Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Jorge Luis Borges, « Σύντομοι ὁρισμοί γιά τήν ποιητική τέχνη» (μετφρ. Δημήτρης Καλοκύρης)

Ἡ ποίηση δέν εἶναι λιγότερο μυστηριώδης ἀπό τά ὑπόλοιπα στοιχεῖα τοῦ κόσμου. Ἕνας ἤ δύο πετυχημένοι στίχοι δέν μποροῦν νά ἐξάπτουν τή ματαιοδοξία μας, ἀφοῦ εἶναι δωρεά τῆς Τύχης ἤ τοῦ Πνεύματος· μόνο τά λάθη εἶναι δικά μας. Ἐλπίζω ὁ ἀναγνώστης νά ἀνακαλύψει στίς σελίδες μου κάτι πού νά ἀξίζει τόν κόπο νά διατηρηθεῖ στή μνήμη του· σ’ αὐτόν τόν κόσμο ἡ ὀμορφιά εἶναι κάτι κοινό.

*

«Ὁ ποιητής εἶναι ἕνα ὑποχείριο, ἕνα εὐκαιριακό ὄργανο τοῦ ποιήματος πού γράφει».

*

«Στήν ποίηση, τό κύριο πρόσωπο εἶναι ὁ ἀναγνώστης. Ἡ λυρική ποίηση γράφεται μέ τέτοιον τρόπο πού ὁ ἀναγνώστης νά τοποθετεῖται αὐτοπροσώπως στό κέντρο της. Εἶναι βαθμίδες τῆς ψυχῆς».

*

«Ἡ ποίηση εἶναι ἡ τέχνη νά προκαλεῖς συγκίνηση χρησιμοποιώντας τό παιγνίδι τῶν λέξεων».

*

«Μπορεῖ νά ζήσει κανείς χωρίς χιλιάδες πράγματα, χωρίς ποίηση ὅμως δέν μπορεῖ νά ζήσει».

*

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Julian Barnes, «Ο παπαγάλος του Φλωμπέρ» (Μετάφραση: Αλεξάνδρα Κονταξάκη), εκδ. Μεταίχμιο, 2017

Αποσπάσματα

Επιτρέψτε μου να σας πω γιατί μισώ τους κριτικούς. Όχι για τους συνηθισμένους λόγους: ότι είναι αποτυχημένοι δημιουργοί (συνήθως δεν είναι∙ μπορεί να είναι αποτυχημένοι κριτικοί, αλλά αυτό είναι μια άλλη κουβέντα)∙ ή ότι είναι από τη φύση τους φιλόλογοι, φθονεροί και κενόδοξοι (συνήθως δεν είναι∙ αν είναι να τους κατηγορήσουμε για κάτι, καλύτερα να τους κατηγορήσουμε για υπερβολική γενναιοδωρία, για υπερτίμηση των δευτεροκλασάτων με σκοπό να μοιάζει σπανιότερη η μεροληψία τους). Όχι, ο λόγος που μισώ τους κριτικούς – συνήθως, δηλαδή – είναι ότι γράφουν προτάσεις σαν αυτήν:

Ο Φλωμπέρ δεν πλάθει τους χαρακτήρες του, όπως έκανε ο Μπαλζάκ, με αντικειμενική, εξωτερική περιγραφή∙ μάλιστα, είναι τόσο απρόσεχτος με την εξωτερική τους εμφάνιση που σε μία περίπτωση δίνει στην Έμμα καστανά μάτια∙ σε μια άλλη κατάμαυρα∙ και σε μια άλλη γαλανά.

Αυτή η ακριβής και αποκαρδιωτική κατηγορία εκτοξεύτηκε από την εκλιπούσα δρα Ίνιντ Στάρκι, επίτιμη Λέκτορα της Γαλλικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης, που τυχαίνει επίσης να είναι η πλέον αναλυτική Αγγλίδα βιογράφος του Φλωμπέρ.[…]

Οφείλω να ομολογήσω ότι όλες τις φορές που διάβασα τη Μαντάμ Μποβαρύ δεν πρόσεξα ποτέ τα πολύχρωμα μάτια της ηρωίδας. Θα έπρεπε; Εσείς θα το προσέχατε; Μήπως ήμουν πολύ απασχολημένος παρατηρώντας πράγματα που διέφυγαν της δρα Στάρκι (αν και δεν μπορώ αυτή τη στιγμή να σκεφτώ ποια μπορεί να ήταν αυτά);

