Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Σπύρος Αραβανής, «Η καμαριέρα»

Από το παράθυρο του γραφείου του έβλεπε την πίσω πλευρά ενός ξενοδοχείου. Αυτά, με τα μικρά χωριστά δωμάτια και τα μπαλκονάκια τους, τακτοποιημένα ομοιόμορφα μέσα στην αρχιτεκτονική ομοιογένεια του κτηρίου, σε πλήρη αντίθεση με την πολυσπερμία των πελατών.

Σε κάποιο από όλα, που είχε ανοικτή την μπαλκονόπορτα, διέκρινε τη σκυφτή φιγούρα της καμαριέρας. Ντυμένη στα άσπρα, όπως οι ιατροί που ιαίνουν τους ασθενείς τους,  κρατώντας την ηλεκτρική σκούπα. Να ξορκίζει από τον χώρο τα σημάδια που είχε αφήσει ο πελάτης είτε για να τον ξαναβρεί καινούριο –και όχι μόνο καθαρό- είτε για τον επόμενο πελάτη ώστε να αισθανθεί με τη σειρά του αυτό το στεγανοποιημένο περιβάλλον χωρίς παρελθόν και μέλλον. Απολύτως δικό του για όσο χρονικό διάστημα κατοικήσει ώστε φεύγοντας να πάρει μαζί του και τα μυστικά της διαμονής του.

Οι μόνες όμως που είναι συμμέτοχες σε αυτά είναι οι καμαριέρες.

Σκέφτηκε, δηλαδή,  πόσες ιστορίες θα έχει να διηγηθεί αυτή η καμαριέρα την οποία έβλεπε να επαναφέρει με μηχανιστικό τρόπο το δωμάτιο στην ατάραχη ζωή που είχε πριν την παρουσία του εκάστοτε διάττοντος αστέρα.

Το αστραφτερό μπάνιο, με τις ολόφρεσκες καλοδιπλωμένες πετσέτες, τα καινούρια μπουκαλάκια με το αφρόλουτρο, την εκ νέου σφραγισμένη λεκάνη της τουαλέτας, τις πειθαρχημένες από την αρχή καρέκλες στη στρατιωτική σειρά που το καταστατικό ορίζει και βεβαίως το κρεβάτι, η κορωνίδα της μάχης. Την έβλεπε πώς αναμετριόταν με αυτό το ατίθασο μάλλινο άτι ώστε να είναι απολύτως τακτοποιημένο, όπως και το σεντόνι. Να είναι τελείως αρυτίδωτα και τα δυο, ένα κατόρθωμα που πάντα εκείνος θαύμαζε.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Νίκος Βουτυρόπουλος, «Το μυστικό του Ιούλιου Μεχία»

 

Έφταιγαν τα ποντίκια, σίγουρα πράγματα, δεν εξηγείται αλλιώς αυτή η νεύρωση. Μπορεί να ‘ταν ένας μοναχικός άνθρωπος ο Ιούλιος Μεχίας, παλαιοβιβλιοπώλης και γόνος πλούσιας οικογένειας, που έκανε απλά το χόμπι του συλλέγοντας σπάνια βιβλία, η ψυχοπαθολογία του όμως θα ταίριαζε σ’ ένα λογοτεχνικό πρόσωπο ή συγγραφέα, όχι σ’ έμπορο. Σίγουρα πάσχιζε να ξεφορτωθεί την περιουσία του, αλλά ότι θα έφτανε σε σημείο να γίνει κυριολεκτικά βιβλιοφάγος, αυτό πια παρέπεμπε σε ήρωες ρομαντικών εποχών.

Αρχικά τα ποντίκια εισέβαλαν στο βιβλιοπωλείο του, για να μασουλήσουν σελίδες, γρήγορα όμως μπήκαν και στο μυαλό του, σε σημείο μάλιστα που σχεδόν ταυτίστηκε μαζί τους, έγινε ένα ανθρώπινο τρωκτικό. Οι μικροί τετράποδοι εισβολείς κάπως τα κατάφερναν να περνούν απαρατήρητοι, μέχρι που ένα βράδυ ο Ιούλιος Μεχίας, λίγο πριν επιστρέψει στο σπίτι του, ανακάλυψε κάποιες φαγωμένες σελίδες σ’ ένα λατινικό λεξικό του 19ου αιώνα. Τότε ξεκινάει ο εφιάλτης. Εκείνη τη νύχτα δεν κοιμήθηκε, και μέχρι να ξημερώσει, σκεφτόταν τρόπους ν’ απαλλαγεί από τους παμφάγους δαίμονες. Προμηθεύτηκε σχεδόν τα πάντα, από φόλες και κάθε είδους παγίδες μέχρι μονωτικά υλικά για τρύπες σε τοίχους και πατώματα. Τις επόμενες μέρες βάλθηκε να οχυρώνει το βιβλιοπωλείο του, καθ’ υπόδειγμα της Γραμμής Μαζινό, για την επικείμενη ανθρωπομυομαχία. Όταν ένιωσε έτοιμος για τη νίκη, απλά περίμενε. Ένα όμως δεν υπολόγιζε, τη συγκίνησή του στη θέα ενός ποντικού που σπαρταράει στη φάκα, μ’ ένα λουλούδι από αίμα να ξεφυτρώνει απ’ το στόμα του. Ο παλαιοβιβλιοπώλης τα ‘χασε, κάθισε στο πάτωμα, πήρε το νεκρό ποντικάκι στα χέρια του κι έβαλε τα κλάματα. Ποτέ στη ζωή του δεν είχε νιώσει τόσο άσχημα. Μυξόκλαιγε σα μικρό παιδί. Μάζεψε γρήγορα φόλες και  παγίδες και τις πέταξε στα σκουπίδια. Ξάπλωσε στην πολυθρόνα του γραφείου του, άδειος από σκέψεις, με το βλέμμα καρφωμένο στο ταβάνι, κι έμεινε αρκετή ώρα στην ίδια θέση.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

