Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αφίξεις

Αφίξεις

Αφίξεις, Μεταφραστικό Εργαστήρι

Ανδρέας Παστελλάς (1932-2013), Ποιήματα (μτφρ. στα Ιταλικά: Crescenzio Sangiglio) (επιμέλεια αφιερώματος: Γιώργος Μύαρης)


Περιέχονται στην Ανθολογία Una foglia verde oro. Poesia cipriota contemporanea. Argo ed. Lecce 2012.

La poesia di Andreas PASTELLÀS

Al vegliardo

Vegliardo, col fazzoletto nero al collo,
il nero pastrano liso
e la nera angoscia nel cuore,
padre di Andreas Tsiartas.
Stavi imperturbabile, quercia delle nostre montagne,
fumavi silenzioso fuori dallʼobitorio
e aspettavi il giovane sposo
che oggi andava a nozze
con la Libertà,
tuo figlio.

Στον γέροντα

Γέροντα, με το μαύρο σου μαντήλι στο λαιμό,
το μαύρο τριμμένο σου παλτό
και το μαύρο καημό σου στην καρδιά,
πατέρα του Αντρέα Τσιάρτα.
Στεκόσουν ατάραχος, δρυς απʼ τα βουνά μας,
κάπνιζες σιωπηλός έξω από το νεκροτομείο
και περίμενες το νιο γαμπρό
που σήμερα θα παντρευότανε
τη Λευτεριά,
το γυιό σου.

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις

Δημήτρης Τριανταφυλλίδης, «Ο άγιος Βλαδίμηρος του πάθους», εκδ. Bibliotheque 2013 [+ παρουσίαση βιβλίου]

 

 

Βλαδίμηρος Συμεόνοβιτς Βισότσκι, (1938 – 1980) ηθοποιός μεγαλοφυής, ποιητής αυτόφωτος, βάρδος βαθυστόχαστος. Προσωπικότητα πολυσχιδής και εκρηκτική, ξέφυγε από τα στενά όρια του καλλιτέχνη που συνωστιζοταν σε επίσημες δεξιώσεις και στους διαδρόμους της επιτροπής λογοκρισίας.

Οι ρόλοι που έπαιξε στο θέατρο και ιδίως ο Άμλετ, σε σκηνοθεσία του Γιούρι Λιουμπίμοφ, θεωρούνται μέχρι σήμερα εμβληματικοί. Το πέρασμα του μπροστά απο την κινηματογραφική κάμερα μας άφησε εκπληκτικές ερμηνείες.

Μόνος του, παρέα με την κλασσική ρωσική επτάχορδη κιθάρα, έδινε συναυλίες σε μεγάλες και μικρές κατάμεστες από κόσμο αίθουσες, αλλά και στην παρέα του. «Κανείς δεν απαγόρευσε τα τραγούδια μου, μα και κανείς δεν τα επέτρεψε», συνήθιζε να λέει. Η λογοκρισία πανταχού παρούσα, δε τολμούσε να παρέμβει εξαιτίας της αποδοχής του από εκατομμύρια συμπολίτες του.

Αυθεντικός ποιητής, συνομιλούσε απευθείας με την εποχή και τους συγχρόνους του και εξέφρασε όσο κανείς άλλος τη χαρά και την απόγνωση, την ελπίδα και την απογοήτευση, τον έρωτα και τη ματαίωσή του, τη φιλία και την υποκρισία. Μερικές εκατοντάδες μελοποιημένα από τον ίδιο ποιήματα αποτελούν τη Ρωσική Σάγκα του 20ου αιώνα, όπως δεν την κατέγραψαν οι επίσημοι χρονικογράφοι του καθεστώτος.

Μια φωνή βραχνή σα να μπλέκεται το δέρμα με το συρματόπλεγμα. Κάποιος τυλίγει την μπομπίνα ενός γιαπωνέζικου μαγνητόφωνου στα τέλη της δεκαετίας του ’70, τα ποτήρια γεμίζουν με βότκα και τα υγρά βλέμματα μιας πολυεθνικής παρέας νεαρών αγοριών σηματοδοτούν την έναρξη της τελετής μύησης του νεαρού Έλληνα στο κόσμο του ποιητή Βλαδίμηρου Βισότσκι.

Λοξοδρομώντας στο χρόνο, σχεδόν τέσσερις δεκαετίες μετά, η φωνή παραμένει η ίδια, η συγκίνηση όμως είναι μεγαλύτερη. Το πέρασμα από την εφηβεία στον αντρισμό είναι η πιο σημαντική, ίσως, περίοδος στη ζωή ενός άντρα. Τυχεροί όσοι αντάμωσαν σε τούτη τη μεθόριο με προσωπικότητες και αρχές, από εκείνες που κρατάνε τον κόσμο όρθιο. Ο Βισότσκι και τα ποιήματα του είναι από εκείνες τις σπάνιες συναντήσεις που διακρίνονται για τον πολλαπλασιαστικό ίλιγγο που προκαλούν μπροστά στην εμπειρία του γκρεμού. Ο ίδιος έμεινε άτρωτος στον πανικό του ταξιδιού μέσα στο χρόνο. Έφυγε πάνω στην ακμή του, αφήνοντας πίσω τους σελίδες με λέξεις και νότες.

