Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Διαρκής Ανθολογία Ελληνικής Ποίησης “Ποιείν”

Διαρκής Ανθολογία Ελληνικής Ποίησης “Ποιείν”

Διαρκής Ανθολογία Ελληνικής Ποίησης "Ποιείν"

Θοδόσης Πιερίδης, Ποιήματα (Ανθολόγηση-επίμετρο:Γιώργος Μύαρης)

ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ 1956
ΙΧ [αποσπ.]

Άσε πλέον φωνή μου τον ανέμελο στίχο
το μεθύσι σου δέσε και τη φλόγα σου κράτα.
Σφίξε τώρα, ζευγάρια, την ηχώ με τον ήχο
στρώσε στέρεο το βήμα, στράταν ίσια περπάτα.
Μεγαλόφωνος ύμνος στο φαρί του ας σε πάρει
που ζητά δεξιοσύνη και καλό χαλινάρι.
(….)
Λογαριάσατε λάθος με το νου σας, έμποροι,
δε μετριέται πατρίδα, λευτεριά με τον πήχη!
Κι αν μικρός είν’ ο τόπος, και το θέλει και μπορεί
τον ασήκωτο βράχο να τον φάει με το νύχι.
Τούτη η δίψα δε σβήνει, τούτη η μάχη δεν παύει,
χίλια χρόνια αν περάσουν, δεν πεθαίνουμε σκλάβοι!

Μα κι αν έτσι το θέτε — μας μετρήσατε λάθος
και δεν είδατε πόσο γίνη η Κύπρος μεγάλη.
Στης Ευρώπης τη μέση, στης Ασίας το βάθος
κι ως το Μόσκοβο φτάνει — για μετρείστε μας πάλι!
Δε μετριέται ο λαός μας τώρα πια, και θα φέρει
πριν τα χίλια σας χρόνια, πριν πολύ, το σεφέρι.

Αψηλά τις καρδιές μας! Μέσ’ στης γης μας το χώμα
πιο βαθιά ριζωμένοι — κι ας μανίζουν οι ανέμοι.
Τούτο ακόμα το χρόνο, τούτ’ την άνοιξη ακόμα….
Στον ορίζοντα πέρα κάποιο φως κιόλας τρέμει.
Αψηλά τις καρδιές μας κι αρχίνα να ροδίζει
η αλυσίδα μας πήρε να βογκά και να τρίζει.

Και σεις ξένοι, μακριά μας! Όθεν ήρθατε, πάτε!
Σας χωρά και περσεύει, όσοι αν είστε, η Αγγλία.
Μη βρουχιόστε σα λιόντες, τώρα πια δεν κρατάτε
στα σκληρά σας τ’ αγκρίφια τις πατρίδες, σα λεία.
Στης Μεσόγειος τι θέτε τη γλυκιά γαλανάδα;
Εμείς είμαστε Κύπρος, εμείς είμαστε Ελλάδα!

Και σεις που ʼρθατε τώρα να ζητείστε μοιράσι
πριν το ξόδι μας γίνει να χερώσετε κλήρο….
Σφαλερό το μαντάτο που σας έχει εδώ μάσει
κι ως αγιούπες πετάτε στο κορμί μας τριγύρω,
Όθεν ήρθατε πάτε, φοβεροί Αμερικάνοι
η πατρίδα σας είναι κάπου άλλου — και σας φτάνει!

