Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Η Κρίση της Ποίησης

Η Κρίση της Ποίησης

Η Κρίση της Ποίησης

Ανδρέας Σισμάνης, « Εγώ ειμί ο έρως, των εσταυρωμένων τα όνειρα», εκδ. Πάργα, Λευκωσία, 2016 (γράφει ο Χρήστος Μαυρής)

`

Ένα ποιητικο «ηφαίστειο» που αναβλύζει άπλετο φως, καθάριο λυρισμο και αγάπη!

`

Ο ποιητης Ανδρέας Σισμάνης, που χρονολογικα ανήκει στη γενια των Κυπρίων ποιητων που εμφανίσθηκαν μετα την Ανεξαρτησία του νησιου, έχει να παρουσιάσει δουλεια-του στο ελληνικο αναγνωστικο κοινο εδω 34 χρόνια! Αρκει να θυμίσω πως η τελευταία ποιητικη συλλογη-του εκδόθηκε το 1983 και έφερε τον αδόκιμο τίτλο Κύπρος των ηρώων και της ηρωίνης. Όμως, όπως με ευχαρίστηση διαπιστώνω, τα «όπλα»-του δεν σίγησαν όλο αυτο το μακρυ χρονικο διάστημα που διέρρευσε απο την έκδοση της τελευταίας συλλογης-του μέχρι σήμερα. Δηλαδη δεν έπαψε να γράφει και να σχίζει αλλα και να ξεχωρίζει κάποια γραπτα ποιητικα κείμενά-του, τα οποία φύλαγε στα συρτάρια του γραφείου-του. Με δυο λόγια δεν έπαψε να δημιουργει ωραία και αυθεντικη ποίηση. Ποίηση αρκετα υψηλου επιπέδου, τόσο απο την πλευρα του πλούσιου περιεχομένου-της όσο και απο την πλευρα της αισθητικης τελειότητάς-της. Στοιχεία τα οποία εύκολα μπορει νʼ αντιληφθει ο αναγνώστης μέσα απο τα λίγα (έστω) αποσπάσματα που παραθέτω στη συνέχεια.

Θέλω να επισημάνω, με όλα αυτα που ανέφερα πιο πάνω, πως ο Ανδρέας Σισμάνης, όλο αυτο το μακρυ χρονικο διάστημα της ανεξήγητης σιωπης-του, απορροφούσε σαν σφογγάρι γνώσεις, ιδέες, εικόνες, ήχους και λόγια. Γενικα απορροφούσε τέχνη και τεχνικη ή διάφορα ακούσματα τα οποία αποθήκευε στη μνήμη-του, για να αποτελέσουν την πρώτη και ακατέργαστη ύλη πάνω στην οποία θα δούλευε για να πλάσει, όταν θα ερχόταν η κατάλληλη ώρα, τα καινούργια ποιήματά-του.

Αποτέλεσμα αυτης όλης της ποιητικης άσκησης, ή, καλύτερα, της ποιητικης διεργασίας, είναι η καινούργια πολυσέλιδη συλλογη-του (ξεπερνα τις 170 σελίδες), που κυκλοφόρησε το 2016 και φέρει τον ευφάνταστο τίτλο Εγω ειμι ο έρως, των εσταυρωμένων τα όνειρα. Μια πολυδύναμη συλλογη μέσα απο την οποία ο ποιητης Ανδρέας Σισμάνης φανερώνεται σαν ένα ηφαίστειο που κοχλάζει και βρυχάται ακατάπαυστα! Ένα ασύλληπτο σε διαστάσεις ηφαίστειο που επαναλειτούργησε με θεαματικο τρόπο, παρόλο που κάποιοι πίστευαν (ανάμεσα σε αυτους και ο γράφων) πως η φωνη του Α. Σισμάνη σίγησε εδω και δεκάδες χρόνια! Και αυτο γιατι, πριν μερικα χρόνια, κανένας απο τους αναγνώστες ή τους φίλους του δεν μπορούσε νʼ αντιληφθει πως στα υπόγεια έγκατα αυτου του φαινομενικα ανενεργου ηφαιστείου, δηλαδη στην πλατια και βαθια ψυχη αυτου του πνευματικου ανθρώπου, συντελείτο ένας τόσο δημιουργικος αναβρασμος, με αποτέλεσμα όταν ήλθε η στιγμη της αναπόφευκτης έκρηξης νʼ αναβλύζει απο μέσα-του, αντι φωτια και λάβα, απαστράπτουσες και απαράμιλλες εικόνες (κυβιστικης, εξπρεσιονιστικης, σουρεαλιστικης ζωγραφικης), άπλετο φως, καθάριος λυρισμος αλλα και άδολη αγάπη. Με δυο λόγια νʼ αναβλύζουν απο μέσα-του, όπως καθάριο αρτεσιανο νερο, άφθονοι αέρινοι και φωτολουσμένοι στίχοι με αποτέλεσμα η πλάση γύρο-του να γεμίζει με ποίηση!

