Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Πόπη Συνοδινού, Κείμενα

ΤΟ ΑΧΟΡΤΑΓΟ

Εχω ενα αγριμι μεσα μου,
κανει λιτανειες με ονοματα,
κανει συναντησεις παραξενες οταν μυστες αναβουν τα φεγγαρια.
Ξεχυλωνει τον χρονο σκορπωντας τον στο πουθενα και αναμεσα στο παντα.
Την μια στιγμη θελει αγαπη,
την αλλη θελει ερωτα, μετα θελει αληθεια,
αλλοτε διψασμενο με κοιτα με ματια λυπημενα, να περπατησει λεει θελει σε ολα τα απατητα.
Εχω ενα αγριμι μεσα μου,
καποτε με κοιτα σαν ενα βρεφος που θελει μεσα στην νυχτα το βυζι,
καποτε με κοιτα σαν ενας ανθρωπος που ανακαλυψε το μυστικο της αθανασιας…
Το ταιζω, το περπατω, το πλενω στην βροχη, το αφηνω να λιαστει,
ολα μπορω να του τα κανω.
Ενα ομως δεν μπορω, να προσποιηθω πως δεν υπαρχει…

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Γιώργος Πατιός, “Γιατί δεν υπάρχουν γιατί”

Όταν θέλουμε να απαντήσουμε στο ʽγιατίʼ κάποιου θέματος, θέλοντας και μη παραπέμπουμε στην εύρεση αιτιών, οι οποίες αιτίες θεωρούνται ως γενεσιουργές συνθήκες του θέματος. Εάν πχ βλέπουμε ένα μήλο να πέφτει από μια μηλιά και ρωτήσουμε το γιατί το μήλο έπεσε, η απάντηση που θα δώσουμε –ακόμα και εάν είναι λανθασμένη- θα αφορά την αιτία της πτώσης, τον λόγο για τον οποίο το μήλο έπεσε.
Όταν από την άλλη θέλουμε να απαντήσουμε στο –πως- κάποιου ζητήματος, τότε οι απαντήσεις που θα δώσουμε θα αφορούν τον τρόπο, τις συνθήκες κάτω από τις οποίες το ζήτημα παρουσιάστηκε. Εάν πχ (για να μείνουμε στο ίδιο παράδειγμα) βλέποντας ένα μήλο να πέφτει από μια μηλιά, αναρωτηθούμε ʽπώς έπεσε;ʼ τότε η απάντηση μας θα περιγράφει αναγκαστικά χωρίς να μπορεί να εξηγήσει.
Σε ζητήματα αισθητικής αποτίμησης όμως, τα πράγματα είναι διαφορετικά. Εδώ το γιατί ένα έργο τέχνης το θεωρούμε όμορφο είναι στενά και άρρηκτα συνδεδεμένο με το πώς αυτό το έργο τέχνης έχει δημιουργηθεί αλλά και με το πώς αυτό το έργο τέχνης έχει προσληφθεί από εμάς.
Όταν θέλουμε να εκφέρουμε μία προσωπική αισθητική κρίση, οι λόγοι ύπαρξης ή δημιουργίας του κρινόμενου αισθητικού φαινόμενου είναι σχεδόν απόλυτα συνυφασμένες με τις συνθήκες έκφρασής του, σε σημείο να μην μπορούμε να μιλήσουμε για το γιατί κάτι μας φαίνεται όμορφο χωρίς ταυτόχρονα να μην είμαστε αναγκασμένοι να δικαιολογήσουμε το πώς είναι όμορφο.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Σπύρος Αραβανής, “Ο Μποστ και το ελληνικό τραγούδι”

 

“Πάμε στο άγνωστο για μάρκα με ελπίδα/ να ζητιανέψουμε σε τόπους μακρυνούς/ να ορθοποδήσουμε πριν έρθη καταιγίδα/ και αμνηστέβουμαι κε άλλους Γερμανούς/ Σκίσον πλοίον τας θαλάσας/ εις την Μπον να είμε φτάσας/ Σκίσον τα νερά προπέλαι/  Αραχνιάσαν αι μασέλε”.

                                                                                             Mποστ

 

«Η μεγαλύτερη δύναμη σε κάθε ιστορικό κίνημα μετριέται από την ικανότητά του να παράγει χιούμορ. Τελικά, εκεί που κατάντησε ο άνθρωπος, το μόνο που τον ξεχωρίζει από τα ζώα είναι η δυνατότητά του να γελά. Με την πολιτική και κοινωνική σάτιρα οι άνθρωποι και τα γεγονότα παίρνουν τις αληθινές τους διαστάσεις».