Πραγματικός και αυθεντικός ποιητής, συνεχίζει μέχρι σήμερα να «συνομιλεί» με τους συγχρόνους του αλλά και με την ιστορία. Τα ίχνη του βαθιά και η μνήμη των ανθρώπων ευγνωμονούσα συνεχίζει να τον καλεί στα μελαγχολικά ακρογιάλια της εύθραυστης πραγματικότητάς μας.

 

***

Η μπαλάντα του έρωτα

 

Όταν του κατακλυσμού τα νερά
επέστρεψαν στης όχθης τα όρια.
Απ’ τον αφρό των νερών που έφευγαν
στην στεριά ο Έρωτας βγήκε.
Και διαλύθηκε στον αγέρα μέχρι να ’ρθει ο καιρός,
Μα ήταν ο καιρός σαράντα σαραντάδες…
Παρόλα αυτά βλάκες υπάρχουν,
τα πνευμόνια τους μ’ αυτό το μείγμα γεμίζουν.
μηδέ παράσημα ούτε και τιμωρίες περιμένουν,
και, πιστεύοντας, πως απλά αναπνέουν,
τους πιάνει άξαφνα η κρίση
μιας νευρικής αναπνοής.
Ναυτία νιώθουν σαν το καράβι που έμεινε
στη θάλασσα καιρό.
Πριν μάθω ότι αγαπώ
ήταν το ίδιο το αναπνέω με το ζω.
Κι έχω μπροστά μου περιπέτειες και περιπλανήσεις:
είναι μεγάλη χώρα του Έρωτα η χώρα!
Και για να δοκιμάσει τους ιππότες της
προσεκτικά θα τους ρωτά:
χωρισμούς και αποχαιρετισμούς θα ζητά,
τον ύπνο τους θα τους στερεί, την ηρεμία την ανάπαυλα…
Μα τους ανόητους δεν θα αφήνει να κοιμηθούν.
Αυτοί θα είναι έτοιμοι όποια τιμή ζητήσει
να πληρώσουν. Σε κίνδυνο να βάλουν τη ζωή τους
ανέπαφο θέλοντας να κρατήσουν
το μαγικό, τ’ αόρατο το νήμα.
π’ ανάμεσα τους άπλωσαν.
Φρέσκος αγέρας επίλεκτων μέθυσων.
Σκόνταφτα, μα απ’ τους νεκρούς ανασταινόμουν,
Γιατί αν δεν αγαπούσα,
Σήμαινε πως δεν ανέπνεα, μα ούτε και πως ζούσα!
Μα πολλούς που απ’ τον έρωτα πνιγήκαν
δεν τους μαζεύεις όσο κι αν δυνατά φωνάζεις.
Η σιωπή και τ’ άδεια λόγια ο μπροστάρης τους είναι
μα τούτος δω ο οδηγός στο αίμα έχει πνιγεί.
Στο προσκεφάλι εκείνων που απ’ τον ανεπίδοτο έρωτα
έχουν πεθάνει κερί θα ανάψουμε…
Με μια φωνή τρεμουλιαστή,
Στα λουλούδια η ψυχή τους γυρνάει,
την αιωνιότητα ρουφούν με μια αναπνοή,
και μ’ αναστεναγμό στα χείλη
σε σαθρά πορθμεία και γεφυράκια ανταμώνουν,
στα στενά σταυροδρόμια της οικουμένης.
Το πάτωμα για τους ερωτευμένους κρεβάτι θε να κάνω –
Ας πίνουν συνεχώς στον ύπνο και στον ξύπνιο τους!…
Αναπνέω σημαίνει αγαπώ!
Αγαπάω σημαίνει ζω!

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις

Θεοδόσης Βολκώφ, Ποιήματα από τα βιβλία «Missa Brevis» και «Γιουβενάλης», εκδ. Παρισιάνος 2012

ΣΑΠΦΩ ΙΙ

Ας δώσουμε ό,τι οφείλουμε στον Έρωτα.
Αφού τις μέρες θυσιάζουμε στον Άρη,
από της νύχτας τ’ ακριβά και τ’ αφανέρωτα
δεν θα ευδοκήσουμε το ελάχιστο να πάρει.
Ξάγρυπνες κάθε νύχτα. Ας φυλάξουμε·
στο πάναγνο, πανίερο νυχτέρι
όλες τις πράξεις τού Έρωτα ας πράξουμε
κι ας σκοτωθούμε με της σάρκας το μαχαίρι.

Ό,τι δεν είναι Έρωτας ο θάνατος
και είναι και το έχει και στη χλεύη
του σκουληκιού το παραδίδει· αθάνατος
ο Λόγος μου στο Σώμα που πιστεύει.
Να ‘ξερες, αχ, το πώς, το πόσο θέρομαι
και μόνο απ’ της δερμίδας σου την άψη.
Τους παγερούς και αδιάφορους εχθαίρομαι.
Μύριες φορές η όψη σου ας με κάψει.