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Antoine de Saint-Exupéry, «Γράμμα σ’ έναν όμηρο» [μτφρ. Μιχάλης Μακρόπουλος], εκδ Πατάκης, Αθήνα 2011

 

Ήταν στη διάρκεια μιας ανταπόκρισης για τον Εμφύλιο στην Ισπανία. Έκανα την απερισκεψία να είμαι λάθρα παρών στο ξεφόρτωμα απόρρητου υλικού, σε μια μάντρα εμπορευμάτων στις τρεις τα χαράματα.  Η φούρια των αντρών, καθώς και το σκοτάδι, έμοιαζε να ευνοούν τούτη την απερισκεψία μου. Ωστόσο, σε κάποιους αναρχικούς πολιτοφύλακες πρέπει να φάνηκα ύποπτος.

Ήταν πολύ απλό. Δεν είχα ακόμη την παραμικρή ιδέα πως πλησίαζαν σβέλτα κι αθόρυβα, όταν ξαφνικά έκλεισαν γύρω μου απαλά σαν δάχτυλα. Οι καραμπίνες τους μου πίεσαν ελαφρά το στομάχι, και στη σιωπή τους υπήρχε μια σοβαρότητα που ενέπνεε δέος. Τελικά σήκωσα τα χέρια. […]

Μιλώ ισπανικά, αλλ’ όχι και καταλανικά. Κατάλαβα, εντούτοις, ότι ήθελαν τα χαρτιά μου. Τα είχα ξεχάσει στο ξενοδοχείο. Απάντησα: «Hôtel… Journaliste…», δίχως να ξέρω αν τα λόγια μου σήμαιναν κάτι γι’ αυτούς. Οι πολιτοφύλακες πέρασαν από χέρι σε χέρι τη φωτογραφική μου μηχανή σαν νά ’ταν ενοχοποιητικό στοιχείο. Κάποιοι από κείνους που χασμουριόντουσαν, ριγμένοι φαρδιοί πλατιοί στις ξεχαρβαλωμένες τους καρέκλες, σηκώθηκαν βαριεστημένα κι έγειραν στον τοίχο. […]

Δε γνώριζα τίποτε γι’ αυτούς, εκτός από το ότι θά ’στηναν κάποιον στον τοίχο δίχως πολλές πολλές τύψεις. Οι εμπροσθοφυλακές των επαναστατών, όποιας παράταξης κι αν ήταν, δεν κυνηγούσαν τόσο ανθρώπους (δε ζύγιαζαν τον άνθρωπο σύμφωνα με την ουσία του), όσο συμπτώματα. Η αντίπαλη αλήθεια τούς φαινόταν επιδημική νόσος. Για ένα αμφίβολο σύμπτωμα, έστελναν τον μολυσμένο στην απομόνωση του λοιμοκαθαρτηρίο. Ή στα μνήματα. Γι’ αυτό μου φαινόταν δυσοίωνη6 η ανάκριση που μού ’καναν που και που, μ’ αόριστες μονοσύλλαβες ερωτήσεις από τις οποίες δεν καταλάβαινα γρυ.Το τομάρι μου παιζόταν σε τυφλή ρουλέτα. […]

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Μαρία Πυλιώτου, «Χαρούμενοι χαρταετοί»

 

Όταν έφευγαν φορτωμένοι όλα τους τα πράγματα, κανένας δεν μπορούσε να πείσει το Γλαύκο πως δε θα γύριζε σύντομα πίσω.
Κι όμως πέρασε ένας ολόκληρος χρόνος. Ο πόλεμος τελείωσε, οι πυροβολισμοί, οι βομβαρδισμοί σταμάτησαν, κι αυτοί που έφευγαν μέσα στη φωτιά αποφάσισαν να γυρίσουν. Το σπίτι τους βρισκόταν στα «σύνορα».