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

Χρίστος Γ. Παπαδόπουλος, «Η Γλώσσα της Φυγής», Μικρή Άρκτος, 2016 (γράφει ο Πασχάλης Νικολάου)

`

Το πρώτο ποιητικό βιβλίο του Χρίστου Γ. Παπαδόπουλου σίγουρα είναι ωριμότερο από αρκετές άλλες ʽπρώτες εμφανίσειςʼ: τόσο γιατί ο ίδιος ο δημιουργός του εργάζεται κοντά στην τέχνη του λόγου τουλάχιστον από το 1993, όταν παίρνει Αʼ βραβείο στο Φεστιβάλ Τραγουδιού της Θεσσαλονίκης (τότε δισκογραφείται και το πρώτο του τραγούδι, «Η Αλεξάνδρεια που Χάνεις» σε μουσική Γ. Καζαντζή), με στίχους του κατόπιν να τραγουδιούνται από τον Δημήτρη Μπάση, τον Παντελή Θαλασσινό και πλήθος άλλων μέχρι τις μέρες μας· όσο και γιατί η ίδια η Γλώσσα της Φυγής πιθανώς ωρίμασε από την αρχική βράβευσή της το 2007 (από το ΥΠ.ΠΟ. και την Μακεδονική Εταιρεία «Τέχνη») σε μια ανέκδοτη μορφή, μέχρι την τελική της δημοσίευση το καλοκαίρι του 2016 από την ομάδα της Μικρής Άρκτου, σε ένα άρτιο, τυποτεχνικά βιβλίο. Ο πίνακας του Ανδρέα Γεωργιάδη στο εξώφυλλο είναι του 2013 αλλά παραπέμπει σε γκραβούρες του παρελθόντος. Ταιριάζει αυτό απόλυτα στα περιεχόμενα της συλλογής, καθώς τα 38 ποιήματα εδώ επιτυγχάνουν μια ενδιαφέρουσα εξουδετέρωση του λογοτεχνικού χρόνου – θα μπορούσαν, τα περισσότερα, να είχαν γραφτεί οποιαδήποτε στιγμή από το 1960 ως τώρα. Η γλώσσα είναι καθημερινή αλλά σίγουρα όχι απλή· ο σχετικά σύντομος στίχος μπορεί να είναι ελεύθερος αλλά δεσμεύεται παντού με ρυθμό, παραλληλισμούς, ομοηχίες· λιγότερο εμφανή στοιχεία της τέχνης του λόγου συμπίπτουν με μια αυστηρότητα: πρόκειται για ποίηση που δεν πλατειάζει και οι παύσεις σχεδόν πάντα πέφτουν στα σωστά σημεία και εννοούν πράγματα ανάμεσά τους. Ποιήματα όπως τα «Ροδοδάφνης 8» και «Χωρίς να Φαίνεται» ορίζονται από ζηλευτή οικονομία, θυμίζοντας Καβάφη φιλτραρισμένο μέσα από τρόπους του Αναγνωστάκη. Προκύπτουν συχνά, έτσι, αφορισμοί, στίχοι παροιμιακής δύναμης: «το φίδι που με κορόιδεψε / ήτανε δρόμος» («Διωγμός»).

