ότι οι άνθρωποι ακόμη και μέσα στην ολόπλευρη κρίση ή στον πόλεμο επιθυμούν το γλέντι, την ωραία διασκέδαση. Για τούτο φυσιολογικά οι ποιητές εμπνέονται και γράφουν από την επιθυμία και την ευφορία της ψυχής. Ωστόσο, ανέμενα ως συνομιλητές του τον μεταβυζαντινό «Πέτρο Κρασοπατέρα τον Ζυφόμουστο», τον θαυμαστή του οίνου «άρχοντα Βυζάντιον Δράκον Σούτζον τον εν Ουγγροβλαχία»∙ τους συνθέτες των λαϊκών ασμάτων της Κωνσταντινούπολης που συνδέουν τον οίνο, τον πόθο και τη συλλογή διηγημάτων «Έρωτος Αποτελέσματα» του Ι***Κ*** (Βιέννη, 1792)• ίσως και τους πρωταγωνιστές στο πολύστιχο αφηγηματικό ποίημα «Ερμήλος ή Δημοκριθηράκλειτος» του Μιχαήλου Περδικάρη (Βιέννη, 1817)• ίσως τους αισθαντικούς και εγλεντζέδες ποιητές Ιωάννη Βηλαρά και Αθανάσιο Χριστόπουλο, ή τον Διονύσιο Σολωμό∙ επίσης, ο Κ.Π. Καβάφης προσφέρει το πεντάστροφο ποίημα του 1886 που έχει τον τίτλο «Βακχικόν», στα ίδια χρόνια που και ο Βασίλης Μιχαηλίδης της Κύπρου προσέφευγε στους σατιρικούς στίχους και σε τραγούδια «εντεψίζικα».

Τίποτα από αυτά. Στην ποιητική συλλογή «Οινοποίηση. 66 χαϊκού για το κρασίν τζαι την ποίησην» (προεξαγγελτικά τοποθετούμαι!) το αυθεντικό λαϊκό κυπριακό ύφος και ήθος συναντά στο αλωνάκι της ποίησης το λαϊκό είδος ποιητικής έκφρασης που έχει τη ρίζα του στην Ιαπωνία (από τον 15ο αιώνα και εξής), που στη Δύση αποδίδεται με τη λέξη «χαϊκού». Μέσα στην αυστηρή τρίστιχη μορφή των δεκαεπτά συλλαβών [5-7-5] με φυσιοκρατικό περιεχόμενο, πολλοί δημιουργοί δοκιμάστηκαν και συνετρίβησαν, εκλαμβάνοντας ως «ευπρόσιτο» το «δύσβατο» του χαϊκού! Εγχείρημα δύσκολο. Αλλά η προκείμενη συνάντηση του Π. Νικολαΐδη με το «χαϊκού» παράγει ένα αποτέλεσμα πυκνό, αφαιρετικό, χωρίς φλυαρίες, πρωτοποριακό σε σημαντικό βαθμό. Και εξηγούμαι: ο λυρισμός του δεν εξαντλείται στην απόδοση λεπτών συναισθηματικών εκφάνσεων ή απεικονίσεων της Φύσης. Σαν σε κινηματογραφικό πλατό, ο ποιητής εισάγει τον άνθρωπο με τους έρωτες, τις χαρές και τους καημούς του, την κοινωνία με τις φοβίες, τις διαψεύσεις και τις προσδοκίες. Βεβαίως, ανεξάρτητα από τις αποτιμήσεις τις δικές μου ή τρίτων, ο αναγνώστης κρίνει, αν του αρέσει ένας τέτοιος τρόπος ποιητικής έκφρασης.

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

Σωτήρης Παστάκας, «Τσεκουράτος Ρεούσης»

`
Ο ποιητής είναι οι καταβολές του. Ή για να ακριβολογήσω, οι ποιητές μεταξύ άλλων διαχωρίζονται σε αυτούς που είναι υπερήφανοι για την καταγωγή τους και σʼ εκείνους που την αποκρύπτουν επιμελώς, από το φόβο πως θα τους περάσουν ως μιμητές. Ο Κώστας Ρεούσης έλκει την καταγωγή του από τον Οδυσσέα Ελύτη και τον Εγγονόπουλο έως τον Καρούζο. Μνημονεύει Τριστάν Τζαρά και αφήνει στους αναγνώστες του να ανακαλύψουν τη συγγένειά του με τον Άουγκουστ Στραμ.
Διαβάζοντας το «Τσεκούρι», (ο ωραιότερος τίτλος για ποιητική συλλογή εδώ και κανά-δυο δεκαετίες: «Ένα τσεκούρι κάθεται», με υπότιτλο «στο λαιμό χαρτοκόπτη γυναίκας»), ο αναγνώστης έχει να αντιμετωπίσει μονολεκτικούς στίχους, όπως αυτούς του Στραμ που μας έμαθε πρόσφατα με τη μετάφραση του έργου του ο Νίκος Βουτυρόπουλος. Η πλήρης αποδόμηση του ποιήματος σε στίχους (δες τον Εουτζένιο Μοντάλε που επιλέγει τον τίτλο «Τα άπαντα των στίχων» από το γνωστό και καθιερωμένο ποίηση ή ποιήματα), και η παραπέρα διάλυση του στίχου σε λέξεις, σε μια μόνη λέξη, που ήταν η τελευταία επίσημη πρόταση του περασμένου αιώνα (βλέπε Πάουλ Τσέλαν), για τον τρόπο να γράφουμε ποίηση. Πριν απʼ τον Τσέλαν όμως υπήρξε ο Στραμ του οποίου την ποιητική μιμήθηκε ο Τσέλαν κι ανάγοντάς την ταυτόχρονα σε κραταιή πρόταση ποιητικής.