Αυτά έγραφε ο Μίκης Θεοδωράκης σε ένα σημείωμά του (1) για το δίσκο «Η Νήσος των Αζορών», που περιελάμβανε δύο σατιρικά τραγούδια τα οποία συνέθεσε στο Λονδίνο, το 1960 και ηχογράφησε στο studio της Columbia, ένα χρόνο αργότερα, με τη φωνή του Γρηγόρη Μπιθικώτση και με τον Μανώλη Χιώτη στο μπουζούκι. Η ικανότητα του ανθρώπου να παράγει χιούμορ. Σε δύσκολες συνθήκες. Σε τομές της ιστορίας. Πώς, λοιπόν, να μη ξαναθυμηθούμε, σήμερα, τον Χρύσανθο (Μέντη) Μποσταντζόγλου ή αλλιώς τον περίφημο σκιτσογράφο, καυστικό και επιτηδευμένα ανορθόγραφο (η γλώσσα του ένα μείγμα επίσημης καθαρεύουσας και νεωτεριστικής δημοτικής) γελοιογράφο, θεατρικό συγγραφέα, ζωγράφο, στιχουργό (και άλλα πολλά) Μποστ, από το θάνατο του οποίου φέτος συμπληρώνονται δεκαπέντε χρόνια; Οι τρεις γνωστότεροι ήρωες των γελοιογραφιών του, η αρχαιοπρεπής αλλά εξαθλιωμένη Μαμά- Ελλάς, ο μικρός ρακένδυτος μα περήφανος ως Έλλην Πειναλέων και η χαρούμενη Ανεργίτσα φαντάζουν ζωντανοί περισσότερο από ποτέ μολονότι από την πρώτη εμφάνισή τους έχουν περάσει 52 χρόνια!.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Γιώργος Μονεμβασίτης, “Ο Nίκος Ξυλούρης τραγουδά τους ποιητές”

 

Το κείμενο εμπεριέχεται στο βιβλίο “Νίκος Ξυλούρης, “…τραγουδάμε για να σμίξουμε τον κόσμο”, εκδ. ΜΕΤΡΟΝΟΜΟΣ 2010

Ο Έλληνας, αποδεδειγμένα, πολύ τον λόγο και το μέλος αγαπά. Πόσω μάλλον τη συνύφανσή τους, που γεννά το τραγούδι. Όταν μάλιστα οι συνθέτες επιλέγουν λόγο ποιητικό για να του χαρίσουν τον μελοποιητικό τους οίστρο, τότε πολλά θαυμάσια μπορούν να συμβούν, με πλέον θαυμαστό τη διδασκαλία της ποίησης μέσω της μουσικής. Έτσι δίδαξε ο Νικόλαος Χαλικιόπουλος-Μάντζαρος στο πανελλήνιο τον λόγο του Διονυσίου Σολωμού, με τον Ύμνον εις την Ελευθερίαν, που, ως γνωστόν, σε Εθνικό Ύμνο της Ελλάδας αναγορεύτηκε, έτσι χάρισε ο Μίκης Θεοδωράκης στον ποιητικό λόγο του Γιάννη Ρίτσου μια δεύτερη ευκαιρία αιωνιότητας, με τον εμβληματικό, για την ελληνική τραγουδοποιία, Επιτάφιο. Η μελοποιημένη ποίηση αποτελεί, λοιπόν, προσφιλές αλλά και οικείο πεδίο για τον νεοέλληνα. Τόσο ως δημιουργία όσο και ως ακρόαση.
Η ευτυχισμένη σύζευξη του ποιητικού λόγου με τη μουσική, ωστόσο, δεν αρκεί για την εκπλήρωση του οράματος. Χρειάζεται και η κατάλληλη ερμηνεία. Αυτή που λειτουργεί ως μεσάζων ανάμεσα στο μουσικό τεχνούργημα και τον αποδέκτη του. Μια λιγότερο ικανοποιητική ερμηνεία μπορεί προφανώς να περιορίσει τη δυναμική και την εμβέλεια του μελοποιημένου ποιήματος. Μνημονεύτηκε πριν λίγο ο κύκλος τραγουδιών Επιτάφιος, που έπλασε ο Μίκης Θεοδωράκης μελοποιώντας την ποίηση του Γιάννη Ρίτσου. Από τη φύση του, ο συγκεκριμένος ποιητικός λόγος απαιτεί ερμηνεία από γυναικεία φωνή, αφού αποτελεί, ο ποιητικός λόγος, το μοιρολόι μιας χαροκαμένης μάνας, για τον ανθό της ζωής της, που τόσο πρόωρα μαράθηκε και χάθηκε. Υπήρξαν δύο ταυτόχρονες δισκογραφημένες ερμηνείες του έργου, που εκδόθηκαν στα τέλη του 1960. Μια αδρή, αμιγώς λαϊκή, με την επιμέλεια του πλαστουργού του και ερμηνευτή τον Γρηγόρη Μπιθικώτση, και μια «εξευγενισμένη», λυρική, που ερμήνευσε η Νάνα Μούσχουρη, καθοδηγημένη από τον Μάνο Χατζιδάκι. Με την προδιαγραφή που αναφέρθηκε, πιο κοντά στο πνεύμα του ποιητικού λόγου ήταν η ερμηνεία της Μούσχουρη. Κι όμως, δεν ήταν αυτή που δόξασε το έργο, αλλά η άλλη, του Μπιθικώτση.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Ειρήνη Ψαρρού, ο Ρομαντισμός της Αντίστασης (Μια παρουσίαση του έργου της Lila Abu-Lughod)