Εδώ πέρα είναι Κύπρος, εδώ πέρα είν’ Ελλάδα
και σκουτάρι ομπροστά τους όλοι οι λεύτεροι τόποι.
Στον καινούργιο το χάρτη για κοιτάξετε απλάδα:
Να. η μεγάλη Ρουσία, να η Ασία, η Ευρώπη!
Δε μετριέται ο λαός μας τώρα πια, δε μετριέται!
Και σεις νείρεστε ακόμα; Και σεις σκλάβους μάς θέτε;
Ιούλης 1954 – Ιούλης 1956

Διαβάστε περισσότερα
Διαρκής Ανθολογία Ελληνικής Ποίησης "Ποιείν"

Γιάννης Δάλλας, Ανατομία (1971)

σε συνεργασία με το ιστολόγιο “κενός τίτλος”

1

Καιρός να παραδώσω την κατάθεση μου

Όπως όταν ακούγεται από μακριά βροντή ή πυροβολισμός εφόδου
και διαλύεται η παρέλαση σαν φίδι με φολιδωτήν ουρά στο ρίγος
του μεσημεριού
άδειασε τότε η πολιτεία κʼ έμεινε η κεντρική πλατεία με τα
δέντρα της δεκατισμένα
με τις σημαίες πατημένες τις κραυγές της στον αγέρα
ασπρόρουχα του πανικού
κʼ έγινε η νύχτα ποταμός απʼ όπου στης αυγής τα ξέφτια
αναδυόμενα
τα τανκς με βήματα βαριά τεντώνοντας την προβοσκίδα τους

Σαν ιπποπόταμος της λεωφόρου

5

Γύρισε το κλειδί και καθηλώθηκε στο φως του διαδρόμου Δεν έλπιζε να βρει το σπίτι του σε τέτοια παραμόρφωση Δεν αναγνώριζε τα πρόσωπα που αγάπησε καθώς η φωτεινή λωρίδα του ʽδειχνε κάθετα δάχτυλα σʼ όλα τα χείλη Ίσως και να ξεχώρισε το βλέμμα τους που καταβρόχθιζε την ύλη του αστυνομικού δελτίου Κάποιος αποχωρούσε αθόρυβα και την αναμηρύκαζε σε μια στροφή του διαδρόμου Καθένας με μιαν είδηση στο χέρι του έφευγε σαν τον εφημεριδοπώλη που τον είδε χθες το βράδυ να βουλιάζει μες τα παραρτήματα Προχώρησε κι αντίκρισε τα κάδρα του ως την οροφή αλλοιωμένα Είδε το φως νʼ ανάβει πυρκαγιές τη θάλασσα να χύνεται στο πάτωμα δρόμους να γίνονται αδιέξοδα Και στα τελάρα πρόσωπα που αγάπησε κι αργότερα με υπομονή πολλή συνήθισε Είναι κι αυτή μια παρωδία σκέφτηκε και γύρισε τον διακόπτη του ραδιοφώνου Μα η φωτεινή εκπομπή δεν έσβησε σαν να ʽπαθε εμπλοκή ο καθημερινός του χρόνος Κʼ έμεινε ο μόνος αναλλοίωτος μες στις ειδήσεις του Μεσονυκτίου

Διαβάστε περισσότερα
Διαρκής Ανθολογία Ελληνικής Ποίησης "Ποιείν"

Ελένη Βακαλό, η Έννοια των Τυφλών (1962)

σε συνεργασία με το ιστολόγιο “κενός τίτλος”

Τις πρώτες ώρες που περνάνε
στο ποίημα οι τυφλοί

– Απʼ το ημερολόγιο του ποιήματος –
Με τοποθετούνε σʼ ένα δωμάτιο
Τʼ ακούω από τον όγκο της σιωπής πως δεν είναι ακόμα η απέραντη νύχτα
Όταν θα βγω από την πόρτα του σπιτιού χωρίς κανείς αυτό το βήμα μου
να το προλάβει
Κάποτε θα βρω ορθάνοιχτη την πόρτα του σπιτιού, θα βρω που
είναι, όπως σύρριζα στον τοίχο αγγίζοντας ένα-ένα τα πράγματα
κι αλλοιώνοντας τις διαστάσεις τους τα γνωρίζω
Περισσότερο υποθέτω πριν έρθει σα ρολόι σημαίνοντας
τʼ όνομα τους συμπληρωμένο
– το πουλί έχει μείνει σα σχήμα κι εγγράφεται στην ύλη τους, στο σίδερο
ή στο ξύλο –
υποθέτω πως θα ʽναι τʼ άνοιγμα για την έξοδο ίσως αυτή τη φορά
κάπου κοντά μου

