“Παραχάραξη” του οικείου 

 

Στην εποχή της ταχύτητας, του αποσπάσματος της εικόνας και του λεκτικού εφέ, ο Δήμος Χλωπτσιούδης έρχεται με την Παραχάραξη (εκδ. Μανδραγόρας, 2025) να απαιτήσει από τον αναγνώστη κάτι παλιό και ίσως ξεχασμένο: ματιά διαρκείας στη σιωπή της κραυγής, στην κραυγή της σιωπής. Και την απαιτεί ως αίτημα ριζικά πολιτικό, αφού αναπλάθει μια πρόσληψη όχι περιληπτική/συνοπτική, αλλά λεπτομερή και ενδελεχή σε λόγο και συναίσθημα, έτσι ώστε το οικείο να ανασυσταθεί και να επανακτηθεί με πτυχές που ίσως έχουν ροκανιστεί στον αδηφάγο χρόνο και στην ευκολία της πρόσληψης ακόμη και των σημαντικών έως τραγικών του βίου μας.

«Παραχάραξη», λοιπόν, γιατί η αισθητική πρόταση του Χλωπτσιούδη παραβιάζει τα γνωστά και τα οικεία: τις φόρμες, τις γραμμές, τα όρια της σύγχρονης ελευθερόστιχης ποίησης. Αντιτάσσει ασύνδετα σχήματα και μακροπερίοδες εκφράσεις ή ελλειπτικές προτάσεις και μικροπερίοδο λόγο να εναλλάσσονται στις πέντε εκτενείς συνθέσεις της συλλογής. Δεν πρόκειται απλώς για έναν φορμαλιστικό πειραματισμό· είναι μια ποιητική παραχάραξη της αισθητικής του εξουσιαστικού λόγου, εκείνου που επιβάλλει ρυθμούς, όρια, κανονικότητες. Και αν η αισθητική είναι ιδεολογία, ένας ιδιότυπος τρόπος, μια ιδιαίτερη τάση και στάση να νοηματοδοτείς τον κόσμο, τότε το ποιητικό βλέμμα του Χλωπτσιούδη επιχειρεί και επιτυγχάνει ρωγμές στην οικεία ποιητική αναγνωστική εμπειρία του κοινωνικού, μεταβαλλόμενου χώρου.

Ουσιαστικά σε πρώτη ματιά το νέο ύφος θυμίζει το σοκ του Benjamin, καθώς η Παραχάραξη στρέφεται εναντίον της συνηθισμένης παραγωγής νοήματος και πρόσληψης της ποίησης. Η ίδια η στροφή του σε εκτεταμένες ποιητικές συνθέσεις, συγκρούεται με την αποσπασματικότητα της σύγχρονης αστικής και την ασυνέχεια των αισθητικών παρεμβάσεων της μαζικής κουλτούρας.

Εντούτοις η ποίησή του διατηρεί την τρυφερότητα με την οποία μας έχει συνηθίσει σε προηγούμενες ποιητικές του συλλογές. Ο Χλωπτσιούδης μπορεί να κάνει ποιητική “ανταρσία” με λόγο δυναμικό και τρυφερό ταυτόχρονα, καθώς ενσωματώνει στους στίχους του θραύσματα της Ιστορίας και της πολιτικής εμπειρίας, δίνοντάς τους νέα ποιητική όψη και πνοή.

«ω, πολίτες φοβισμένοι εσείς/Μυκηναίοι ταξιδευτές και Δωριείς κατακτητές, Ρωμαίοι κοσμοβασιλείς /τη θάλασσα τη δική σας μην παραδώσετε στου Θανάτου τα χέρια. /κατατρεγμένοι Μικρασιάτες, σφαγμένοι Πόντιοι, ταξιδευτές Βλάχοι, Κρητικοί και Κύπριοι που της προσφυγιάς τα δράματα κατέχετε,/ στα πόδια σας προσπέφτουμε,/ αγγίζουμε το γόνα το φιλεύσπλαχνο της σωτηρίας…»

Οι συνθέσεις της συλλογής κινούνται στο πεδίο της υπαρξιακής αγωνίας. Στίχοι που αφουγκράζονται το άγχος για τον άνθρωπο και τη φθαρτότητά του, τον τρόμο του τέλους. Μαζί τους υψώνονται ελεγείες, μνημόσυνα για τις σκιές της Μεσογείου και του Αιγαίου, για τις χαμένες ψυχές στα Τέμπη και στην Πύλο. Ποιήματα όπου το πένθος γίνεται ίδιος ο ρυθμός τους. Παρών είναι πάντα και ο παλμός της κοινωνικής αγωνίας, μια σταθερή θεματολογία που υπηρετεί ο Χλωπτσιούδης, αλλά και η στροφή προς την ίδια την ποίηση, που κοιτάζει τον εαυτό της μέσα από τον καθρέφτη της αυτοαναφορικότητας. Ο στίχος του αναπτύσσεται σε συνομιλία με όλα τα πειραματικά στοιχεία, γλωσσικά και υφολογικά (απεύθυνση, διαλογικότητα και σκηνικότητα), ειδολογικά και γενετικά (πειραματισμοί με σκηνική ποίηση, spoken word και στοιχεία performance με έναν ιδιαίτερά λυρικό και μεταφορικό λόγο) σε μια ανοιχτή δοκιμή μορφών.

