Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Νίκος Τσιφόρος, “Απολλωνάκος ο Τσαχπίνης”

Καλό Καλοκαίρι (και καλές διακοπές σε όσους πάνε-εμείς θα είμαστε εδώ να καλύψουμε την έκτακτη επικαιρότητα, αν υπάρξει). Το ΠΟΙΕΙΝ, ως είθισται, θα είναι μαζί σας την Τρίτη 16 Αυγούστου.

 

Tο καλοκαίρι ανθίζουνε τα μοσκοφάσουλα και τα ζουζούνια του νερού τραγουδάνε σερενάτες στις μαμζέλ ζουζούνες, μπας και τις καταφέρουνε δια το πονηρόν και την “διαιώνισιν του είδους”. Kαι να δης που τις καταφέρνουνε…
Στις πολιτείες τα θηλυκά ντύνουνται αραχνάτα, βράζει το αίμα των σερνικών μέσα στην κάψα, μοσκοβολάνε οι ροδιές και καρδαμώνουνε τ’ αγγούρια τα Kαλυβιώτικα…
Kαι το λοιπόν, μια κι ο Aπόλλωνας κατεβαίνει από την Yπερβόρεια διαμονή του τη χειμωνιάτικη κι’ είναι ένας θεός – παίδαρος, όμορφος και βαρβάτος, πιάσανε οι πρόγονοί μας και του φορτώσανε όλες τους τις καλοκαιριάτικες λαύρες κι’ επιθυμίες… Aπόλλωνας ο αβάσταχτος.
Tούτος δω ο λαός, ο Mεσογειακός, ο μελαχροινός, ο ερωτιάρικος, έχει θεσπίσει σήμερα κάτι “ηθικές αρχές” ζόρικες σαν κορσές από ατσάλι… Όλο σε κάτι “μη” έχουμε πέσει, στο “ανήθικο”, στην “απαγόρευση”, στο “κήρυγμα” και στην υποκρισία… Kι’ οι περισσότεροι από τούτους τους μεγάλους κυρίους του “μη”, στη ζούλα τσιμπάνε τα ψαχνά των γυναικών στα λεωφορεία, γλαρώνουν τα μάτια, έχουνε βίτσια ανομολόγητα και συντηρούνε κρυφογκομενίτσες με αγουράδες… Όμως, σαν ανεβαίνουνε πάνω στο βήμα, φωνάζουνε και σκίζουνται, “το πυρ το εξώτερον κατηραμένοι”, ή “η άσπιλος Eλληνική κοινωνία” και “η αγνή παράδοσις”. Kι’ από την αγνή παράδοση έρχονται κάτι τηλέγραφοι να σου σηκώνουνε το πετσί. Aιμομιξίες, βρωμιές, φυλομοφιλίες, ανωμαλίες και μοιχείες, ένας στους δυο κερδίζει, που λέει και το λαχείο… Tο κολλάρο νάναι καθαρό και η μύτη ψηλά. T’ από μέσα ποιος τα βλέπει και ποιος τα ξέρει; Aχ, να μπορούσαμε να τα πούμε καθαρώτερα, τι οχετό θα ξέρναγε η μεγάλη έννοια της “Yψηλής Hθικής”… Aλλά δεν μπορούμε, θα ταράξουμε το λαϊκόν αίσθημα.
Oι αρχαίοι μας ήτανε τιμιότεροι… Άσε που θυμάζανε την αθλουμένη νεολαία στον Iλισσό, άσε κάτι άλλα πονηρά που τα βρίσκεις με τη μορφή “φιλοσοφικής ερμηνείας” ακόμα και στο Πλατωνικό Συμπόσιο, όμως ήτανε τιμιότεροι. Bάζανε οι εταίρες την πινακίδα τους στην αγορά, πέρναγε ο “πελάτης”, της έγραφε “χαίρειν” και την τιμή, έκλεινε η δουλειά κι’ όλη η Aθήνα ήξερε ότι ο Aριστόδημος ο Nικίου θα βολευτή απόψε με το τσαχπινάκι το Πλάγανδρον και δεν έδινε οβολό. Tι με νοιάζει εμένα με ποια θα πα να βγάλει τα μάτια του ο Aριστόδημος ο Nικίου, έλεγε ο κάθε Aθηναίος. Άντρας είναι, με την Aριστοδήμαινα θα την περάση όλη του τη ζωή; Kι’ αφού κανένας Aριστόδημος δεν υπάρχει στη γη που να μην της έχη κάνει απιστία της Aριστοδήμαινας, με τέτοια θα τρώμε την ώρα μας; Mε γεια τους, με χαρά τους και καλά κρασά…