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

Γιώργος Χριστοδουλίδης, «Πληγείσες περιοχές, Γυμνές ιστορίες» (γράφει ο Παναγιώτης Νικολαΐδης)

`


Με την έκτη κατά σειρά ποιητική συλλογή Πληγείσες περιοχές, Γυμνές ιστορίες (Μελάνι, 2016), ο ποιητής και δημοσιογράφος στο επάγγελμα Γ. Χριστοδουλίδης αξιοποιεί τις κατακτήσεις της προηγούμενης του διαδρομής σφραγίζοντας μια ποιητική πορεία ιδιαίτερα δημιουργική και γόνιμη. Κάτω από αυτό το πρίσμα η ανά χείρας ποιητική κατάθεση αντανακλά την περιπέτεια μιας ποιητικής πρωτίστως συνείδησης που δεν καταλαγιάζει στις κατακτήσεις της, αλλά στρεφόμενη προς το ίδιο της το παρελθόν επεξεργάζεται τις συνέπειες της διαδρομής της, στοχάζεται το βάρος που της κληροδότησαν οι αισθητικές, υπαρξιακές και ιστορικές της δεσμεύσεις και αποδεικνύεται έτοιμη να τις διαχειριστεί εκ νέου σε ένα τραυματικό και επώδυνο παρόν. Και είναι ακριβώς για τούτον τον λόγο που το νέο του ποιητικό βιβλίο, επιτυγχάνει αισθητικά σε μεγαλύτερο βαθμό μιαν εκφραστική πυκνότητα χάρη στον αυστηρότερο έλεγχο παλαιότερων διηγηματικών στοιχείων και κυρίως της υπερβολικής αναλυτικότητας, που αποδυνάμωναν κάποιες φορές το συμπαγές γλωσσικό αισθητήριο. Ένα δεύτερο χάρισμα που αποδεικνύει, κατά την άποψή μου, ότι το βιβλίο αυτό αποτελεί και το επιστέγασμα της ωριμότητας του Χριστοδουλίδη, είναι ότι διευρύνει τα οικεία θέματά του σε μεγαλύτερους κύκλους δημιουργώντας νέες περιοχές αναζήτησης.
Η συλλογή αποτελείται από πέντε, ίσες περίπου σε ποιήματα, ενότητες [Το παιδί, Περιπέτειες, Θανατερά, Ερωτικά (της γυναίκας), Ερωτικά (της ποίησης)]. Πιο συγκεκριμένα οι τρεις πρώτοι ομόκεντροι, θεματικοί κύκλοι του βιβλίου ακολουθούν οριζόντια την αναπόφευκτη πορεία της ανθρώπινης ζωής (παιδί-ενηλικίωση-θάνατος). Η αποφασιστική πορεία του ποιητικού υποκειμένου προς την αυτογνωσία έχει τέτοια ενδελέχεια, έτσι όπως εκτυλίσσεται από ποίημα σε ποίημα, που δίνει, κατά την άποψή μου, στην έκδοση μια σχεδόν μυθιστορηματική διάσταση. Αντίθετα, οι δύο τελευταίοι θεματικοί κύκλοι (έρωτας για τη γυναίκα και την ποίηση) διατρέχουν κάθετα όλο το εγχείρημα και εισάγουν στη μυθολογία του βιβλίου, ένα κλειδί ανάγνωσης∙ ένα κλειδί που προοικονομεί με διαύγεια τον πυρήνα του ποιητικού στοχασμού που αναπτύσσεται πολύτροπα στη συλλογή, δηλαδή τη σχέση του ανθρώπου με τη θνητότητα και με τη γλώσσα. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι πέντε δομικές ενότητες, ιχνηλατούν το ίδιο θέμα με πέντε καταθέσεις διαφορετικής μορφής, θερμοκρασίας και εμβέλειας, ισορροπώντας, βέβαια, μέσα από τις αντινομίες τους. Σε κάθε περίπτωση, ο λειτουργικός τίτλος, Πληγείσες περιοχές, φωτίζει ενίοτε με μαύρο φως και ενίοτε με το φως της ελπίδας τον παιδικό κόσμο, την ενηλικίωση, τον θάνατο, την ιστορία, την κοινωνία, τον έρωτα και την ποίηση αδιάλειπτα και οργανικά, δημιουργώντας ένα αισθητικά λειτουργικό ποιητικό σύμπαν που αποπνέει αγάπη για τον άνθρωπο και την τέχνη.