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

Αλμανάκ Ποιείν: Τα σταλθέντα ποιητικά βιβλία του 2016 (γράφει ο Δημήτριος Μουζάκης)

Χρονιάρες μέρες βρίσκομαι, όπως και οι περισσότεροι Έλληνες, σε οικογειακά και φιλικά σπίτια, όπου, βέβαια, απαραίτητη γαρ της γιορτινής ατμόσφαιρας, παίζει μουσική. Τι μουσική, όμως; Βέρτηδες, Οικονομόπουλοι, Γονίδηδες και λοιποί ξυρίζουν συχνά τα αυτιά μου, μιας και η δημοφιλής μουσική του τόπου μας είναι αυτή. Όταν έχω διάθεση, ρωτώ τους γύρω μου αν, στʼ αλήθεια, τους αρέσει αυτό που ακούν, αν γελούν, αν κλαίνε, αν νιώθουν μʼ αυτό. Μου απαντούν καταφατικά και ενοχλούνται, ωσάν μια υφέρπουσα υπεροψία στο μεδούλι της ερώτησής μου να τους θίγει.

Δε θέλω, όμως, να τους θίξω. Ρωτώ με γνήσια απορία, γιατί αδυνατώ να καταλάβω πώς αυτή η κατʼ εμέ ηχορρύπανση μπορεί να τους συγκινεί. Δεν έχω, όμως, λόγο να αμφισβητήσω την ειλικρίνειά τους. Τους συγκινεί, πάει και τέλειωσε.

Το πώς φθάνει κανείς στη συγκίνηση με όλη της τη νευροφυσιολογία (τις υπερωρίες των ορθωτήρων των τριχών μυών, την άνοδο της θερμοκρασίας, την υπερχείλιση των δακρύων) είναι ένα ζήτημα πολύπλοκο, του οποίου μόνο την επιφάνεια μπορούμε εδώ να ερεθίσουμε. Και τούτο θα αποπειραθούμε.

Κατʼ αρχάς υπάρχει ένα ζήτημα κατασκευαστικό. Αρέσκομαι να υπενθυμίζω κατʼ επανάληψη στους μαθητές και τους φοιτητές μου ότι οι περισσότερες ιδιότητες, στα διάφορά τους επίπεδα (η επιθετικότητα, η ευφυΐα, η γλωσσική ικανότητα, η ροπή προς τον αθλητισμό, το ύψος, το βάρος), προκύπτουν ως προϊόντα συνεργασίας του γονοτύπου με το περιβάλλον. Για τους σκοπούς της παραγράφου αυτής ας αφήσουμε το περιβάλλον κατά μέρος και ας ασχοληθούμε με το γονότυπο. Μπορεί η γονιδιακή ιδιοσυστασία να σχετίζεται με το γούστο (το μουσικό, το εικαστικό, το λογοτεχνικό) και την προσωπική χροιά της εκδηλούμενης αισθητικής αντίληψης; Δίχως να έχουν προσδιοριστεί γονίδια του κυβισμού ή του υπερρεαλισμού, απαντώ με σχετική βεβαιότητα: οπωσδήποτε! Το γονιδίωμα είναι ο μοριακός σκληρός δίσκος που φέρει τις πληροφορίες για όλα τα χαρακτηριστικά του οργανισμού. Τα νευρωνικά κυκλώματα που αποκρίνονται στην τέχνη «χτίζονται» στη βάση των οδηγιών του γονιδιώματος. Είναι, λοιπόν, δυνατό ο γονότυπος να μην έχει σχέση με την αισθητική μας αντίληψη όπως αυτή τελικώς εκδηλώνεται; Νομίζω πως όχι.

