Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αφίξεις

Αφίξεις

Αφίξεις

Πόλυ Μαμακάκη, εν(d)ος, εκδ. Γαβριηλίδη, 2012

ΕΡΩΤΙΚΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ

Τη ρώτησε αν ξεπερνούν τον αριθμό της ρουλέτας
Ήταν αυτή μια αγωνία να συγκριθεί
Ή να ξαπλώσει από πάνω με ασφάλεια
(Σκήπτρα δεν θα διεκδικούσε)
Του είπε πως είχε μια λίστα κουκίδες και κάποιες ουλές
Οδηγώντας την μπάλα αντί όχημα
Εκεί που δεν ήξερε μʼ αψεγάδιαστα γόνατα να φτάσει

Ακατανόητο· πάμε πάλι, λέει εκείνος:
Τη ρώτησε αν ξεπερνούν τον αριθμό της ρουλέτας
Ήταν αυτή μια αγωνία να συγκριθεί;
Να ξαπλώσει από πάνω με ασφάλεια;
Όχι βέβαια!
(Δεν ήταν και κανένας παίκτης ανασφαλής ο ίδιος!
Ούτε κι εκείνη ανυποψίαστο θύμα του)

Δεν ξέρω τι λέτε εσείς!
Εγώ ρίχτηκα όλη στον έρωτα και βγήκα μόνη
Με γόνατα παιδιού σκισμένα, λέει εκείνη

Έτσι! Στα γόνατα θα σέρνεσαι και θα ματώνεις, λέει εκείνος

Όχι! Αυτό που γράφω εγώ είναι πως
Αναμφισβήτητα υπάρχει άλλος τρόπος
Για να φτάσω, λέει εκείνη, απλώς δεν
Πήρα όχημα αλλά ένα παιχνίδι στα χέρια

(Όμως άλλες οι νίκες που παίζουμε
Κι άλλες εκείνες που ζούμε).

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις

Θάνος Κανδύλας, «στόν αἰώνα ἤ ὡραία σάν θάνατος μητέρα», Γαβριηλίδης, 2013

ἀπόσπασμα 1

– Ἐδῶ πού ἦλθες δέ θά βγεῖς
Φόβο μέ λένε, κι ὅσοι
Παλέψανε μʼ ἐμένα
Μές στό σκοτάδι πᾶνʼ χαμένοι.
Κι ἄλλοι πού ξεφύγανε
(Νομίζανε ὅτι εἴχανε ξεφύγει)
Σέ σκλαβιές πού ʼχει ἡ ζωή
Ξεπέσανε καί πᾶνε:

Ἡ πρώτη πίστη ὀνομάζεται
Τή δεύτερη, ἐλπίδα τήνε λένε
Τῆς Σφίγγας ἄρρητο μυστικό καί
Αἴνιγμα, ἡ τρίτη παραμένει.

Ἄν μέ νικήσεις, τίποτα ἄλλο
Στόν κόσμο αὐτόν δέ θά γυρέψεις.
Ὅλα σοῦ δίνονται μέ μιᾶς
Στόν ἄφοβο ὅλα ὑπακούουν
Καί ζῶα καί πουλιά,
Τυφλή ὑποταγή: ἀγρίμια
Ἄνθρωποι, φυτά
Ὅλη ἡ γῆ προσκυνημένη.

Στά λεξικά μέ ἀναφέρουνε
Γιό τῆς Ἀφροδίτης καί τοῦ Ἄρη
(Ποιός ξέρει ἀπʼ τά θεϊκά;
Ἀνθρώπων ποταπές ἐπινοήσεις)
Λοιπόν, θά ʼρθεις νά μέ νικήσεις;

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις, Νέοι Ποιητές

Χάρης Ψαρράς, «Τα όντως όντα», εκδ. Κέδρος, 2012

 