William Faulkner, «Αβεσσαλώμ, Αβεσσαλώμ!» (μετάφραση: Μαργαρίτα Ζαχαριάδου), εκδ. Gutenberg, 2021

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ

Από τις δυο καὶ κάτι καὶ σχεδὸν μέχρι τὴ δύση ἐκεῖνο τὸ ἀτέλειωτο ἀκίνητο καυτὸ πληκτικὸ ἀπόγευμα τοῦ Σεπτέμβρη κάθονταν στὸ γραϕεῖο, ὅπως τὸ ἔλεγε ἀκόμη ἡ δεσποινὶς Κόλντϕιλντ μόνο καὶ μόνο ἐπειδὴ ἔτσι τὸ ἔλεγε παλιὰ ὁ πατέρας της – ἕνα μισοσκότεινο ζεστὸ πνιγηρὸ δωμάτιο μὲ ὅλα τὰ παντζούρια κλειστὰ καὶ σϕαλισμένα ἐδῶ καὶ σαράντα τρία καλοκαίρια γιατὶ ὅταν ἦταν μικρὴ κάποιος πίστευε πὼς τὸ ϕῶς καὶ ὁ κινούμενος ἀέρας μεταϕέρουν ζέστη ἐνῶ εἶναι πάντα πιὸ δροσερὸ τὸ σκοτάδι, τὸ ὁποῖο ἔκοβαν διασταυρούμενες κίτρινες λεπίδες ϕωτὸς γεμάτες μόρια σκόνης ποὺ ὁ Κουέντιν τὰ ἀντιλαμβανόταν σὰν νιϕάδες τῆς παλιᾶς νεκρῆς ξερῆς μπογιᾶς ποὺ ξεκολλοῦσε ἀπὸ τὰ παντζούρια καθὼς ξέϕτιζαν σὰν νὰ τὴ σήκωνε ἀέρας ἀπὸ ἔξω. μιὰ γλυσίνα ἄνθιζε γιὰ δεύτερη ϕορὰ μέσα στὸ καλοκαίρι πάνω στὸ ξύλινο πλέγμα ἔξω ἀπὸ τὸ ἕνα παράθυρο ὅπου πλησίαζαν κάθε τόσο τὰ σπουργίτια κατὰ ριπές, ἀκανόνιστα, μ᾽ἕναν στεγνὸ ζωηρὸ χωμάτινο ἦχο κι ὕστερα ἔϕευγαν· καὶ ἀπέναντι ἀπὸ τὸν Κουέντιν, ἡ δεσποινὶς Κόλντϕιλντ μὲ τὰ αἰώνια μαῦρα ποὺ ϕοροῦσε ἐδῶ καὶ σαράντα τρία χρόνια, γιὰ τὴν ἀδελϕή, τὸν πατέρα, τὸν μὴ-σύζυγό της, κανεὶς δὲν ἤξερε, καθόταν εὐθυτενὴς στὴ σκληρὴ καρέκλα μὲ τὴν ἴσια πλάτη ποὺ ἦταν καὶ τόσο ψηλὴ γιὰ κείνη ὥστε τὰ πόδια της κρέμονταν κατακόρυϕα καὶ ἄκαμπτα σὰν νὰ ἦταν καλάμια καὶ οἱ ἀστράγαλοί της ἀπὸ σίδερο, πολὺ ψηλὰ πάνω ἀπὸ τὸ πάτωμα καὶ μὲ ἐκείνη τὴν αὔρα τῆς ὀργῆς ἀπὸ τὴν ἀδυναμία καὶ τὴ στατικότητα ποὺ ἔχουν τὰ πόδια τῶν παιδιῶν, καὶ μιλοῦσε μὲ τὸν ἴδιο διαρκῶς ἐπίσημο καταβεβλημένο κατάπληκτο τόνο στὴ ϕωνὴ ὥσπου ἡ προσοχὴ ὑποχωροῦσε καὶ ἡ ἀκοὴ μπερδευόταν καὶ τὸ ἀπὸ καιρὸ νεκρὸ ἀντικείμενο τῆς ἄγονης κι ὡστόσο ἀδάμαστης δυσϕορίας της ἀναϕαινόταν, ἀνταποκρινόμενο θαρρεῖς στὴν ἀγανακτισμένη ἀνακεϕαλαίωση, ἥσυχο ἀϕηρημένο καὶ ἄκακο, μέσα ἀπὸ τὴν ὑπομονετικὴ καὶ ὀνειρικὴ καὶ θριαμβεύτρια σκόνη.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Lawrence Durrell, «Πικρολέμονα», εκδ. Γρηγόρη, 1957

