Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Λίτσα, Ψαραύτη, «Η εκδίκηση των μανιταριών», εκδ. Άγκυρα, 2009

Ιερώνυμος Μπος – Η εις Άδου κάθοδος

 

Μόλις το φανάρι γινόταν πράσινο και τ’ αυτοκίνητα χιμούσαν, το παιδί έτρεχε στον κάθετο δρόμο. Πλησίαζε το τζάμι του οδηγού με την πραμάτεια στα χέρια του, χαρτομάντιλα, σαπούνια, στιλό, η κυρία Δέσποινα δεν μπορούσε να διακρίνει τι πουλούσε το παιδί, η απόσταση από τη διασταύρωση των φαναριών ως το ισόγειο διαμέρισμά της ήταν αρκετή. Μερικοί οδηγοί άνοιγαν το παράθυρο και του ’διναν το κατιτί τους κι αμέσως έκλειναν το τζάμι βιαστικά για να γλιτώσουν από την ενοχλητική παρουσία του αγοριού παρά για ν’ αποφύγουν τη σιγανή βροχή που έπεφτε από το πρωί.

Το παιδί κοιτούσε λαίμαργα τις σακούλες των σούπερ μάρκετ στα πίσω καθίσματα, τα κουτιά με τα παιχνίδια, τα κόκκινα βελουδένια αβγά, τα σοκολατένια λαγουδάκια κι αυτό το βλέμμα προξενούσε αμηχανία και δυσαρέσκεια στους οδηγούς.

Μεγάλο Σάββατο, κρύο και βροχερό, κι η κυρία Δέσποινα ξεχνούσε τη μοναξιά της κοιτώντας την κίνηση του δρόμου. Το αγόρι ήταν καινούριο στην πιάτσα των φαναριών, ως χθες ζητιάνευαν τσιγγάνες με μωρά στην αγκαλιά. Ξανθούλικο και λιγνό, φορούσε μπλουζάκι καλοκαιρινό, Αλβανάκι θα ήταν σίγουρα, κοντά στα δώδεκα.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

«Διήγημα φοβερόν εκ του Γεροντικού», περ. Ἁγιορειτικὴ Βιβλιοθήκη, τ.χ. 2ον, 1962

Διηγήσατο ημίν ο Αββάς Παφνούτιος, ότι: όταν ήμην νεώτερος ησύχαζον πλησίον του Αββά Απολλώ· όταν ήλθεν η Κυριακή των Βαίων επήγον εις τον Γέροντα λίαν πρωΐ και ασπασάμενος αυτόν και ευλογηθείς, εκάθισα πλησίον του, και παρεκάλουν αυτόν, όπως δεχθή με να κατοικήσω μετ᾿ αυτού διότι καθ᾿ όλην την αγίαν Τεσσαρακαστήν μόνος μου κατοικών, πολύ επολεμήθην από τον δαίμονα της πορνείας, αλλ᾿ ο Γέρων δεν συγκατετίθετο.

Παραμείνας μέχρι της έκτης ώρας (μεσημβρίας) ως ανεχώρησα κατερχόμενος του Όρους, εις τον δρόμον συνήντησα τον υπηρέτην αυτού του Γέροντος, πηγαίνοντα εις αυτόν, κτυπώντα το πρόσωπόν του και μαδώντα τας τρίχας του γενείου του, και ιδόντος με παρεβιάσατο να επανέλθω εις τον Γέροντα· ως δε υπήγομεν, προσπεσών εδιηγήθη προς αυτόν λέγων· Περιπατούντες μετά του μικροτέρου αδελφού μου, επεράσαμεν από τον τάφον του Υπάτου, μη γνωρίζοντες ότι κανείς δεν ημπορεί να περάση την νύκτα από αυτόν τον δρόμον. Ενώ περιεπάτουμεν, εξ αίφνης φαντασία δαιμονική ελθούσα εκ του μνήματος, ήρπασέ μου τον αδελφόν. Ως ήκουσε τούτο ο Γέρων, βοήσας προς τον Θεόν είπε· Κύριε ο Θεός των Δυνάμεων, παρακαλώ σε βοήθησόν με. Και προσευχηθείς ο Γέρων, λαβών και εμέ μαζί του επηγαίνομεν.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Εύη Μάμαλη, «Η οβίδα» [εικονογράφηση: Φωτεινή Στεφανίδη], εκδ. Θίνες, 2020 (γράφει ο Ανθούλλης Δημοσθένους)