Μια παρουσίαση του άρθρου της Lila Abu-Lughod

Ο ΡΟΜΑΝΤΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ
ΕΞΙΧΝΙΑΖΟΝΤΑΣ ΤΟΥΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΥΣ ΤΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ
ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΤΩΝ ΒΕΔΟΥΙΝΩΝ ΓΥΝΑΙΚΩΝ

Η Lila Abu–Lughod, ανθρωπολόγος και καθηγήτρια στο Τμήμα Γυναικείων Σπουδών και Ισότητας στο Πανεπιστήμιο Columbia της Νέας Υόρκης, έχει ασχοληθεί με το «γυναικείο ζήτημα» στη Μέση Ανατολή για πάνω από είκοσι χρόνια. Μία από τις πρώτες της εργασίες αφορούσε στο συναίσθημα, την ποίηση και την ιδεολογία του φύλου, σε μία κοινότητα Βεδουίνων στην Αίγυπτο, δίνοντας έμφαση στον λόγο των εντοπίων, ο οποίος θεωρείται ως ιδεολογικό εργαλείο αλλά και ως μια μορφή κοινωνικής πρακτικής που δημιουργεί και αναδημιουργεί συλλογικές αναπαραστάσεις. Σταδιακά – επικεντρώνοντας τις μελέτες της στην εννοιολόγηση του φύλου και επηρεασμένη από την μετα-αποικιοκρατική θεωρία – οδηγήθηκε σε μια ιστορική και πολιτική προσέγγιση των φεμινιστικών πρακτικών στη Μέση Ανατολή, ενώ μία από τις μεταγενέστερες εργασίες της αφορούσε στην αιγυπτιακή τηλεόραση ως μέσου διαπαιδαγώγησης που επιδρά καταλυτικά στις τοπικές κουλτούρες και συμβάλλει καθοριστικά στην πολιτισμική παραγωγή των εθνών.
Ένα από τα πιο γνωστά της έργα, που εκδόθηκε το 1986, είναι το «Veiled Sentiments: Honor and Poetry in a Bedouin Society», όπου τα αποσιωπημένα συναισθήματα και ο τρόπος που αυτά εκφράζονται μέσα από την απαγγελία ποιημάτων, αντιμετωπίζονται από την συγγραφέα ως μια μορφή ασυνήθιστης, διακριτικής, καθημερινής, πλην όμως ανατρεπτικής και γιʼ αυτό αποτελεσματικής γυναικείας αντίστασης απέναντι στην ανδρική κυριαρχία. Η ρομαντική αυτή αντίληψη της Abu-Lughod για την αντίσταση, διαμορφώθηκε – όπως η ίδια αναφέρει – μέσα από τη λαϊκή ποίηση, αλλά και την ανθρωπολογική βιβλιογραφία, που παρουσίαζε τους νομάδες βοσκούς γοητευτικά υπερήφανους και ελεύθερους.
Στο παρόν άρθρο, η συγγραφέας, εστιάζοντας το ενδιαφέρον της στις ίδιες θεματικές έρευνας, τροποποιεί τη θέση της, ασκώντας ταυτόχρονα κριτική στην προγενέστερη δουλειά της, αλλά και σε όλους όσοι από τους θεωρητικούς εξιδανικεύουν αυτές τις ιδιότυπες μορφές μη συλλογικής ή μη οργανωμένης αντίστασης αθωώνοντάς τες. Έχοντας σαν θεωρητικά εφόδια τις απόψεις του Gramsci για την «Ηγεμονία», του