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

Αλμανάκ Ποιείν: Οι 4+1 ποιητικές συλλογές του 2016 (γράφει ο Σωτήρης Παστάκας)

1. Γιώργος Χριστοδουλίδης, Πληγείσες Περιοχές/Γυμνές Ιστορίες, εκδόσεις Μελάνι, 2016

Να αναγνωρίζουμε τα δυνατά και τʼ αδύνατα σημεία του εαυτού μας, αποτελεί για τους περισσότερους τον ορισμό της “αυτογνωσίας”. Η αυτογνωσία είναι το ζητούμενο σε κάθε ψυχοθεραπευτική πρακτική, επομένως και του ποιητικού υποκειμένου. Πάμπολλοι ποιητές στις μέρες μας αγνοούν παντελώς από ποια θέση εκφέρουν το λόγο και σε ποιόν απευθύνονται, κι αυτό αυτομάτως τους υποβιβάζει στην συμπαθητική τάξη των ανοήτων. Η αυτογνωσία, φυσικά “δεν εξασφαλίζει από μόνη της υψηλό ποιητικό αποτέλεσμα”, για να παραφράσουμε τα λόγια του Παναγιώτη Νικολαΐδη εδώ στο “ποιείν” για τον Γιώργο Χριστοδουλίδη (Μόσχα, 1968), “αλλά πραγματώνεται επιτυχώς σε αισθητικά λειτουργική ποίηση πρωτίστως χάριν της ισχυρής, δύναμης του στίχου”. Και συνεχίζει για την έκτη ποιητική συλλογή του Γ. Χριστοδουλίδη “η δύναμη του στίχου του οφείλεται πρωτίστως στον επιτυχή, τις περισσότερες φορές, ποιητικά συγκερασμό μιας συγκρατημένης συγκίνησης με ένα διανοητικό-στοχαστικό στοιχείο, προϊόν ανήσυχου προβληματισμού και άγρυπνης σκέψης. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο ποιητικός ρεαλισμός του Χριστοδουλίδη, αποδεικνύεται στις καλύτερές του στιγμές σε εξαιρετικό όπλο της γραφής, καθώς τον προφυλάσσει από τις παγίδες του ποιητικού ναρκισσισμού, ενώ παράλληλα του επιτρέπει να ψηλαφεί τραγικά βιώματα με την έσχατη λεκτική απλότητα. Με αυτό τον τρόπο, τα ιδιωτικά βιώματα του ποιητή δεν παραμένουν ασφυκτικά κλειστά στον χώρο των φευγαλέων εντυπώσεων του καθημερινού βίου, αλλά ανοίγονται προς μια βαθύτερη υπαρξιακή και πολιτισμική νοηματοδότηση”:

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΠΟΥ ΤΙΣ ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΕΙΣ
ΠΟΛΥ ΑΡΓΟΤΕΡΑ

Τα μεσημέρια στον χώρο στάθμευσης της πολυκατοικίας
μας κυνηγούσε ένας ξαναμμένος αστυνομικός
με σορτσάκι
και ο περιβολάρης.
Ο πρώτος σκυλόβριζε που παίζαμε μπάλα
και του χαλούσαμε τον ύπνο
έπαιρνε μια ξύλινη βέργα και κατέβαινε
να μας σπάσει στο ξύλο.
Ο δεύτερος ουρλιάζοντας ακατανόητα
ένα αγρίμι
νόμιζε ότι θα μας τσακώσει
την ώρα που του κόβαμε τα μέσπιλα απʼ τα δέντρα.
Όμως εμείς ήμασταν πιο ξαναμμένοι από αυτούς.
Και πιο σβέλτοι.
Μου πήρε πάντως χρόνια
να υποψιαστώ
ότι ίσως πιο πολύ από μας
μισούσανε το γέλιο μας
κι ότι
η εξουσία και η ιδιοκτησία
δεν αγαπάνε τα παιδιά.