Μια οβίδα εκτινάσσεται ψηλά στον ουρανό. Ξεφεύγει από την πόλη με το εργοστάσιο παραγωγής Βαρέων και Φρικαλέων Όπλων. Εκεί όπου οι άνθρωποι εργάζονται νυχθημερόν σ’ αυτό, χωρίς να μπορούν να διαθέσουν ούτε στιγμή από το χρόνο τους, να κάνουν τη ζωή τους έτσι όπως αυτοί θέλουν. Αεράτη κι αεροδυναμική η οβίδα ξεκινά ένα περιπετειώδες ταξίδι. Και τι δε συναντάει, και τι δεν κάνει: λικνίζεται στην κοιλιά της όρκας, επισκέπτεται το δάσος, ποζάρει με φανταχτερό φτέρωμα παγωνιού στην αίθουσα με τα εκθέματα, χορεύει με τα παιδιά στο πάρκο, πιάνεται αιχμάλωτη από τον Στρατηγό, μέχρις ότου συναντάει μια γυναίκα, την Ιστορία, και ταξιδεύει μαζί της…

 

 

 

Η Εύη Μάμαλη έχει δώσει ικανό δείγμα των συγγραφικων της προθέσεων με το πρώτο βιβλίο της με τίτλο “Το Ασυναισθημα“. Μια μοναδική προσέγγιση που αποσπασματικά θυμίζει τις φιλοσοφικές αλληγορίες του Ιταλό Καλβίνο στις “Αόρατες πολεις”. Η Μάμαλη, όμως, εκανε σαφές με την Οβιδα ότι η γραφίδα της μας εισάγει σε ένα ολότελα νέο κειμενικό genre. Στην οβιδα απαντώνται όλα τα βασικά χαρακτηριστικά ενός κειμένου που εντάσσεται στην εφηβική ή νεανική λογοτεχνία.
Η χρήση του φανταστικού στην διαμόρφωση μιας συγκεκριμένης φαμπουλα, όπου η πλοκή, οι δράσεις και τα πρόσωπα εξελίσσονται μέσα από την αλληλεπίδραση, θα μπορούσε να οδηγήσει έναν επιπόλαιο αναγνώστη στο να τοποθετήσει το αφήγημα αυτό στην προαναφερθείσα λογοτεχνική κατηγορία. Κάτι τέτοιο θα ήταν εξαιρετικά άδικο για το βιβλίο, την συγγραφέα και προπάντων για το αναγνωστικό κοινό. Η οβιδα δεν είναι απλά μια ιδιοφυής αλληγορία, όπου ολόκληρη η ανθρώπινη πορεια στον χρόνο συνοψίζεται μέσα σε μια ιστορία. Η οβιδα λειτουργεί ως βασικό σύμβολο από το οποίο εκπορεύονται όλες οι ψυχολογικές παράμετροι της ανθρώπινης οντολογίας.
Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Βασιλική Ραβάνη, «Πρωινές εξομολογήσεις» (Επιμέλεια κειμένου- εικόνων: Νίκος Γύφτουλας Χρυσάνθου) (α’ εμφάνιση)

 

 

    ΉΣΟΥΝ ο έρωτας της ζωής μου, αυτός που μια φορά αν το βιώσει άνθρωπος, αισθάνεται ότι υπήρξε τυχερός στο πέρασμα της ζωής. Ένα κυριακάτικο πρωινό μας βρήκε σφιχταγκαλιασμένους.  Ύστερα από την ερωτική συνεύρεση μου είπες: «Σ’ αγαπώ, γιατί ξέρεις να αναδομείς τα κύτταρα μου, γιατί το κορμί και η ψυχή μου χωράει μόνο στο δικό σου σώμα, σ’ εσένα ξαναζώ το ελλειμματικό κομμάτι του πατέρα μου, την άνευ όρων αγάπη και ανοχή του, την ζέση και την ασφάλεια που μου έδινε η αγκαλιά της μητέρας μου, την πνευματική μοναδικότητα της, τη γλυκιά αίσθηση συμμαχίας που είχα με τον αδελφό μου και τους φίλους μου. Είσαι η παιδική μου χαρά και το παιχνίδι του θανάτου μου. Σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ,  είσαι τα πάντα για μένα· θέλω να το πιστέψεις.