Μέσα σε αυτόν τον πειραματισμό ανθίζουν και οι διακειμενικές αντηχήσεις. Όχι σαν απλές επιρροές, αλλά σαν σκόπιμος διάλογος με φωνές που προηγήθηκαν. Απόηχοι του Ευριπίδη και του Αισχύλου («Ικέτιδες») συναντιούνται με τον οίστρο του φουτουριστικού και του υπερρεαλιστικού μανιφέστου, εκεί όπου ο λόγος γίνεται σκηνή, όπως στην «Κόκκινη γραμμή» και το «Μανιφέστο». Εκεί, η διακήρυξη και η ποιητική έκφραση συμπορεύονται, γεννώντας εικόνες, μεταφορές, αλληγορίες, σαν να υφαίνουν μαζί το ίδιο νήμα.

Ο Χλωπτσιούδης παραχαράσσει ακόμη και τον ίδιο του τον εαυτό. Ορισμένα από τα ποιήματα της συλλογής τα είχα ήδη συναντήσει στον ηλεκτρονικό «Μανδραγόρα». Κι όμως, στην ολοκληρωμένη έκδοση εμφανίζονται και «αποκαλύπτονται» διαφορετικά: Η εκφορά, οι λέξεις, η δομή των νοημάτων έχουν δεχτεί σημαντικές αλλαγές. Στην προετοιμασία του υλικού για τη συλλογή, ο ποιητής ξαναδούλεψε τα κείμενά του, άλλαξε τίτλους, απέκλεισε κάποια ποιήματα, ενώ άλλα τα προσάρμοσε στο ενιαίο πνεύμα του βιβλίου. Έτσι, οι «Ιρανές» βρήκαν τη θέση τους μέσα στις «Ικέτιδες», ενώ η «Δοξασία της παπαρούνας» και η «Βιοπολιτική του χρόνου» μεταμορφώθηκαν, εμπλουτίστηκαν με νέες εικόνες. Αυτή η πρακτική παραπέμπει άμεσα στην τακτική του Νίκου-Αλέξη Ασλάνογλου και της Χαράς Χρηστάρα, δύο ποιητών που ο Χλωπτσιούδης έχει μελετήσει ενδελεχώς.

Η συνεχής επεξεργασία και επαναδιατύπωση των ποιημάτων από τον Χλωπτσιούδη δεν είναι μια απλή τεχνική επιλογή, αλλά μια συνειδητή δήλωση: το ποίημα δεν οριστικοποιείται ποτέ∙ όπως θυμίζει ο Valéry, δεν ολοκληρώνεται, απλώς εγκαταλείπεται. Έτσι, η ποίηση του Χλωπτσιούδη παραμένει ένα ζωντανό σώμα, που ανασυστήνεται κάθε φορά στον αναγνώστη, διατηρώντας αμείωτη τη δυναμική της ανοιχτότητας.

Σε κάθε σύνθεση της συλλογής εμφανείς είναι οι πληγές της επικαιρότητας, τα γεγονότα που μας σημάδεψαν, οι κοινοί μας φόβοι και αγωνίες. Ο Χλωπτσιούδης, όμως, δεν μένει στην παρατήρηση και καταγραφή. Δεν ενεργεί ως ποιητής-ανταποκριτής. Παραλαμβάνει το εφήμερο και το αποστάζει σε ουσία που αφορά τον άνθρωπο στην καθολικότητά του, πέρα από όρια, φυλές και χρώματα. Οι στίχοι του γίνονται γέφυρα ανάμεσα στα τραγικά γεγονότα από τη μια και στις μεγάλες σταθερές της ανθρώπινης μοίρας, όπως η φθορά, ο θάνατος, η διάλυση όχι μόνο του ατόμου αλλά και των κοινωνιών. Μέσα από τα ναυάγια του Αιγαίου και τα συντρίμμια της Μεσογείου, ο αναγνώστης δεν βλέπει μόνο το δράμα των προσφύγων. Αναγνωρίζει και την πανανθρώπινη συνθήκη της απώλειας και της αβεβαιότητας. Ποίηση, λοιπόν, με οικουμενικότητα, στοιχείο το οποίο μπορεί κανείς να διακρίνει και στις προηγούμενες συλλογές του, στο Ακατάλληλο ή το Laissez passer. Στην Παραχάραξη, όμως, η οικουμενικότητα υπερβαίνει τον καθρέφτη της εποχής μας και προσκαλεί τους αναγνώστες να προσεγγίσουν το ανθρώπινο βίωμα πέρα από τα σύνορα που υψώνουν οι πολιτικές και οι ιδεολογίες.

«πνεύμα επιβίωσης με οδηγεί σε δρόμους δίχως σύνορα…»

«όποιος τον θρήνο μου ακούει, ας ακούσει και την ικεσία μας. Δεν τραγουδούν μόνο άνθρωποι της γης μου, αλλά από μέρη πολλά κι άνυδρα.»

Στη Παραχάραξη του Δήμου Χλωπτσιούδη το οικείο ξαναγεννιέται σαν ένα παλιό σπίτι που ανοίγει εκ νέου τα παράθυρά του στον ήλιο αλλά και στον άνεμο της εποχής του. Η Παραχάραξη εντέλει αποδεικνύει πως η ποίηση δεν τελειώνει. Ανασυντάσσεται, αναδιαμορφώνεται, αντιστέκεται σαν ζωντανός οργανισμός και πλαταίνει την αίσθηση και την ενσυναίσθησή μας για τον κόσμο και το αιώνιο.