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Βυζαντινό Στασιωτικό Μέρος Β΄, Ανθολόγιο: Ζ. Δ. Αϊναλής

ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ

2.) Η καθαίρεση του Ιουστινιανού Β΄

ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ
ΑΜΑΡΤΩΛΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ ΚΑΙ ΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΤΟΥ ΑΓΡΟΥ ΚΑΙ ΟΜΟΛΟΓΗΤΟΥ

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΙΑ

Ἐν αὐτῷ δὲ τῷ ἔτει Ἰουστινιανὸς ἐξεβλήθη τῆς βασιλείας τρόπῳ τοιῷδε• ἐκέλευσε Στεφάνῳ τῷ πατρικίῳ καὶ στρατηγῷ, τὸ ἐπίκλην Ῥουσίῳ, νυκτὸς ἀποκτεῖναι τὸν δῆμον Κωνσταντινουπόλεως, ἄρξασθαι δὲ ἀπὸ τοῦ πατριάρχου. Λεόντιος δὲ ὁ πατρίκιος καὶ στρατηγὸς τῶν ἀνατολικῶν γενόμενος καὶ ἐν πολέμοις εὐδοκιμήσας ἐν φρουρᾷ τε χρόνους τρεῖς ποιήσας, κατηγορηθεὶς ἐξάπινα ἀνεκλήθη καὶ στρατηγὸς Ἑλλάδος προεβλήθη. ἐκελεύσθη δὲ εἰς τρεῖς ἐμβληθῆναι δρόμωνας καὶ αὐθημερὸν ἀποκινῆσαι τῆς πόλεως. τῇ δὲ αὐτῇ νυκτὶ ἐν τῷ Ἰουλιανησίῳ λιμένι τῶν Σοφίας πλησίον τῶν Μαύρου πρὸς τὸ ἐκπορίσαι τῆς πόλεως μεθορμίσαντος, συνετάσσετο τοῖς πρὸς αὐτὸν ἀπερχομένοις φίλοις, ἐν οἷς πρὸς αὐτὸν παρεγένοντο καὶ οἱ γνήσιοι αὐτοῦ φίλοι, Παῦλος μοναχὸς τῶν Καλλιστράτου, ὁ καὶ ἀστρονόμος, Γρηγόριος ὁ Καππάδοξ ὁ καὶ κλεισουριάρχης γενόμενος, ἔπειτα δὲ μοναχὸς καὶ ἡγούμενος τῶν Φλώρου• οἵ τινες ἐν τῇ φυλακῇ πυκνοτέρως αὐτὸν ἐπισκεπτόμενοι διεβεβαιοῦντο αὐτὸν βασιλεύσειν τῶν Ῥωμαίων. ὁ δὲ Λεόντιος λέγει πρὸς αὐτούς• “ὑμεῖς διεβεβαιώσασθέ με ἐν τῇ φυλακῇ περὶ βασιλείας• καὶ νῦν ἡ ζωή μου ἐν κακοῖς τελειοῦται. ὄπισθεν γάρ μου ἔσομαι κατὰ πᾶσαν ὥραν ἐκδεχόμενος τὸν θάνατον.” οἱ δὲ εἶπον• “αὐτὸς μὴ ὀκνήσῃς, καὶ τοῦτο εὐθέως πληροῦται. ἐπάκουσον ἡμῖν