Ήριννα, της αγάπης μου αλλώνυμη,
έλα σε μένα κι άσε πια την ηλακάτη·
μη φεύγεις πάντα, μη μ’ αφήνεις μόνη, μη,
χορδή της Λύρας μου και πρώτη και υπάτη.
Ανάξιά σου πάντα τ’ άλλα γνέματα·
σάρκινο πλέκουνε τα σώματα υφάδι·
λούσου μες στης αγάπης μου τα αίματα –
μια μουσική με το φιλί και με το χάδι.

Οι κνήμες, οι μηροί, τα μετατάρσια,
οι πλάτες, η γαστέρα, το κεφάλι,
όλα σου τα οριζόντια και τα εγκάρσια
πλασμένα για της Κύπριδος την πάλη.
Τα μέλη σου, τα στήθη σου τ’ ανάγλυφα
πόσες φορές δεν μ’ έχουν θανατώσει,
κάθε που τα φιλούσα και που τα ‘γλειφα
πίνοντας την πικρή τής σάρκας γνώση.

Γδύσου λοιπόν. Θανάσιμη γυμνότητα,
σε σένα όλες τις λέξεις θυσιάζω,
γλυκιά μου καμπυλόσχημη αγριότητα,
να τραγουδώ με κάνεις και να ουρλιάζω.
Το σώμα σου που ολόγυμνο μού δίνεται
πώς τη γδυτή ψυχή μου μεγαλώνει
και πώς η Γλώσσα απ’ τα φιλιά σου λύνεται
κι η Λέξη της τη σάρκα αποθεώνει.

Τα σώματα, τα σώματα, τα σώματα·
άκρατος οίνος για το υπέρτατο μεθύσι
της σάρκας οι χυμοί και τα αρώματα.
Η φλόγα που με ανάβει θα με σβήσει.
Τα δυο κορμιά που ως ένα περιπλέκονται,
δεμένα, τις ψυχές ελευθερώνουν·
στους λεύτερους τα πάντα επιτρέπονται,
οι ελεύθεροι τα πάντα δικαιώνουν.

Της πράξης την υπέροχη ωμότητα,
γυμνή κι εγώ, με άλλη ψυχή την ντύνω·
σε σμίγω με του ζώου την αγνότητα
ταιριάζοντας το Ρόδο με τον Κρίνο.
Τα σώματά μας δες πώς σοφιλιάζουνε
σοφά τα δυο μαζί περιπλεγμένα
κι άκου πώς ψιθυρίζουν και φωνάζουνε
και πώς γεννούν το ένα τ’ άλλο δίχως γέννα.

Να σε ξαπλώνω πίστομη και ανάσκελη,
στα τέσσερα ξανά, ξανά ριγμένη,
ανάστροφη και πλάγια και διάσκελη,
παντού με τρόπους χίλιους φιλημένη.
Η σάρκα είναι του Λόγου η αποθέωση,
τα χώματα του Θείου τ’ αντιστύλια·
η σύμμειξη και φόνος κι εξιλέωση·
τα πάνω πώς φιλούν τα κάτω χείλια…

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις

Νίκος Βουτυρόπουλος, «Λέξεις για την Φαίδρα», εκδ. Ενδυμίων 2012

ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ ΜΑΚΡΙΑ

Χίλιες λέξεις µακριά

µια αγκαλιά από κύµατα.

Ένα λιβάδι στο βυθό. Πως θα το φτάσεις;

Κάτω από βουνά το πέλαγος µε τη σκέψη σου πράσινη.

Τώρα που βγήκαµε στο φως πως θα τ’ αντέξεις;

Θα σου γίνω ∆ον Κιχώτης αν µου γίνεις Σάντσο. Εε ωπ!

Κοίτα τώρα µιαν αλήθεια απ’ ανθισµένη θάλασσα.

Τα δέντρα µατώνουν λευκό όσο σκέφτεσαι κόκκινο.

Κάθε που στάζεις πόνο

τα λάθη δες που δεν απέφυγες εύκολα.

Ανάµεσα στο θέλω και το µπορώ

µεσολαβεί µια αναπνοή.

Το να κάνεις δεν εκφράζεται.

Υπάρχουν πολλοί αποχαιρετισµοί.

Ο τελευταίος είναι ο πιο σηµαντικός για τους άλλους όχι για σένα.

Η ανθρώπινη σκέψη είναι

µια σταγόνα ανάγκης στον ωκεανό του πιθανού.

 

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις

Σταύρος Σταυρόπουλος, «Μετά», εκδ. Απόπειρα, 2012


(…)

βράδυ

όταν ο κόσμος
που έχω

ένα ζευγάρι παιδί

ο θεός
είναι νύχτα

καληνύχτα θεέ

μέχρι τότε
δεν είναι καθόλου εύκολο

κάτω
από κάποια καθόλου συνθήκη

καθόλου
αύριο
τώρα

Διαβάστε περισσότερα