ἀπόσπασμα 1
– Ἐδῶ πού ἦλθες δέ θά βγεῖς
Φόβο μέ λένε, κι ὅσοι
Παλέψανε μʼ ἐμένα
Μές στό σκοτάδι πᾶνʼ χαμένοι.
Κι ἄλλοι πού ξεφύγανε
(Νομίζανε ὅτι εἴχανε ξεφύγει)
Σέ σκλαβιές πού ʼχει ἡ ζωή
Ξεπέσανε καί πᾶνε:
Ἡ πρώτη πίστη ὀνομάζεται
Τή δεύτερη, ἐλπίδα τήνε λένε
Τῆς Σφίγγας ἄρρητο μυστικό καί
Αἴνιγμα, ἡ τρίτη παραμένει.
Ἄν μέ νικήσεις, τίποτα ἄλλο
Στόν κόσμο αὐτόν δέ θά γυρέψεις.
Ὅλα σοῦ δίνονται μέ μιᾶς
Στόν ἄφοβο ὅλα ὑπακούουν
Καί ζῶα καί πουλιά,
Τυφλή ὑποταγή: ἀγρίμια
Ἄνθρωποι, φυτά
Ὅλη ἡ γῆ προσκυνημένη.
Στά λεξικά μέ ἀναφέρουνε
Γιό τῆς Ἀφροδίτης καί τοῦ Ἄρη
(Ποιός ξέρει ἀπʼ τά θεϊκά;
Ἀνθρώπων ποταπές ἐπινοήσεις)
Λοιπόν, θά ʼρθεις νά μέ νικήσεις;
ἀπόσπασμα 2
Δέν εἶσαι ἐδῶ
Γιά νά προσκυνήσεις θεούς καί δαίμονες.
Γεννήθηκες γιά νά χαρεῖς καί νά πονέσεις
Νά ἐρωτευτεῖς, νά χορέψεις, νά τραγουδήσεις
Νά συνεργαστεῖς μέ φύση καί συνάνθρωπο
Ἕνα μέ τή φύση• δέν εἶσαι ἐσύ ὁ δυνατός
Οὔτε κι ὁ ἐλάχιστος.
Ὅλα στή γῆ ζοῦν μέ ἔρωτα καί θάνατο
Δέν ὑπάρχει ἄλλο, ἄλλη ζωή ξανά ἐδῶ•
Μία εἶναι καί δεύτερη δέν ἔχει.
Ἄς ἀφήσουμε στή φύση
Τό μερτικό της τοῦ θανάτου.
Ἐμεῖς δέν ἤρθαμε γιʼ αὐτό
Γιά κανενός τή δόξα
Οὔτε καί νά γονυπετήσουμε
Τήν προσευχή νά ποῦμε
Ὄχι δέν εἶναι σκοπός μας
Οὔτε κανένα νόημα
Ὑπάρξεως ἔχει.
Ἡ γῆ ὑπῆρχε καί μπορεῖ
Δίχως ἐμᾶς νά ὑπάρξει.
ἀπόσπασμα 3
Ὥρα νά πηγαίνω,
Πρίν τʼ ἄγριο ρόδο μαραθεῖ
Κι ὁ κόσμος γεμίσει ἐνοχή, ξανά
Ξανά γιά νʼ ἀγαπήσω.
Ὅσοι μές στήν ἀγάπη μείνατε
Μές στήν ἀγάπη συνεχίστε
Ὅσοι νηστέψατε ἀπʼ ἀγάπη
Ἡ ὥρα ἦλθε νʼ ἀγαπήσετε
Κι ἀπʼ τήν ἀγάπη
Ὅσοι ζωντανοί, ξανά
Στό ἔρωτα περάστε










