Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

«Εις μνήμην τού Μάνου Ελευθερίου: ο αέναος αγώνας του, για να εννοήσει τον άνθρωπο» (γράφει ο Ανδρέας Λαμπέτης)

 

 

«Ἄφησέ με νὰ ζήσω μιὰ στιγμή, κἂν ὅσο

στὸ γαληνὸ νὰ χύσω αιθέρα και στ’ αὐτί σου

τὸ θησαυρό μου. Μὴ σκοτώσῃς ὅ,τι πρέπει

νὰ γεννηθῇ». Σ’ αὐτὰ τὰ λόγια τὸ γεράκι

τ’ ἄπονο νύχι του παράλυε, καὶ μὲ τ’ ἄλλο

ἅπλωνεν ὡσάν σπλάχνους φιλάνθρωπου χέρι

στ’ αηδόνι, που σ’ εκείνη τὴ στιγμὴν ἐσβύσθη».

Διονύσιος Σολωμός, «Τὸ ἀηδόνι καὶ τὸ γεράκι», Δ.Σολωμού, Τα ιταλικά ποιήματα. (Πρόλογος με μετάφραση Γεωργίου Καλοσγούρου), Αθήνα, Ελευθερουδάκης, 1921, 66.

 

Στους στίχους αυτούς του Διονύσιου Σολωμού που δεν επρόλαβε να τους μετατρέψει σ’ότι σχεδίαζε,είδα ν’ αχνοφαίνεται η μορφή του Μάνου Ελευθερίου που κίνησε πριν από χρόνια δύο για το αναπόφευκτο ταξίδι. Σαν αηδόνι ανθεκτικό κι αυτός συνέχιζε, μια ζωή ολόκληρη,να γεννά στίχους σκεπτικούς της θλίψης και της χαράς, όσο τ’ ακονισμένα νύχια τής ιστορίας και των κομπάρσων της βυθίζονταν επίμονα στην τρυφερή του ύπαρξη. Φανταστήκαμε τους ανθρώπους αιώνιους και λησμονήσαμε ότι στο τέλος, πάντοτε,θα καταφθάνει ο θάνατος, για να παραλάβει τα φθαρτά σαρκία που μας ντύνουν. Κι ας τον ξορκίζουμε, επιμελώς, όσο διαρκεί η ζωή μας, στις αρένες που εκδίδεται η τελική ετυμηγορία,που θα δοθούν εφήμεροι ο πλούτος καιη δόξα,ποτέ δε θα τον νικήσουμε. Αργά, ίσως, θα εννοήσουμε πως, όταν πρωτοερχόμαστε, λίγα μέτρα γης μάς παραχωρούνται, ίσα για να στήσουμε για λίγες ανάσες τη σκηνή, πάνω στην οποία θα παίξουμε εκόντες άκοντες την παράσταση του βίου μας. Κι ύστερα θα μας πάρει το τέλος τού έργου από το χέρι,για να αναλυθούμε ξανά σε μυριάδες κόκκους χώμα. Να ξαναβρούμε το σπίτι μας.

Από τούτο τον κόσμο, όμως, περνούν και κάποιοι άλλοι άνθρωποι. Διαφορετικοί. Αυτούς επιμένουμε να τους φανταζόμαστε παντοτινά παρόντες, αφού άφησαν πίσω τους τόσα ίχνη ανθεκτικά. Ένας τέτοιος άνθρωπος υπήρξε και ο Μάνος Ελευθερίου.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Ανδρέας Εμπειρίκος, «Η επιστροφή του Οδυσσέως»

Από το βιβλίο: Ανδρέας Εμπειρίκος, (1980). Γραπτά ή προσωπική μυθολογία (1936–1946). 3η έκδ. Αθήνα: Άγρα. [1η έκδ. 1960, Αθήνα: Δίφρος].

 

Η ραστώνη, ότι και αν λέγουν μερικοί, είναι κάκιστον πράγμα. Όχι για λόγους ηθικής, αλλά για λόγους βιολογικούς, για λόγους υπερβαίνοντας και αυτήν ακόμη την λεγομένην υπαρξιακήν φιλοσοφίαν.

Πρέπει να εξηγηθώ. Το νιώθω. Ιδού λοιπόν.