Foucault για την «Μικροφυσική της Εξουσίας» και την παραγωγική της φύση, καθώς επίσης και του Bourdieu για το «Έθος» και τη «Συμβολική Βία», η Lila Abu–Lughod προσεγγίζει αυτή τη φορά την κοινωνία των Βεδουίνων με έναν πρωτότυπο κατά την άποψή μου τρόπο. Επιχειρεί, μέσα από τις διάφορες μορφές αντίστασης των γυναικών, που παρατηρούνται μέσα στο συγκεκριμένο κοινωνικό και πολιτισμικό περιβάλλον, να αναδείξει τις μορφές εξουσίας που υφέρπουν και που τις γεννούν.
Η φυλή την οποία εξετάζει ονομάζεται «Awlad ʽAli» και εντοπίζεται στην δυτική έρημο της Αιγύπτου. Πρόκειται για πρώην βοσκούς που εγκαταστάθηκαν στις αιγυπτιακές ακτές, από τα σύνορα με τη Λιβύη μέχρι την περιοχή δυτικά της Αλεξάνδρειας. Δεν είναι πια νομάδες, αυτοχαρακτηρίζονται όμως Άραβες, δηλώνουν ότι διατηρούν συγγενικούς δεσμούς με τους Βεδουίνους της Ανατολικής Λιβύης και επιμένουν να διαχωρίζουν τους εαυτούς τους τόσο από τους αγρότες όσο και από τους αστούς Αιγυπτίους της κοιλάδας του Νείλου. Από την άλλη πλευρά, το Αιγυπτιακό κράτος – με την επιτήρηση, την κατάταξη στο στρατό, τον έλεγχο των μετακινήσεων, τη φορολογία, κλπ – επιχείρησε ήδη από τη δεκαετία του ʼ70 να τους ενσωματώσει στην επικράτειά του. Η αντίσταση βέβαια των Βεδουίνων στην κατάσταση αυτή ήταν σθεναρή, καθώς οδηγήθηκαν στο να κυκλοφορούν με πιστόλια και καραμπίνες, να τρέπονται σε φυγές, να διεξάγουν λαθρεμπόριο, να συλλαμβάνονται, να ανακρίνονται, να φυλακίζονται, να εξαπατούν και να φοβούνται τους «σκύλας γιους της κυβέρνησης» όπως συχνά χαρακτήριζαν τα ανώτερα κυβερνητικά στελέχη οι γυναίκες, οι οποίες ένα μόνο τρόπο αντίστασης είχαν στην περίπτωση αυτή: Το ψέμα – προφυλάσσοντας τους άνδρες.
Η Lughod λοιπόν, μέσα απʼ τις τρομοκρατικές αυτές καταστάσεις που βίωσε και η ίδια, οδηγείται τελικά στο να αμφισβητήσει την ρομαντική ιδέα περί «ευγενούς αγρίου». Ο ευγενής δεν ήταν καθόλου ευγενής και ο άγριος καθόλου άγριος. Όσο για τις γυναίκες; Παρότι αρχικά το ενδιαφέρον της δεν επικεντρωνόταν σε αυτές, στην πορεία ανακάλυψε πολύ ενδιαφέρουσες μορφές αντίστασης απʼ την πλευρά τους. Αντιστάσεις, δηλαδή, που ανέπτυξαν μέσα στους κόλπους τής δικής τους ανδροκρατούμενης κοινωνίας και που φάνηκαν στην ανθρωπολόγο εξαιρετικά χρήσιμες για να μελετήσει – μέσα απʼ αυτές – τις υφιστάμενες σχέσεις εξουσίας. Συγκεκριμένα, περιγράφει τέσσερις μορφές από αυτές.

Διαβάστε περισσότερα