Κανένας δεν μπορούσε να τους εμποδίσει: «Καλέ, δε φοβάστε; Δυο βήματα πιο κάτω… Θεέ μου, αν ξαναρχίσουν;». Πιο πολύ απ’ όλους ήθελαν τα παιδιά. Ο Γλαύκος και η Δανάη. Ένα χρόνο μακριά από το σπίτι τους το νοστάλγησαν. Την αυλή, τις βεράντες, τα δωμάτια. Και τη μεγάλη ταράτσα. Σαν έφτασαν, δεν ένιωσαν τίποτα από το φόβο που προσπαθούσαν οι άλλοι συγγενείς και φίλοι να τους μεταδώσουν. Ήταν ένα ήρεμο απριλιάτικο δειλινό. Ο ουρανός στη δύση ολοκόκκινος έκανε τα δυο παιδιά να μελαγχολήσουν και να νοσταλγήσουν τους παλιούς καλούς φίλους.

Βοήθησαν όλοι και τακτοποιήθηκαν τα πάντα: έπιπλα, ρούχα, μαγειρικά σκεύη, βιβλία, όλα μέχρι το βράδυ. Κοιμήθηκαν κουρασμένα, ωστόσο ικανοποιημένα που γύρισαν στο πατρικό τους σπίτι.

Ξημέρωσε Κυριακή. Ανοιξιάτικη δροσερή. Τι έκπληξη, Θεέ μου. Στο δωμάτιό τους ένας μεγάλος χαρταετός.

– Σ’ ευχαριστούμε, πατέρα.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Αργύρης Χιόνης, «Η ομορφιά που γεννιόταν και πέθαινε» [“Το οριζόντιο ύψος και άλλες αφύσικες ιστορίες”], Κίχλη, Αθήνα 2010

 

Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένα μικρό μαύρο σποράκι παπαρούνας, που ζούσε στριμωγμένο, μαζί με τ’ άλλα αδέρφια του, μες στην κοιλιά της μάνας του.
Μια μέρα του καλοκαιριού, η μάνα τους, αφού έχασε και το τελευταίο κόκκινο πέταλό της, πέθανε ήσυχα, όπως ήσυχα είχε ζήσει όλη τη ζωή της. Δεν πέρασε πολύς καιρός και η κοιλιά της, ξεραμένη απ’ τον ήλιο, έσκασε, κι από μέσα της τινάχτηκαν τα ελάχιστα μαύρα σποράκια κι έπεσαν στο χώμα. Το χώμα, όπως ξέρετε, το καλοκαίρι είναι στεγνό και σκληρό και τα σποράκια δεν μπορούσαν να χωθούνε μέσα του και να μείνουν εκεί, όλα μαζί, στο μέρος που γεννήθηκαν. Έτσι, ο πρώτος άνεμος που πέρασε από κει τα πήρε και τα σκόρπισε, άλλα μέσα σε σταροχώραφα, άλλα μέσα σε κήπους, άλλα σε ξέφωτα δασών κι άλλα επάνω στις πλαγιές των λόφων.
Ένα απ’ αυτά, το σποράκι αυτής της ιστορίας, ήταν πιο μικροκαμωμένο από τ’ άλλα, πιο ελαφρύ, κι έτσι ο αέρας το κουβάλησε μακριά, πολύ μακριά από την εξοχή, στη μεγάλη γκρίζα πολιτεία. Σαν έφτασε όμως εκεί, δεν ήξερε πού να το αποθέσει, γιατί στην γκρίζα πολιτεία το χώμα είχε πια χαθεί. Παντού δεν έβλεπες άλλο από τσιμέντο κι άσφαλτο και σίδερο, τσιμέντο κι άσφαλτο και σίδερο. Μάταια έψαχνε ο άνεμος να βρει λιγάκι χώμα ν’ αποθέσει το μικρό σποράκι, έτσι που να μπορέσει το άμοιρο κι αυτό να ρίξει ρίζες κάποτε και να βλαστήσει. Κι επειδή είχε φτάσει η ώρα του, του ανέμου, να πεθάνει και δεν προλάβαινε ή να το πάει το σποράκι πιο μακριά ή να το φέρει πίσω, εκεί απ’ όπου τό ’χε πάρει, έψαχνε απελπισμένα να βρει έστω μια γλάστρα σε μπαλκόνι ή σε παράθυρο. Τίποτε όμως. Γλάστρες δεν είχε η πολιτεία, παρά μόνο, όπως είπαμε, τσιμέντο κι άσφαλτο και σίδερο, τσιμέντο κι άσφαλτο και σίδερο. Τότε, ο άνεμος, που δεν άντεχε άλλο, ξεψύχησε κι άφησε το σποράκι να πέσει πάνω στο πεζοδρόμιο μιας μεγάλης λεωφόρου.
Το πεζοδρόμιο ήτανε πλακόστρωτο, και το σποράκι βρέθηκε στην ένωση από δυο μεγάλες πλάκες, που, για καλή του τύχη, δεν ήταν καλά κολλημένες μεταξύ τους, κι έτσι μπόρεσε να χωθεί μες στη χαραματιά πού ’χασκε ανάμεσά τους και να κρυφτεί. Εκεί μέσα ένιωσε ξαφνικά μιαν ασφάλεια περίεργη και μια ζέστα, σαν κάτι να τ’ αγκάλιαζε, να το νανούριζε γλυκά. Κι όσο κι αν σας φανεί παράξενο, αυτό το κάτι ήταν το χώμα. Θαμμένο εκεί, κάτω απ’ τις κρύες γκρίζες πλάκες, ήταν ακόμη ζωντανό, ζεστό, και τώρα χαιρότανε και γιόρταζε πού ’χε ξανά στην αγκαλιά του ένα σποράκι, κι ας ήταν και μικρό.
Το καλοκαίρι τέλειωσε, τέλειωσε το φθινόπωρο, τέλειωσε κι ο χειμώνας κι ήρθε η άνοιξη, και το σποράκι, που κοιμότανε βαθιά μήνες και μήνες τώρα, ξύπνησε ξαφνικά από μια φαγούρα κι ένα φούσκωμα κι ανακάλυψε μ’ έκπληξη και κάποιον τρόμο πως το κορμάκι του ήταν τώρα μεγαλύτερο απ’ ό,τι όταν το πήρε ο ύπνος.
Τις μέρες που ακολούθησαν, το φούσκωμα συνέχισε κι ο τρόμος του μεγάλωσε, γιατί το δέρμα του άρχισε να σκίζεται, κι εκεί που πριν είχε μονάχα μια ολοστρόγγυλη κοιλίτσα άρχισε τώρα να βγάζει κάτι κλωστούλες σαν ποδαράκια, που χώνονταν μέσα στο χώμα, κι ένα κιτρινοπράσινο, μυτερό πραγματάκι σαν κεφαλάκι, που ορθωνόταν προς τα πάνω κι αγωνιζόταν να βγει από τη χαραμάδα στο φως.