Κάποτε, στα κράσπεδα της Νέας Ιερουσαλήμ, (ή Salt Lake City), καθόταν ένας πυρρόξανθος μορμόνος — ο Δανιήλ Κάρτερ. Ο άνθρωπος αυτός είχε τρεις όμορφες γυναίκες — την Πηνελόπη, την Τζωρτζιάνα και την Αικατερίνη. Ο Δανιήλ ήτο καλός και αγαθός. Είχε όμως ένα ελάττωμα. Ήτο τεμπέλης.

Τα τρία πρώτα χρόνια της συζυγικής ζωής του, όλα πήγαιναν καλά. Στο τέταρτον έτος, πήρε ακόμη δυο γυναίκες — την Ρουθ και την Ελένη. Πέρασε άλλος ένας χρόνος, και ακόμη όλα πήγαιναν καλά. Ο Δανιήλ, αμέριμνος και υγιής, ζούσε με τις γυναίκες του ευτυχισμένος. Στο τέλος όμως του πέμπτου χρόνου μια πυρκαϊά απετέφρωσε το πρότυπον βυρσοδεψείον που του είχε αφήσει ως κληρονομίαν ο πατέρας του, και ο αγαθός μορμόνης, πλην ενός σπιτιού και ολίγων τιμαλφών, απώλεσε τα πάντα. Τότε κατέστη έκδηλος η τεμπελιά του.

«Καημένε Νταν», του έλεγε η Πηνελόπη, που είχε περισσότερο θάρρος μαζί του από τις άλλες του γυναίκες. «Καημένε Νταν, γιατί δεν προσπαθείς να εργασθείς, γιατί δεν κάνεις κάτι… Θα μας ρέψει η φτώχια… Θα πεθάνουμε της πείνας…»

Ο Νταν πουλούσε πού και πού από ένα τιμαλφές και έλεγε χαϊδεύοντας την μικρά πυρρόξανθή του γενειάδα:

«Έχει ο Θεός. Έχει ο Θεός, για τους καλούς ανθρώπους».

Η αλήθεια είναι πως ο Δανιήλ, εκτός που ήτο ένας τεμπέλης, ήτο συνάμα ονειροπόλος και πίστευε σε μια Ιερουσαλήμ ευτυχισμένη, που θα την φύλαγε από ψηλά, εις τον αιώνα ο Παντοκράτωρ.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Μ. Καραγάτσης, « Η μεγάλη Χίμαιρα», 1953

 

Σήμερα συμπληρώνονται 60 χρόνια από τον θάνατό του (14/9/1960)

 

 

[…]

Η Μήδεια. Δεν υπάρχει διεισδυτικότερη κι οριστικότερη ανάλυση του γυναικείου ερωτικού προβλήματος. Ο Ευριπίδης είπε την τελευταία λέξη. Είχε αποστηθίσει όλη την τραγωδία από τον πρώτο ώς το στερνό στίχο. Όταν η ώρα του φροντιστηρίου κόντευε στο τέλος, ο καθηγητής έκλεινε τα βιβλία κι έλεγε:

— Και τώρα, η δεσποινίς Μπαρέ θα μας απαγγείλει Μήδεια.

Σηκωνόταν όρθια κι απάγγελλε στάσιμα και χορικά, χρωματίζοντάς τα μ’ έκφραση παθητική.

Ο καθηγητής κουνούσε το κεφάλι με θαυμασμό:

— Εἰ μή τῇ Καλλιόπῃ ἐμαθήτευσας, Μελπομένην προσῆκε σοι ὑπηρετεῖν.

— Τῇ προρρήσει σου σφάλλεις, ὦ ἀγαθέ. Θάλειαν καί Τερψιχόρην προσήκει μοι λατρεύειν· καί μουσικαῖς αἰθούσαις κόρδακα ὀρχουμένη, ἄνδρας ἐρεθίζειν καί πορνείαν ἐκδίδεσθαι.

Ο καθηγητής σιωπούσε και την κοίταζε με τα πανέξυπνα μάτια του. Οι συμφοιτητές της όμως γελούσαν, γιατί ήξεραν την ακλόνητη αρετή της — δεν είχε ακουστεί ποτέ, το παραμικρό.