ΤΟ ΚΑΦΕ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΖΟΖΕ ΣΑΡΑΜΑΓΚΟΥ (σ. 60)
Διαβάζω ένα καφέ βιβλίο.
Ο συγγραφέας είναι νεκρός
ο μεταφραστής είναι νεκρός
ο βασικός ήρωας αυτοκτόνησε.
Εγώ είμαι ακόμη ζωντανός.
Κάθομαι στο κοίλο ενός άγνωστου φεγγαριού
Και πίνω μια ξανθιά μπίρα.
Ποιος είπε ότι ο θάνατος
είναι ανίκητος

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

Κώστας Ρεούσης, “Ένα τσεκούρι κάθεται” (γράφει ο Γιώργος Τριλλίδης)

Μέχρι πρόσφατα πίστευα κι εγώ -όπως όλοι μας άλλωστε- πως ο Κώστας Ρεούσης δεν υπάρχει• πως «Κώστας Ρεούσης» είναι απλώς το nom-de-plume ή, μάλλον -ας όψεται η πολεμοχαρής φύση του-, το nom-de-guerre του Κώστα Παπαθανασίου.

Τον τελευταίο καιρό έχω αρχίσει να αλλάζω γνώμη. Νομίζω πως μόνο ο Κώστας Ρεούσης υπάρχει. Νομίζω, δηλαδή, πως ο Κώστας Ρεούσης έχει επινοήσει τον Κώστα Παπαθανασίου, τον Κωνσταντίνο Α. Παπαθανασίου και τον Κωνσταντίνο Α. Ει. Παπαθανασίου (άλφα τελεία έψιλον γιώτα τελεία, δηλαδή «αεί», δηλαδή όχι μόνο «νυν»;). Και σα να μην έφτανε ότι τους επινόησε, έχει αναθέσει σε έκαστο εξ αυτών την επιτέλεση εν μέρει διακριτών πλην εν όλω ζωτικών λειτουργιών, παραδείγματος χάριν την εκπροσώπηση του ποιητή σε πάσης φύσεως αβαρίες ληξιαρχικής τελετουργίας ή, φέρʼ ειπείν, την παρεπιδημία του ποιητή σε χώρους βιοποριστικού εξαναγκασμού ή, ξέρωγω, την ιχνηλάτηση διανυκτερευόντων περασμάτων προς το επόμενο ποτήρι γκίνες. Ή, ακόμα, -όπερ έδει δείξαι- τη μεσίτευση (ή μήπως την πρακτόρευση;) του νοήματος του Κώστα Ρεούση στο ακροατήριό του προκειμένου να επιτευχθεί μια κάποια συνεννόηση ή, έστω, μπας και αποσοβηθεί η ολοσχερής παρανόηση.

Θα παρακαλούσα να μη βιαστείτε να αναφωνήσετε: «Ντάξει, δηλαδή, οι ετερώνυμοι του Πεσσόα, απʼ την ανάποδη». Κάτι τέτοιο θα παραήταν απλό, κάτι τέτοιο θα παραήταν αισιόδοξο. Το σχέδιο του Κώστα Ρεούση -διότι περί καλοζυγισμένου σχεδίου πρόκειται, είμαι βέβαιος πια-, είναι πιο σατανικό. Οι ετερώνυμοι του Πεσσόα αναλάμβαναν απλώς -έχουμε, άραγε, ογδόντα χρόνια μετά την αποδημία του, κατακτήσει τέτοια ύψη νεωτερικότητας ώστε το ανδραγάθημα του Πορτογάλου να φαντάζει απλό;- την εξωτερίκευση των μύχιων του συγγραφέα υπό διαφορετικά προσωπεία – πλήρη βιογραφικών στοιχείων και εντυπωσιακών διαπιστεύσεων ομολογουμένως, προσωπείων ωστόσο. Ο φορμαλιστής Ρικάρντο Ρέις. Ο αγροίκος Αλμπέρτο Καέιρο. Και ούτω καθʼ εξής. Ο λογιστής Μπερνάρντο Σοάρες υπεύθυνος, εξάλλου, για το ανυπέρβλητο «Βιβλίο της Ανησυχίας».