Το στρατόπεδο είχε μετακινηθεί τώρα από το φρούριο στην Κοκκινοτριμιθιά και εδώ, στο τραχύ γυμνό και άχαρο πλάτωμα, οι σκαπανείς του στρατού είχαν φτιάξει μερικές παράγκες κι ένα μεγάλο συρματόκλειστο περίβολο. Από μακριά φαινόταν σαν κάποιο εγκαταλελειμμένο κοτέτσι για γαλόπουλα. Ανέβηκα ίσαμε κει με τον Φόστερ που μιλούσε απελπισμένα για την έλλειψη λογικής που έδειχναν οι κρατούμενοι, για την πλήρη περιφρόνηση του νό[1]μου και την έλλειψη πολιτικής ηθικής. «Τα τρία τέταρτα περίπου απ’ αυτά τα μπαστάρδικα θα καταδικάζονταν για σοβαρές παραβάσεις του νόμου», επανελάμβανε με περιττή ανησυχία! Και ρίχνουν σβόλους χώμα στους επισκέπτες και μας φωνάζουν «φασίστες». Εμείς, φασίστες, σε ρωτάω!

Οι συνθήκες διαβιώσεως ήσαν στενάχωρες αλλ’ όχι κακές. Ίσως πολύ λιγότερο σκληρές παρά για πολλούς νέους που κάνουν το στρατιωτικό τους. Επιθεωρήσαμε τις παράγκες κι εξετάσαμε τα ζητήματα της τροφής και της παροχής ζεστού νερού. Αν έκρινα από τα βιβλία που βρίσκονταν στα περισσότερα περβάζια των παραθύρων και στα κρεβάτια, αρκετοί από τους τρομοκράτες θα ήσαν διανοούμενοι. Είδα τη Ζωή εν τάφω του Μυριβήλη και τη σπάνια αθηναϊκή έκδοση του Καβάφη, τα ποιήματα του Σεφέρη και την Αιολική Γη του Βενέζη με τον δικό μου πρόλογο που μεταφράσθηκε με αγάπη από την αγγλική έκδοση. Αυτά τα πράγματα με πλήγωναν, όταν για πρώτη φορά καταλάβαινα πως η έκκληση της ΕΟΚΑ δεν απευθυνόταν σε κακοποιούς, σε εκ γενετής εγκληματίες, αλλ’ ακριβώς στους πιο έξυπνους και ιδεαλιστές ανάμεσα από τους νέους. Αυτοί θα υπόφεραν από τα προστάγματα των ηγετών τους.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Φώντας Κονδύλης, «Τριήμερο στα κάγκελα, απ΄ το ημερολόγιο των σκοτεινών ημερών», εκδ. Καστανιώτη, 1979,

Αργά το βράδι

Μετά τις δύο παραστάσεις. Η Ιωάννα κι εγώ. Πήραμε να κατεβαίνουμε την Πανεπιστημίου. Με την Ιωάννα παίζουμε μαζί στο ίδιο έργο. Οι κριτικοί μάς γράψανε καλά. Για μας τους δυο. Καλά. Είχαμε διαβάσει ολόκληρη την κριτική νωρίς το βράδι πριν την παράσταση, και τότε καταλάβαμε γιατί ο θίασος μάς έκανε μούτρα. Είχαμε γελάσει. Η Ιωάννα θα πήγαινε στα Βριλήσσια, στο σπίτι της. Θα τηνε πήγαινα ως την αφετηρία, κι έπειτα θάφευγα κι εγώ. Η αφετηρία για το σπίτι της είν΄ ακριβώς πάνω απ΄ το Πολυτεχνείο.

— Λες να γίνουνε τίποτα επεισόδια; με ρωτάει η Ιωάννα.

            Έχω το χέρι μου περασμένο στον ώμο της.

            — Δε φαντάζομαι. Δε βλέπεις γύρω σου την ησυχία; της απαντάω.

            Άδεια σχεδόν η Πανεπιστημίου. Μόνο ταξί που κατεβαίνουν προς την Ομόνοια.

            — Τι ωραία που είναι η Αθήνα δίχως κόσμο… λέω αφηρημένα. Και το πιστεύω αυτό που λέω.

            — Δεν έχει λεωφορεία; Τι ώρα είναι; με ρωτάει.

            Τότε κι εγώ αντιλαμβάνομαι πως δεν υπάρχουν λεωφορεία. Τα λεωφορεία Αμπελόκηποι – Πατήσια που περνούν ακριβώς μπροστά απ΄ το Πολυτεχνείο…

Διαβάστε περισσότερα