«Η Μήδεια μου γίνηκε πάθος. Η γυναίκα, που από ερωτική ζήλια σκοτώνει τα παιδιά της, είναι ψυχοπαθής; Νά, το ερώτημα που με τυράννησε… Όχι, δεν είναι ψυχοπαθής. Αν ήταν, δεν θα ενέπνεε τη μεγαλοφυΐα του Ευριπίδη, που δεν αναζητάει ποτέ τα θέματα των τραγωδιών του στον κύκλο της νοσηρότητας. Η Μήδεια είναι ο φυσιολογικός άνθρωπος, που το ερωτικό πάθος τού συσκοτίζει το λογικό, όπως στον κάθε φυσιολογικό άνθρωπο. Κατ’ αντιδιαστολήν συμπέρασμα: ο άνθρωπος που δεν μπορεί να νιώσει ένα τέτοιο πάθος, δεν είναι φυσιολογικός.»

Σήμερα, ύστερ’ απ’ όσα γίνηκαν, η έξαλλη εκείνη εγκεφαλική της σύλληψη την κάνει να εξοργίζεται με τον εαυτό της. Όπως ακριβώς αφηνίασαν οι δεκαοχτώ καθηγητές της Φιλοσοφικής Σχολής, όταν τους ανέπτυξε αυτήν την ανόητη θεωρία επιστημονικά διατυπωμένη. Λύσσαξαν, ούρλιαξαν. Αλλά δεν μπόρεσαν να της αρνηθούν τον τίτλο του διδάκτορα.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις, Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

Μίκης Θεοδωράκης, «Πώς βλέπει από το ύφος της αριστοτέλειας σκέψης ένας κοινός θνητός τα πεπραγμένα του βίου και του έργου του;»

Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης 24-3-2000

`

Αγαπητέ κ. πρύτανη, αξιότιμοι κύριοι καθηγητές, αγαπητοί φίλοι,

Η απόφαση της Συγκλήτου του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης να με αναγορεύσει επίτιμο διδάκτορα του Τμήματος Μουσικής είναι για μένα πραγματικά μεγάλη τιμή και θα ήθελα να σας ευχαριστήσω όλους γι’ αυτό.

Πώς βλέπει από το ύφος της αριστοτέλειας σκέψης ένας κοινός θνητός τα πεπραγμένα του βίου και του έργου του; Αυτή είναι η πρόκληση, έτσι τουλάχιστον την εννόησα, και αυτό θα έπρεπε να είναι το περιεχόμενο της σημερινής ομιλίας μου. Πλην όμως ο χρόνος δεν το επιτρέπει, ενώ από την άλλη πλευρά το Τμήμα του οποίου έχω την τιμή να γίνω επίτιμος διδάκτωρ είναι το Μουσικό, ως εκ τούτου λοιπόν θα περιοριστώ στη σκιαγράφηση των μεγάλων συντεταγμένων που οδήγησαν τα βήματα μου στο χώρο της μουσικής και γενικότερα της τέχνης.

Η μουσική, ξεκινώντας από το βασικό της κύτταρο, το μέλος – μελωδία – τραγούδι, που φυσικά εμπεριέχει το ρυθμό, αποτελεί τον πρώτο ψυχικό-πνευματικό δεσμό που συνδέει τα άτομα κάθε τοπικής κοινότητας. Η ιδιότητα να δημιουργώ μελωδίες υπήρξε για μένα ένα μέσο έκφρασης με το οποίο άρχισα να χτίζω τον εαυτό μου και ένας τρόπος επικοινωνίας και συμφιλίωσης με τους «άλλους», τους εκτός του

κύκλου της οικογενείας, που με φόβιζαν όπως το σκοτάδι.

Γρήγορα συνειδητοποίησα ότι με περίμενε ένα μακρύ και αινιγματικό ταξίδι προς το μέλλον, που όφειλα να το κάνω με «άλλους», χωρίς να γνωρίζω τους κανόνες αυτής της υποχρεωτικής συνύπαρξης.