μόνον, καὶ ἀκολούθησον ἡμῖν.” καὶ λαβὼν ὁ Λεόντιος τοὺς ἀνθρώπους αὐτοῦ, καὶ ἄρματα, ὅσα εἶχεν, ἀνῆλθεν εἰς τὸ πραιτώριον σιγῇ πολλῇ, καὶ κρούσαντες τὴν πύλην προεφασίσαντο τὸν βασιλέα παραγεγονέναι ἐπὶ τὸ διοικῆσαί τινας τῶν ἐκεῖσε ὄντων. μηνυθέντος δὲ τοῦ τηνικαῦτα ὑπάρχου καὶ συντόμως ἐλθόντος καὶ τὰς πύλας ἀνοίξαντος, χειροῦται ὑπὸ Λεοντίου καὶ ῥαπισθεὶς ἐπεδήθη χεῖρας καὶ πόδας. εἰσελθὼν δὲ ὁ Λεόντιος καὶ τὰς φυλακὰς ἀνοίξας λύσας τε τοὺς καθειργμένους ἄνδρας πολλοὺς καὶ γενναίους, ἀπὸ ἓξ καὶ ὀκτὼ χρόνων ἐγκεκλεισμένους, στρατιώτας τοὺς πλείονας τυγχάνοντας, καὶ τούτους ὁπλίσας εἰς τὸν Φόρον ἐξῆλθε σὺν αὐτοῖς κράζων• “ὅσοι Χριστιανοὶ εἰς τὴν ἁγίαν Σοφίαν.” καὶ πέμψας καθʼ ἕκαστον ῥεγεῶνα τὴν αὐτὴν φωνὴν ἀνακράζειν προσέταξεν. τὸ δὲ πλῆθος τῆς πόλεως θορυβηθὲν σπουδῇ εἰς τὸν λουτῆρα τῆς ἐκκλησίας συνηθροίσθη. αὐτὸς δὲ ἅμα τοῖς δυσὶ μοναχοῖς καὶ φίλοις αὐτοῦ σὺν καί τινων τῶν ἐκ τῆς φυλακῆς ἐξελθόντων ἐμφανεστέρων ἀνδρῶν εἰς τὸ πατριαρχεῖον ἀνῆλθε πρὸς τὸν πατριάρχην. εὑρὼν δὲ καὶ αὐτὸν τεταραγμένον διὰ τὰ κελευσθέντα τῷ πατρικίῳ Στεφάνῳ τῷ Ῥουσίῳ πείθει αὐτὸν κατελθεῖν εἰς τὸν λουτῆρα καὶ φωνῆσαι οὕτως• “αὕτη ἡ ἡμέρα, ἣν ἐποίησεν ὁ κύριος.” ἅπαν δὲ τὸ πλῆθος ἦραν φωνήν• “ἀνασκαφῇ τὰ ὀστέα Ἰουστινιανοῦ.” καὶ οὕτως ἐν τῷ ἱπποδρομίῳ ἐξέδραμε πᾶς ὁ λαός. ἡμέρας δὲ γενομένης, ἐξάγουσι τὸν Ἰουστινιανὸν εἰς τὸ ἱπποδρόμιον διὰ τῆς σφενδόνης καὶ ῥινοκοπήσαντες ἅμα καὶ γλωσσοκοπήσαντες ἐξώρισαν ἐν Χερσῶνι• ὁ δὲ ὄχλος συλλαβόμενος τόν τε Θεόδοτον τὸν μοναχὸν καὶ γενικὸν λογοθέτην καὶ Στέφανον τὸν σακελλάριον τὸν Πέρσην, σχοίνοις τε ἐκ ποδῶν τούτους δήσαντες σύρουσι διὰ τῆς μέσης λεωφόρου καὶ εἰς τὸν Βοῦν ἀπαγαγόντες κατέκαυσαν• καὶ οὕτω Λεόντιον βασιλέα εὐφήμησαν.

ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ ΑΜΑΡΤΩΛΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ ΚΑΙ ΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΤΟΥ ΑΓΡΟΥ ΚΑΙ ΟΜΟΛΟΓΗΤΟΥ, ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΙΑ, ed. C. DE BOOR, Theophanis chronographia, Leipzig, 1883, σ. 368 – 369.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

“Βυζαντινό Στασιωτικό”, Προλογικό Σημείωμα – Ερανισμός: Ζ. Δ. Αϊναλής

Citoyens, si le peuple romain, après six cents ans de vertu et de haine contre les rois ; si la Grande-Bretagne, après Cromwell mort, vit renaître les rois, malgré son énergie, que ne doivent pas craindre parmi nous les bons citoyens amis de la liberté, en voyant la hache trembler dans nos mains, et un peuple dès le premier jour de sa liberté, respecter le souvenir de ses fers ! Quelle République voulez-vous établir au milieu de nos combats particuliers et de nos faiblesses communes ?

Saint-Just, Discours sur le jugement de Louis XVI

11 Σεπτεμβρίου 1185. Ο λαός της Κωνσταντινούπολης, αγανακτισμένος από την πολιτική του Ανδρόνικου Κομνηνού, αρχίζει να συγκεντρώνεται με απειλητικές διαθέσεις έξω απʼ το παλάτι των Βλαχερνών. Ο Ανδρόνικος αντιλαμβάνεται ότι οι ώρες του είναι μετρημένες. Φυγαδεύεται από το παλάτι με τη βοήθεια μερικών πιστών του υπηρετών και τη συνοδεία των δύο γυναικών του, της συζύγου του και της ερωμένης του, κι αποπειράται να διαφύγει στα κρυφά στην Κριμαία με το πλοίο. Δεν έχει προλάβει εντούτοις να σαλπάρει το πλοίο όταν η θάλασσα, θαρρείς αγανακτώντας κι εκείνη εναντίον του, όπως χαρακτηριστικά σημειώνει ο Χωνιάτης, αρχίζει να οργίζεται. Αμέσως σηκώνεται μια τρικυμία τρομερή που ξεβράζει το πλοίο στην ακτή. Εκεί συνελήφθη ο Κομνηνός. Ναυαγισμένος, με τις δυο γυναίκες του, στις ξέρες. Του δέσανε τα χέρια, του δέσανε τα πόδια, του πήραν και το ξίφος. Και πιάνοντας παλιά του τέχνη κόσκινο άρχισε να θρηνεί ο Κομνηνός και να οδύρεται και να παρακαλεί σαν επιδέξιος θεατρίνος τους δεσμώτες του ποιος ναν τον σπλαχνιστεί. Αλλά εις μάτην. Όσα κι αν μηχανεύοταν το πολύτροπο μυαλό του τʼ ανόσια του έργα χώρο δεν άφηναν στους δεσμώτες του για οίκτο• ήτανε τα αυτιά τους θαρρείς και βουλωμένα με κερί να μην ακούν τον ήχο των Σειρήνων. Με διπλή τον δέσανε λοιπόν παχιά αλυσίδα, του την περάσανε στον τράχηλο σφιχτά και τον εσύρανε μπροστά στον δήμο δέσμιο. Ο Άγγελος, που μιαν ημέρα πριν είχε ο λαός κηρύξει αυτοκράτορα μες στην Αγιά Σοφιά, του έκοψε με πέλεκυ, απʼ την αγκώνα, το χέρι το δεξί και τον πέταξε βορρά μες στο λαό της Βασιλεύουσας. Τότε του βγάλανε τα μάτια του, του ξεριζώσανε τα δόντια του, τις τρίχες απʼ το μούσι του και του ξυρίσαν το κεφάλι. Κι έτσι μαγαρισμένο και γυμνό τον κάθισαν σε κάμηλο ψωριάρα και τον περιέφεραν στην αγορά, ανάμεσα στο πλήθος, και τον διαπόμπευαν για μέρες. Κι όσους μέχρι τη μέρα εκείνη ο Κομνηνός καταδυνάστευε, χασάπηδες και βυρσοδέψες και μικροπωλητές και ταβερνιάρηδες και φουρναραίοι και βουργησέοι, ολάκερος ο λαός της Πόλης, παίρνανε την εκδίκηση τους, ένας-ένας γινόταν από θύμα θύτης. Απʼ όπου κι αν περνούσε κάποια καινούργια τιμωρία το πλήθος μηχανεύοταν: τον βρίζαν και τον φτύνανε τον Κομνηνό, εκσφενδονίζαν αντικείμενα στο μέχρι πρότινος περήφανο κεφάλι του. Τον λέγαν σκύλο και τον λιθοβολούσαν. Πουτάνας γιο και του πετάγανε στο πρόσωπο ακαθαρσίες ανθρώπινες και κοπριές βοδιών. Κι έκαψαν νερό και του το πέταξαν στη μούρη. Κι όταν απόκαμε ο Κομνηνός κι έπεσε απʼ την καμήλα, άρπαξε κάποιος μάχαιρα διπλή ακονισμένη και του ʽκοψε ως τη ρίζα το πέος και τʼ αρχίδια και τα κράδαινε σαν τρόπαιο ψηλά μπροστά στο αλαλάζων πλήθος. Και κάποιος άλλος πήρε το σπαθί και το ʽχωσε βαθιά μες στο λαιμό του αλικοβάφοντας το φάρυγγα. Αυτό ήταν το τέλος του Ανδρόνικου Κομνηνού, του τελευταίου των Κομνηνών.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Ηρακλής Οικονόμου, “Από τον Μπολιβάρ στον Σαμάνο: Η Λατινική Αμερική στο ελληνικό έντεχνο τραγούδι”

 

 

Στον δίσκο «Ο Σαμάνος», ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου συμπεριέλαβε δύο τραγούδια αφιερωμένα σε επαναστατικές φιγούρες της Λατινικής Αμερικής: τον Τσε Γκεβάρα και τον Φορτίνο Σαμάνο. Είναι όμως αυτή η πρώτη φορά που το ελληνικό τραγούδι αναφέρεται στην επαναστατική μυθολογία της Λατ. Αμερικής; Ποια είναι και πώς ερμηνεύεται η σχέση του ελληνικού τραγουδιού με τη συγκεκριμένη περιοχή και τους ήρωές της;