Όμως οι περσόνες που σκαρφίστηκε ο Ρεούσης, οι διάφοροι Παπαθανασίου, δεν είναι ούτε προσωπεία, ούτε doppelganger, ούτε οι αντʼ αυτού. Έχω την υποψία (έχω και αποχρώσες ενδείξεις) πως είναι εντολοδόχοι που αμόλησε ο ποιητής να ζουν και να υπάρχουν ανάμεσά μας, να συγχρωτίζονται και να συναγελάζονται με εμάς. Αποστολή τους; Η συλλογή και μεταφορά πληροφοριών στον εντολέα τους ώστε ο τελευταίος να καταφέρει να λειτουργήσει ως πράκτορας της εποχής και του βίου του. Διότι πράκτορας χωρίς τσιράκια, πράκτορας δίχως χαφιέδες, τι σόι πράκτορας είναι;

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη, «Διαδρομές», Εκδόσεις Γαβριηλίδη, 2015 (γράφει η Βασιλική Ράπτη)

Στην νέα της ποιητική συλλογή “Διαδρομές”, η Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη καλεί τον αναγνώστη σε ένα καθαρτικό παιγνίδι αέναων διαδρομών στο χρόνο. Πρόκειται για ένα γεμάτο ευαισθησία παιγνίδι της μνήμης που ενεργοποιείται μέσα από τη φαινομενολογική, ευφάνταστη προσέγγιση της φύσης. Ο άνθρωπος-βλασταράκι-κλαράκι που ” βιάζεται νʼ ανθίσει” βρίσκεται στη βάση της ποιητικής συνείδησης-δημιουργού και παρά τις αντιξοότητες τις οποίες υφίσταται και που “ότι θα μαραθεί καθόλου δεν τον μέλλει” δίνει το στίγμα της αισιοδοξίας στη συλλογή αυτή. Σε πείσμα της αμείλικτης φθοράς, της απώλειας, του ακρωτηριασμού που επιβάλλει ο χρόνος, το ορμέμφυτο της ζωής αντιστέκεται και κρατιέται άσβηστο χάρη στη συμφιλίωση με την έννοια του ενιαίου του σύμπαντος και του άχρονου χρόνου: “Η γέννηση και ο θάνατος/ Η αρχή και το τέλος και πάλι η αρχή και το τέλος πάλι/ το όλο και το μέρος του τʼ αδιαίρετο/Ο άνθρωπος, η γη και το σύμπαν” (20). Έξ ου και η φυσική αποδοχή της μεταφοράς στην πληθώρα των εκφάνσεών της. Η φρεσκάδα των εικόνων της φύσης που απλόχερα μας χαρίζει η ποιήτρια είναι από μόνη της απολαυστική αλλά σε αποζημιώνει ακόμη περισσότερο όταν περνά στο μεταφορικό επίπεδο οπότε οι διαδρομές τις οποίες καλείται ο αναγνώστης να διαβεί μεταμορφώνονται σε διαδρομές ενδοσκόπησης στον Χωροχρόνο, έναν χωροχρόνο απίστευτα οικείο, σχεδόν αρχετυπικό. Έχοντας θητεύσει στην Ελληνική ποίηση, και την παραδοσιακή και την νεωτεριστική, η Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη, “συνομιλεί” επιδέξια με τον Γεώργιο Δροσίνη αλλά και με τον Σεφέρη και τον Εγγονόπουλο. Εκεί που νομίζει ο αναγνώστης ότι βαδίζει σε στέρεα παραδοσιακά ποιητικά μονοπάτια, νάσουκαι ξεπετάγονται μπροστά σου τολμηρές εκπλήξεις με τη μορφή ρηγμάτων στον στίχο ή ακόμη και έσχατης ταλάντωσής του για να μοιάσει μιας τεράστιας αγκαλιάς που νʼ αγγίζει τʼ αστέρια, όπως μας το θυμίζει και το τελευταίο μέρος της συλλογής, αυτό που αποτελεί έναν καινούργιο Επιτάφιο είς μνήμην του αδικοχαμένου Φύσσα. Αυτό αποτελεί κατά τη γνώμη μου και τη μεγάλη καινοτομία της συλλογής που συγκεκριμενοποιεί με τον πιο δυνατό τρόπο την όλη φιλοσοφική διάθεση που διατρέχει όλη την ποιητική συλλογή: είναι η παραμυθία που αφήνουν οι γενναιόδωροι στίχοι του ανθισμένου κλωναριού που λύγισε νωρίς για να μεταμορφωθεί σε άχρονο αστέρι ψηλά στο σύμπαν.

Βασιλική Ράπτη,Λέκτορας Νεοελληνικής Γλώσσας και Φιλολογίας στο Πρόγραμμα Νεοελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ

Διαβάστε περισσότερα