Το μόνο που είχα έως τότε εκτιμήσει, έξω από το οικογενειακό καταφύγιο, ήταν η φύση, τα χρώματα, οι ήχοι και ό,τι άλλο μας μεταφέρουν οι αισθήσεις. Ο φυσικός και ο ζωικός κόσμος με γοήτευαν, σε αντίθεση με τον ανθρώπινο, που τον αισθανόμουν σαν απειλή. Και όμως, όπως είπα προηγουμένως, θα έπρεπε να συνυπάρξω και να συνταξιδέψω, μέσα από τα άγνωστα μονοπάτια των γεγονότων, συντροφιά με έναν κόσμο που με απειλούσε και με φόβιζε.

Όταν έφηβος πια συνειδητοποίησα τον κίνδυνο, έκανα φυλακή το δωμάτιό μου, αρνούμενος να κοιτάξω την πραγματικότητα κατάματα. Δυο ολόκληρα χρόνια κράτησε αυτή η απομόνωση μου, ώσπου ήρθαν να με ξυπνήσουν τα ιστορικά γεγονότα: οι Γερμανοί είχαν καταλάβει τη μικρή μας πόλη. Ως και μέσα στο ίδιο μας το σπίτι εγκαταστάθηκαν δυο συνταγματάρχες της Βερμαχτ, δίνοντάς μου να καταλάβω ότι η ζωή μας είχε αλλάξει ριζικά, παίρνοντας ένα καινούριο νόημα, τον αγώνα για την ελευθερία.

Δεν είχε τίποτε το ηρωικό και επιφανειακώς αξιοσημείωτο ο αγώνας για την ελευθερία εκείνων των πρώτων χρόνων της Κατοχής. Έως ότου, στις 25 Μαρτίου του 1943, τότε που έγινε η πρώτη διαδήλωση μπροστά στο κενοτάφιο του

Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, μπήκαν στη ζωή μας οι λέξεις «Εθνική Αντίσταση», με ό,τι συνεπάγεται. Έως τότε η λέξη που ταίριαζε ήταν η λέξη «Νύχτα». Είχε νυχτώσει πάνω από την πόλη μας και η οσμή του θανάτου είχε διασκορπίσει πάνω από τους κατοίκους ένα ανεπαίσθητο στρώμα τέφρας, που διαπερνούσε το δέρμα μεταφέροντας στον πυρήνα της ζωής μια απειλή θανάτου. Αυτή η οσμή του θανάτου καθοδηγούσε τώρα τη ζωή μας και είναι εκπληκτικό το πόσες και ποιες άμυνες δημιουργούνται μέσα σου από το τίποτε όταν πρόκειται να υπερασπίσεις αυτή την αδύνατη φλόγα που πασχίζει να μη σβήσει από τον άνεμο: τη ζωή σου.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Walter Benjamin, «Για μια κριτική της βίας», Ελευθεριακή Κουλτούρα, 2002

Το κείμενο του Βάλτερ Μπένγιαμιν «Zur Kritik der Gewalt», Gesammelte Schriften, εκδόσεις Suhrkamp, 1977, μετέφρασε από το γερμανικό πρωτότυπο ο Λεωνίδας Μαρσιανός. Η έκδοση ετοιμάστηκε στο Εργαστήρι της Ελευθεριακής Κουλτούρας, με γενική επιμέλεια του Παναγιώτη Καλαμαρά. Τα σχέδια στο εξώφυλλο και το οπισθόφυλλο είναι του Jacques Tardi. Κυκλοφόρησε στην πόλη της Αθήνας το Καλοκαίρι του 2002 σε περιορισμένο αριθμό αντιτύπων και η χρήση είναι ελεύθερη για τους σκοπούς του κοινωνικού ανταγωνιστικού κινήματος, με τη θερμή παράκληση να αναφέρονται οι πηγές.

`

AΠΟΣΠΑΣΜΑ

 

ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΑΜΕ ΝΑ ΠΕΡΙΓΡΑΨΟΥΜΕ το εγχείρημα μιας κριτικής της βίας ως έκθεση της σχέσης της με το δίκαιο και τη δικαιοσύνη. Διότι βία με την ακριβή έννοια της λέξης προκύπτει από μια ανεξαρτήτου αποτελέσματος αιτία μόνον όταν αυτή αρχίζει να επεμβαίνει στις ηθικές αξίες. Η σφαίρα των αξιών αυτών διέπεται από τις έννοιες του δικαίου και της δικαιοσύνης. Είναι σαφές, όσον αφορά την πρώτη απ’ αυτές, ότι η σχέση μέσου — σκοπού είναι η πλέον θεμελιώδης σχέση σε οποιαδήποτε έννομη τάξη. Επιπλέον, ότι η βία απαντάται μόνο στην επικράτεια των μέσων, όχι των σκοπών. Αυτές οι διαπιστώσεις προσφέρουν περισσότερα εφόδια στην κριτική της βίας, και διαφορετικά μάλιστα, απ’ ό,τι πιθανόν φαίνεται με μια πρώτη ματιά. Διότι αν η βία είναι μέσο, τότε εμφανίζεται δίχως άλλο ένα σταθερό μέτρο για την κριτική της. Μέτρο που επιβάλλει το ερώτημα κατά πόσον οι σκοποί της βίας, σε δεδομένες περιπτώσεις, είναι δίκαιοι ή άδικοι. Έτσι όμως η κριτική της θα προέκυπτε απλώς από μια συστηματοποίηση των δίκαιων σκοπών, πράγμα που δεν συμβαίνει. Μια τέτοια συστηματοποίηση, έστω κι αν δεν επιδεχόταν καμία αμφισβήτηση, δεν θα περιλάμβανε ένα κριτήριο για την ίδια τη βία ως αρχή [Prinzip], αλλά ένα κριτήριο για τις περιπτώσεις άσκησης της. Έτσι, το ερώτημα αν η βία εν γένει, ως αρχή, είναι ηθική ως μέσο για την επίτευξη των δίκαιων σκοπών, παραμένει ανοιχτό. Το ερώτημα αυτό, για να απαντηθεί, απαιτεί ένα αυστηρότερο κριτήριο, μια διάκριση στη σφαίρα των ίδιων των μέσων, χωρίς να εξεταστούν οι σκοποί που αυτά υπηρετούν.

Ο αποκλεισμός αυτού του ακριβέστερου κριτικού προβληματισμού χαρακτηρίζει μια μεγάλη τάση στη φιλοσοφία του δικαίου, αποτελώντας ίσως το κυριώτερο γνώρισμα της: πρόκειται για το φυσικό δίκαιο. Στην εφαρμογή βίαιων μέσων για δίκαιους σκοπούς δεν βλέπει μεγαλύτερο πρόβλημα απ’ όσο θα φαινόταν προβληματικό στον άνθρωπο το «δικαίωμα» του να κινεί το σώμα του προς έναν επιδιωκόμενο προορισμό. Σύμφωνα μ’ αυτή τη θεώρηση (η οποία χρησίμευσε ως ιδεολογική θεμελίωση της Τρομοκρατίας στη Γαλλική Επανάσταση) αν η βία είναι φυσικό προϊόν, όμοιο της πρώτης ύλης, δεν υπάρχει κάποιο πρόβλημα στη χρήση της, εξαιρουμένης της κατάχρησης της για την επίτευξη άδικων σκοπών. Σύμφωνα με τη θεωρία περί κράτους του φυσικού δικαίου, όταν τα πρόσωπα αποποιούνται όλης της εξουσίας [Gewalt] τους για χάρη του κράτους, αυτό συμβαίνει υπό την προϋπόθεση (την οποία λόγου χάρη διατυπώνει ο Σπινόζα στη Θεολογικο-Πολιτική Πραγματεία) ότι κατά βάση καθένα, προ της συνάψεως του έλλογου τούτου συμβολαίου, ασκούσε de jure τη βία που de facto διέθετε. Αυτές οι θεωρήσεις αναβίωσαν πρόσφατα, πιθανόν μέσω της δαρβινικής βιολογίας, η οποία με το δογματικό της τρόπο θεωρεί τη βία ως το μοναδικό μέσο, πλην της φυσικής επιλογής, που είναι αρχέγονο και προσήκον σε όλους τους ζωτικούς σκοπούς της φύσης. Η δαρβινιστική αγοραία φιλοσοφία έχει συχνά δείξει πόσο μικρό είναι το βήμα από το φυσικοϊστορικό δόγμα μέχρι το ακόμα χονδροειδέστερο δικαιοφιλοσοφικό, ότι δηλαδή κάθε βία που προσήκει στους φυσικούς σκοπούς θεωρείται, ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο, νόμιμη.

Διαβάστε περισσότερα