Κακοκαιρία την ημέρα της Κρίσεως

Μια κι έξω θα σβηστούν οι φωταψίες
την ώρα που η ψυχή θα αντανακλάται
σ’ ένα μπουμπουνητό βραχύ, μα οξυμμένο
σαν το αδέκαστο κριτήριο
των ανύπαρκτων και γι’ αυτό μισημένων θεών.
Σε τέτοιες ώρες σπαραγμού,
τώρα που διεκδικεί η ματαιότης την πρωτιά
το νήμα κόβοντας του χρόνου με ευκολία,
μοιάζει των εκλιπόντων η ψυχή
κουφέτο ασημοκέντητο στης νύχτας την παλάμη.
Και η Δευτέρα Παρουσία
μια τσαγκαροδευτέρα όπου ο καθείς
τις οφειλές του τις αμύθητες
με πίκρα αυγατίζει, προτού
τον πασπαλίσει η γαλήνη με θνητότητα.
Κι ως γύρω από τα οστά τα σαραβαλιασμένα
της ανέλπιστης μαίνεται καταιγίδας ο ζήλος,
από την τελευταία κατοικία τους σηκώνονται οι νεκροί.
Αναρωτιούνται
αν το μπουμπουνητό του τρίτου στίχου ήτανε
απόδειξη για τη στερνή μετά θάνατον Κρίση
ή ένα καπρίτσιο του ποιητή, καθώς ανταγωνίζεται
του κεραυνού και της βροντής τους κραταιούς θορύβους
με τη δεινότητα της γλώσσας του που αρκείται
στου είναι της τη μεταφορική χρήση.

 

 

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις

Ζαχαρίας Στουφής, «Ονειροπληξία»-τριλογία, εκδ. Φαρφουλάς 2012

 

Από την ΟΝΕΙΡΟΠΛΗΞΙΑ

Από χώμα και νερό
είναι το σώμα.
Από όνειρο και θάνατο
το πνεύμα

*

Ποιος είναι ονειρόφιλος
στο θάλαμο
και όλη τη νύχτα
παίζει με το σκύλο του;

*

Ποιος γέμισε
το σπίτι μου σταυρούς;
Ποιος κρέμασε
καντήλια στο ταβάνι;

*

Το όνειρο
το κιάλι που ο Θεός,
μας έδωσε να βλέπουμε
το χάος.

*

Αφού το όνειρο
μονάχα εγώ το είδα,
πώς είναι όλοι
ματωμένοι απ΄ τη σφαγή;

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις

Νικόλας Μίχας, «(σ)το τέλος να φοβάσαι», Αιγαίον, 2013

Βύσσινο

Βυσσινί το αίμα μου που έδωσα για εσένα ,
Γλυκιά δωρεά σε πόλεμο πολλών ληπτών.
Ποτίζει τις καρδιές των γυναικών
Μα το μυαλό μονάχα εκείνης.
Το σχήμα αλλάζει των χεριών
Του αγγίγματος η πρόθεση.
Τώρα η νάρκωση έγινε ευθανασία
Και το άγγιγμά σου όπιο,
Στο οποίο μαθαίνω να είμαι ανθεκτικός.
Μα στην ρωγμή της ψυχοσύνθεσής μου
η βλάβη σου βαλτώνει.

*

Η ιστορία των θεριστών

Απληστία ύπαρξης να ψάχνω τον άνθρωπο που με κάνει να μην νιώθω δειλός
ή ειλικρινής ανάγκη επιβίωσης σε αυτήν την διάσταση ;
Από όλους τους θεριστές που πέρασαν από την ζωή μου
Μόνο εσύ –θέλω να πιστεύω- ξέχασες σπέρματα από την φωτιά σου.
Για αυτό και σιγοκαίγομαι σαν φρεσκοβγαλμένος ανθός
που κόβεται από χέρι.

Εσύ τώρα αγιάζεις την ψυχή σου
κι εγώ μυρίζω κεριά αρωματικά που φέρνουν στο δέρμα σου.
Έτσι το θέλησε ο κοινός σκοπός μας: ένας για τους δύο, ένας για τον ίδιο.

Μονάχα την αφετηρία θα στοχεύω πλέον
γιατί το τέρμα της καρδιάς, η λογική ανερμάτιστα τερματίζει.

Φύγε πλεον, είναι δέον, τον εαυτό μου να αγαπήσω.
Κι αν μείνω μόνος, θα ο είμαι μόνος, που δεν θα έχω να σβήσω.

Διαβάστε περισσότερα