Ο τρόμος του όμως δεν κράτησε πολύ, γιατί θυμήθηκε κάτι ιστορίες που είχε ακούσει, όταν ήταν ακόμη στην κοιλιά της μάνας του, πως δηλαδή είν’ έτσι που τα σποράκια γίνονται παπαρούνες. Αφέθηκε λοιπόν να μεγαλώνει, θρεμμένο απ’ το φιλόξενο χώμα, ώσπου ένα πρωί, θαρρώ πως ήταν Μάης, μια παπαρούνα κατακόκκινη άνοιξε τα πέταλά της εκεί, στις πλάκες του πεζοδρομίου της μεγάλης λεωφόρου. Φανταστείτε, αλήθεια, ένα τέτοιο λουλούδι, τόσο κόκκινο, τόσο γεμάτο αίμα, τόσο γεμάτο φως, πάνω στις πλάκες του πεζοδρομίου της γκρίζας πολιτείας, πού ’ναι φτιαγμένη από τσιμέντο, άσφαλτο και σίδερο. Φανταστείτε μια παπαρούνα στο πεζοδρόμιο της οδού Σταδίου.Κάτι τέτοιο. Σίγουρα, θα σκεφτόσαστε πως εκείνο τ’ ανοιξιάτικο πρωινό έγινε κάτι σαν επανάσταση στην πόλη· πως η συγκοινωνία σταμάτησε· πως τα γκρίζα κτίρια άδειασαν κι οι άνθρωποι έτρεξαν κατά χιλιάδες να μαζευτούνε γύρω απ’ την παπαρούνα, με το στόμα ανοιχτό μια πήχη, με τα μάτια βουρκωμένα απ’ τη χαρά για το θαύμα˙ πως οι πίσω, που δε βλέπανε, φωνάζανε στους μπρος «στην άκρη, να δούμε κι εμείς, κι εμείς»˙ πως χρειάστηκε να επέμβει η αστυνομία για την αποκατάσταση της τάξης, που τελικά δεν αποκαταστάθηκε, γιατί ακόμα και οι κρανοφόροι, όταν πλησίασαν, ανοίξανε κι αυτοί μια πήχη στόμα, και τα κλομπς τούς πέσαν απ’ τα χέρια και βγάλανε τα κράνη τους, γιατί δε χώραγαν πια τα κεφάλια τους˙ πως οι γυναίκες, μη βλέποντας τους άντρες να γυρίζουνε το μεσημέρι σπίτι, αφήσαν το φαΐ να ψήνεται και πεταχτήκανε να δούνε τι συμβαίνει και μείνανε κι αυτές εκεί, ξεχνώντας τα φαγιά να καίγονται επάνω στη φωτιά…
Τίποτε απ’ όλ’ αυτά δεν έγινε. Οι άνθρωποι της πολιτείας ήτανε κι αυτοί από τσιμέντο κι άσφαλτο και σίδερο και στο μέρος της καρδιάς είχανε μια πλαστική σακούλα. Περνούσανε, λοιπόν, πλάι απ’ την παπαρούνα, σαν να μην είχε τίποτε συμβεί, γιατί, όσο κι αν φαίνεται τρελό, οι άνθρωποι της πολιτείας κοιτούσαν, μα δε βλέπανε. Παράξενο πράγμα όμως· ενώ όλοι τους βαδίζαν στα τυφλά, κανένας δεν την πάτησε, λες κι είχε σηκωθεί τριγύρω της αόρατο περίφραγμα, για να την προστατέψει απ’ όλες αυτές τις στρατιές πελμάτων που την απειλούσαν με ισοπέδωση κι έτσι να συνεχίσει να υπάρχει η ομορφιά στη μέση της ασκήμιας, κι ας ήτανε αόρατη, μια που κανένας δεν την έβλεπε, κι ας μην ήτανε παρηγοριά για κανέναν, μια που κανένας δεν την αποζητούσε.
Έτσι προφυλαγμένη, έζησε τις μέρες της ζωής της και, όταν ήρθε η ώρα της, πέσανε κι αυτηνής τα πέταλά της, κι αργότερα απ’ την ξερή κοιλιά της πήδησαν πάνω στο πεζοδρόμιο τα μαύρα ελάχιστα παιδιά της, κι ένας αέρας, ανακατεμένος μ’ εξατμίσεις αυτοκινήτων, ήρθε και τα σάρωσε από κει και τά ’σπειρε πάνω στην άσφαλτο, και με την πρώτη βροχή τελειώσαν όλα μες στους υπονόμους. Όλα, εκτός από ένα, το πιο μικρό, το πιο ελαφρύ, που ο αέρας τό ’φερε και τ’ άφησε στη στέγη ενός σπιτιού, πού ’χαν ξεχάσει να το γκρεμίσουν κι είχε ακόμα κεραμίδια. Εκεί, στα κεραμίδια ανάμεσα, σε μια γωνιά πού ’χε μαζέψει σκόνη μπόλικη και μούσκλα2 απ’ τη βροχή, κούρνιασε το σποράκι και, την άλλη άνοιξη, φύτρωσε κι έδωσε μια παπαρούνα κατακόκκινη, που έζησε κι αυτή και πέθανε ωραία κι αγνοημένη.
Η ιστορία θά ’πρεπε να τελειώνει εδώ, γιατί πού αλλού θα μπορούσε να πάει το επόμενο σποράκι; Ε, λοιπόν, δεν είναι έτσι, η ιστορία δεν τελειώνει εδώ (κι ίσως να μην τελειώνει και ποτέ), γιατί, την άλλη άνοιξη, μια παπαρούνα άνθισε επάνω σ’ ένα συννεφάκι…

Επιμύθιο Ι: Αν δεν σηκώνετε, πότε πότε, το βλέμμα σας στον ουρανό, υπάρχει κίνδυνος να
χάσετε θαύματα που συμβαίνουν εκεί πάνω.
Επιμύθιο ΙΙ: Αν περπατάτε κοιτώντας συνέχεια ψηλά, υπάρχει κίνδυνος να πατήσετε κάποια παπαρούνα που θάλλει στο πεζοδρόμιό σας.

Διαβάστε περισσότερα