Ο φόβος ή ό,τι είχα μάθει να λέγεται υπερηφάνεια μʼ απελπισία
καλεί τʼ άδειο πουλί που τότε έρχεται σαν ησυχάσω;

Θα φύγει πρώτο
και στη νύχτα όταν βρεθεί απλωμένο, θα πάρει σάρκα στις φτερούγες του,
τα φτερά θα είναι μέσα της ριζωμένα, στο στήθος του θα είναι το πιο ζεστό βάρος,
κι ο λαιμός του τεντωμένος σχηματίζοντας εκείνες τις δυο αληθινές
τραβηγμένες πετσέτες
ταξιδεύοντας πάλι με τη φωνή των άλλων πουλιών, του γρήγορου
αίματος θα γεμίζει στην πλημμύρα της νύχτας

Διαβάστε περισσότερα
Διαρκής Ανθολογία Ελληνικής Ποίησης "Ποιείν"

Νίκος Καρούζος, η Έλαφος των Άστρων (1962)

σε συνεργασία με το ιστολόγιο “κενός τίτλος”

Νεότερος

Ό,τι δείχνω είναι η ουράνια πηγή
με τον έρωτα
με τα στήθη
ό,τι δείχνω είναι η ουράνια επιστροφή
με γυμνά δάκρυα
με πόνο θησαυρισμένο βλέμμα
ο ποιητής είναι μια νύχτα στη θάλασσα.
Θεέ μου σε κυνηγώ
όπως παιδί τις πεταλούδες.
Θεέ μου σε κυνηγώ
όπως παιδί τους συνομηλίκους μου
στο δειλινό παιχνίδι.
Αισθάνομαι μόνος
αφού δεν έχει δεύτερη ζωή νʼ αλλάξουμε
και το φεγγάρι ταξιδεύει πάντα ίδιο.
Σύντροφε ουρανέ
άλλοτε η ελπίδα φεγγοβολούσε στα χέρια
κοιτάζω το σώμα βρίσκω τʼ όνειρο
πάει κι η αγάπη
χάνεται
σαν το νερό στην πέτρα.
Τι είναι πια ένα δέντρο τι είναι τʼ ασημένια φύλλα;
Μες στην ορμή της ερημιάς γινόμαστε διάφανοι.

Διαβάστε περισσότερα
Διαρκής Ανθολογία Ελληνικής Ποίησης "Ποιείν"

Φαίδρα Ζαμπαθά-Παγουλάτου, Ποιήματα (επιλογή-επίμετρο: Γιάννης Βούλτος)

Γιʼ ἀπόψε μόνο

Γιʼ ἀπόψε μοῦ φτάνει
Νά κοιτάζω
Τά παιδικά μου βιβλία
Μοῦ φτάνει
Νά νιώθω τό βλέμμα σου
Νά σκεπάζει
Τά μάτια μου
Γιʼ ἀπόψε μοῦ φτάνει
Τό κουρασμένο τρέμισμα
Τῆς λάμπας
Φοβᾶμαι τόσο τή νύχτα
Εἶναι σάν νά πεθαίνει
Ὁ ἥλιος.

Τʼ ανοιχτά παράθυρα, Μαυρίδης, 1963

Ψάχνω

Ψάχνω μέρες, χρόνια ὁλόκληρα
Ψάχνω γιά τήν κατάλληλη λέξη
Ψάχνω
Μόνο ἕνα λουλούδι βρῆκα
Ἕνα λουλούδι κίτρινο
Ντυμένο μέ ἥλιο
Καί μιά μπόλια μαύρη
Νά κρύβει τό θάνατο.

Πριν το τέλος, Μαυρίδης, 1966

Διαβάστε περισσότερα