Παρατήρησα ότι οι εκ βαθέων ομολογίες μου, τον έκαναν να απομακρύνεται από εμένα. Το χέρι του γλίστρησε αργά και σταθερά από τον ώμο μου, το πρόσωπο του μίκρυνε. Έκλεισε. Με βαριά φωνή μου απάντησε:  «Κι εγώ σ αγαπώ μάτια μου· αλλά σε ποιά από όλες τις φωνές  σου θέλεις να ανταποκριθώ…  Αισθάνομαι λίγος σε αυτές τις θεϊκές δυνάμεις που μου έχεις  χαρίσει,  αλλά τί θα γίνει στο μέλλον αν σ’ όλες αυτές τις θεϊκές προβολές δεν μπορέσω ν’ ανταποκριθώ».

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Δημήτριος Μουζάκης, «Ο νους της αλήθειας»

Ο αρχαίος μύθος του Δαίδαλου και του Ίκαρου είναι από τους δημοφιλέστερους της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας, αφού ενέπνευσε και εμπνέει γενιές Ελλήνων και ξένων καλλιτεχνών και λογοτεχνών, αλλά και στοχαστών της συστηματικής και της καθημερινής σκέψης. Σύμφωνα με το μύθο, ο ξακουστός εφευρέτης Δαίδαλος εξορίστηκε από τον Άρειο Πάγο διότι εφόνευσε τον ανηψιό του και μαθητή του Τάλοντα, επειδή φοβήθηκε ότι αυτός θα τον ξεπεράσει στην τέχνη της κατασκευής. Τοιουτοτρόπως ο Δαίδαλος βρέθηκε από την Αθήνα στην Κρήτη, να εργάζεται για το βασιλέα Μίνωα. Το παλάτι που ο εφευρέτης έφτιαξε για το βασιλέα στην Κνωσό δεν είχε όμοιό του: διέθετε χίλιες τριακόσιες αίθουσες, υπέροχους κήπους, αυλές και θαυμάσιες τοιχογραφίες. Ο Δαίδαλος περιέπεσε στη δυσμένεια του βασιλέα, όμως, διότι διευκόλυνε την παράδοξη ένωση του ταύρου του Ποσειδώνα με τη βασίλισσα Πασιφάη, τη γυναίκα του. Έτσι, ο βασιλέας διέταξε τη φυλάκιση του Δαίδαλου στο λαβύρινθο, τον οποίο ο ίδιος ο Δαίδαλος κατασκεύασε για τον περιορισμό του Μινώταυρου, του καρπού του έρωτα της Πασιφάης με τον ταύρο του Ποσειδώνα, ενός πλάσματος με κεφάλι ταύρου και σώμα ανθρώπου. Η Πασιφάη λυπήθηκε και απελευθέρωσε τον Δαίδαλο από τον λαβύρινθο. Ο επιδέξιος εφευρέτης, προκειμένου να δραπετεύσει από το νησί, κατασκεύασε γιγάντια φτερά από κλαριά λυγαριάς και πανί και τα κόλλησε με κερί. Έδωσε αυστηρές οδηγίες στο γιο του, τον Ίκαρο, να μην πλησιάσει πολύ τον ήλιο, διότι τότε τα φτερά θα λιώσουν, ούτε τη θάλασσα, διότι τότε τα φτερά θα βαρύνουν, και ξεκίνησε μαζί του την υπέροχη πτήση προς την ελευθερία. Ο Ίκαρος, όμως, μεθυσμένος από τον ενθουσιασμό της πτήσης, δεν άκουσε τον πατέρα του και πέταξε πολύ κοντά στον ήλιο, τα φτερά του έλιωσαν, οπότε έπεσε στη θάλασσα και πνίγηκε, δίδοντας στο Ικάριο πέλαγος το όνομά του. Το νησί στο οποίο ο Ικαρος ετάφη ονομάστηκε Ικαρία.

Διαβάστε περισσότερα