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

«Η ωδή του αλεξικέραυνου κατακεραυνωμένου ανθρώπου» Αντίδωρο στον, «Ύποπτο Φυγής», ποιητή Σωτήρη Παστάκα (γράφει ο Κώστας Ρεούσης)

Οι ποιητές (από αριστερά) Μιχάλης Πιερής, Σωτήρης Παστάκας και Κώστας Ρεούσης, στις 17 Οκτωβρίου 2016, στο φουαγιέ του θεάτρου «ένα» στην παλιά Λευκωσία, κατά τη διάρκεια της ποιητικής βραδιάς που οργάνωσε το Τμήμα Βυζαντινών & Νεοελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κύπρου για την ποίηση του Σωτήρη Παστάκα, 20:40… ακριβώς & ακριβοί, φωτογραφία Χάρης Παναγιώτου

«Η ωδή του αλεξικέραυνου κατακεραυνωμένου ανθρώπου»
Αντίδωρο στον, «Ύποπτο Φυγής», ποιητή Σωτήρη Παστάκα

Κυρίες & κύριοι καλησπέρα σας,

Μετά φόβου ποιητών και ποιητικού δαιμονίου προσέρχομαι,ή και μετέρχομαι, να σας μιλήσω για και με τον κύριο Σωτήρη Παστάκα. Κι ο φόβος είναι αγάπη και η αγάπη φόβος, τόσο για το μέγεθος κι εκτόπισμα των κυρίων με τους οποίους παρακάθομαι, μάλλον παραστέκομαι, απόψε μπροστά σας (Μιχάλης Πιερής-Σωτήρης Παστάκας) όσο και για τη μυστική επίκληση τουλορκικούντουέντε που προσδοκώ να με κατακλύσει.Δεν σκοπεύω νʼ αναφερθώ, ωσάν ανέραστος μιζεραμπιλιστής φιλόλογος, στη βιοεργογραφία τού ποιητή, ψυχίατρου, μεταφραστή, δοκιμιογράφου, πότη, καπνιστή, εραστή και πολλά άλλα, Σωτήρη Παστάκα. Ούτε και στην ανοιχτοσύνη του και εγκάρδια προσφορά κι αρωγή του αναφορικά με τους ποιητές/ποιήτριες της 13ηςτούτης «βραχονησίδας», με τʼ όνομαΑλάσια ή Κύπρος. Σίγουρα, όμως, πρέπει νʼ αναφέρω πως τη γνωριμία μου μαζί του την οφείλω στον κύριο Γιώργο Μύαρη.Κοντεύουν ακριβώς 9 χρόνια από τότε, κι ακόμη συγκεκριμένα, 6 χρόνια, στις 21 Οκτωβρίου του 2010 στις πέντε η ώρα το απόγευμα, που τον πρωτοαντίκρισα να με πλησιάζει περπατώντας τη στοά Παπαδοπούλου, στην πλατεία Φανερωμένης της παλιάς Λευκωσίας, μια και πάλι ο κύριος Μύαρης είχε φροντίσει να ορίσει ένα ραντεβού, στο καφενείο του ΣύμηΣουκιούρογλου, «Καλά Καθούμενα». Έκτοτε… αφήστε τα να πάνε. Κι αν, ουκ ολίγες φορές, συγκρουσιακά, συνήθως ή πάντα, απʼ τη μεριά μου («ταραγμένος από έμβρυο», έχει στιχοϋφάνει ο ομιλών στην τελευταία ποιητική συλλογή του), πιστέψτε με, πηγαίνουν κι εξακολουθητικά θα πορεύονται μέσα στα χρόνια τʼ άχρονα που μας απομένουν και μας μέλλονται, καθώς αναλογίζομαι εκείνο τʼ αληθές ή θέσφατο που χάραξε ο Νίκος Καρούζος: «Μάταιος ο κόσμος, αλλά πέρασμα.».

Διαβάστε περισσότερα