Το σημείωμα αυτό δίνει κάποιες ατελείς και προσωρινές απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα. Για λόγους συνοχής και οικονομίας του χώρου, δεν εξετάζει την επιρροή που είχαν τα Λάτιν τραγούδια στο καθ’ όλα σεβαστό ελαφρό τραγούδι των δεκαετιών του ’40 και ’50, με μάμπο και ρούμπες του στυλ «Αϊ μορένα» και «Μαρία μπονίτα». Αντίθετα, επικεντρώνεται σε εκείνο το είδος τραγουδιού που συμβατικά αποκαλείται «έντεχνο», συνδυάζοντας νεότερες και πιο σύνθετες μουσικές μορφές με έναν ποιητικό και πλήρη νοημάτων στίχο. Συνεπώς, δεν ενδιαφέρει την ανάλυση η γεωγραφική αναφορά στην Λατ. Αμερική ως έναν εξωτικό προορισμό, ούτε η μορφολογική επιρροή των Λάτιν τραγουδιών στα Ελληνικά τραγούδια, αλλά η ιστορική και πολιτική αναφορά στην περιοχή ως έναν τόπο αντίστασης και ελευθερίας. Χρονολογικά, η περιδιάβαση αρχίζει από το 1945 και τον Μπολιβάρ του Νίκου Εγγονόπουλου και του Μάνου Χατζιδάκι, για να καταλήξει στις μέρες μας και στον «Σαμάνο». Η πρώτη στάση όμως αφορά τα λαϊκά λατινοαμερικάνικα τραγούδια που ερμήνευσαν Έλληνες τραγουδιστές.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Σωτήρης Παστάκας, “μια Μέρα στον Κήπο”

Την επόμενη μέρα άρχισε να βρέχει από το πρωί. Τα άσπρα τριαντάφυλλα είχαν σκύψει το λαιμό τους στο δήμιο, είχαν πέσει στα γόνατα πάνω στον κήπο με το τριφύλλι (το γκαζόν σιγά-σιγά είχε αρχίσει να αντικαθίσταται τόπους-τόπους). Κήπος περίφρακτος, με τον περίβολό του που τον είχαν καλύψει πλέον τα αναρριχώμενα: το ρυγχόσπερμα, τα γιασεμιά, οι αγγελικές, οι πικροδάφνες, τα ρόδα κοκτέιλ και οι ψηλές δάφνες με τα μικρά ανθάκια που στριφογύριζαν στον στοργικό μήνα Μάιο, με τους πλούσιους αέρηδες και τις χαμηλές για την εποχή θερμοκρασίες. Άρχισε πάλι να βρέχει λοιπόν, όπως το συνήθιζε φέτος κάθε μέρα.

Την προηγούμενη μέρα τα δάχτυλα του Γιάννη, που τόση ώρα κρατούσαν το τέμπο της κουβέντας μας, ξαφνικά έσφιξαν δυνατά το τιμόνι. Πάτησε απότομα φρένο, το δεξί χέρι ταυτόχρονα εκτινάχθηκε προς το στήθος μου, να με συγκρατήσει αν τυχόν έφευγα μπροστά. Έτσι κι αλλιώς δεν πηγαίναμε με μεγάλη ταχύτητα. Κάπου εκεί στην Πεύκη, μετά τον ηλεκτρικό της Κηφισιάς, στο σπίτι του Γιάννη Χρυσούλη, πηγαίναμε ή γυρίζαμε. Εκείνη τη μέρα, ο Γιάννης μού δίδαξε πώς να σταματάς τα γαυγίσματα ενός σκύλου που σε κυνηγάει. Κοκαλώνοντας το αυτοκίνητο, ο Γιάννης ανάγκασε τον σκύλο, που μας αλυχτούσε κι έτρεχε παράλληλα με μας στο διπλανό χωράφι, να σταματήσει απότομα το κυνηγητό του και τα γαυγίσματα.
«Όχι», είπε ο Γιάννης «σιγά, μην μας επιβάλουν και τα σκυλιά το ρυθμό τους»!
Ούτε ο σωματικός πόνος μπορούσε να σταματήσει το δικό του τέμπο, σιγά το σκύλο. Κάποια μέρα είχε οδηγήσει με το δάχτυλο που τίναζε τη στάχτη του τσιγάρου, σφηνωμένο στο τασάκι του αυτοκινήτου για 30 ολόκληρα χιλιόμετρα. Δεν σταμάτησε να το τραβήξει έξω, για να μην καθυστερήσει κι άλλο στο ερωτικό ραντεβού του. Το έβγαλε, καταματωμένο, μόνον όταν έφτασε στον προορισμό του – καταματωμένο, ξεσκισμένο, δάχτυλο του Γιάννη Ζουγανέλη.

Διαβάστε περισσότερα