Citoyens, si le peuple romain, après six cents ans de vertu et de haine contre les rois ; si la Grande-Bretagne, après Cromwell mort, vit renaître les rois, malgré son énergie, que ne doivent pas craindre parmi nous les bons citoyens amis de la liberté, en voyant la hache trembler dans nos mains, et un peuple dès le premier jour de sa liberté, respecter le souvenir de ses fers ! Quelle République voulez-vous établir au milieu de nos combats particuliers et de nos faiblesses communes ?

Saint-Just, Discours sur le jugement de Louis XVI

11 Σεπτεμβρίου 1185. Ο λαός της Κωνσταντινούπολης, αγανακτισμένος από την πολιτική του Ανδρόνικου Κομνηνού, αρχίζει να συγκεντρώνεται με απειλητικές διαθέσεις έξω απʼ το παλάτι των Βλαχερνών. Ο Ανδρόνικος αντιλαμβάνεται ότι οι ώρες του είναι μετρημένες. Φυγαδεύεται από το παλάτι με τη βοήθεια μερικών πιστών του υπηρετών και τη συνοδεία των δύο γυναικών του, της συζύγου του και της ερωμένης του, κι αποπειράται να διαφύγει στα κρυφά στην Κριμαία με το πλοίο. Δεν έχει προλάβει εντούτοις να σαλπάρει το πλοίο όταν η θάλασσα, θαρρείς αγανακτώντας κι εκείνη εναντίον του, όπως χαρακτηριστικά σημειώνει ο Χωνιάτης, αρχίζει να οργίζεται. Αμέσως σηκώνεται μια τρικυμία τρομερή που ξεβράζει το πλοίο στην ακτή. Εκεί συνελήφθη ο Κομνηνός. Ναυαγισμένος, με τις δυο γυναίκες του, στις ξέρες. Του δέσανε τα χέρια, του δέσανε τα πόδια, του πήραν και το ξίφος. Και πιάνοντας παλιά του τέχνη κόσκινο άρχισε να θρηνεί ο Κομνηνός και να οδύρεται και να παρακαλεί σαν επιδέξιος θεατρίνος τους δεσμώτες του ποιος ναν τον σπλαχνιστεί. Αλλά εις μάτην. Όσα κι αν μηχανεύοταν το πολύτροπο μυαλό του τʼ ανόσια του έργα χώρο δεν άφηναν στους δεσμώτες του για οίκτο• ήτανε τα αυτιά τους θαρρείς και βουλωμένα με κερί να μην ακούν τον ήχο των Σειρήνων. Με διπλή τον δέσανε λοιπόν παχιά αλυσίδα, του την περάσανε στον τράχηλο σφιχτά και τον εσύρανε μπροστά στον δήμο δέσμιο. Ο Άγγελος, που μιαν ημέρα πριν είχε ο λαός κηρύξει αυτοκράτορα μες στην Αγιά Σοφιά, του έκοψε με πέλεκυ, απʼ την αγκώνα, το χέρι το δεξί και τον πέταξε βορρά μες στο λαό της Βασιλεύουσας. Τότε του βγάλανε τα μάτια του, του ξεριζώσανε τα δόντια του, τις τρίχες απʼ το μούσι του και του ξυρίσαν το κεφάλι. Κι έτσι μαγαρισμένο και γυμνό τον κάθισαν σε κάμηλο ψωριάρα και τον περιέφεραν στην αγορά, ανάμεσα στο πλήθος, και τον διαπόμπευαν για μέρες. Κι όσους μέχρι τη μέρα εκείνη ο Κομνηνός καταδυνάστευε, χασάπηδες και βυρσοδέψες και μικροπωλητές και ταβερνιάρηδες και φουρναραίοι και βουργησέοι, ολάκερος ο λαός της Πόλης, παίρνανε την εκδίκηση τους, ένας-ένας γινόταν από θύμα θύτης. Απʼ όπου κι αν περνούσε κάποια καινούργια τιμωρία το πλήθος μηχανεύοταν: τον βρίζαν και τον φτύνανε τον Κομνηνό, εκσφενδονίζαν αντικείμενα στο μέχρι πρότινος περήφανο κεφάλι του. Τον λέγαν σκύλο και τον λιθοβολούσαν. Πουτάνας γιο και του πετάγανε στο πρόσωπο ακαθαρσίες ανθρώπινες και κοπριές βοδιών. Κι έκαψαν νερό και του το πέταξαν στη μούρη. Κι όταν απόκαμε ο Κομνηνός κι έπεσε απʼ την καμήλα, άρπαξε κάποιος μάχαιρα διπλή ακονισμένη και του ʽκοψε ως τη ρίζα το πέος και τʼ αρχίδια και τα κράδαινε σαν τρόπαιο ψηλά μπροστά στο αλαλάζων πλήθος. Και κάποιος άλλος πήρε το σπαθί και το ʽχωσε βαθιά μες στο λαιμό του αλικοβάφοντας το φάρυγγα. Αυτό ήταν το τέλος του Ανδρόνικου Κομνηνού, του τελευταίου των Κομνηνών.

Στο ʽσκοταδιστικόʼ Βυζάντιο ο λαός πήρε πολλές φορές την κατάσταση στα χέρια του για να ορίσει τη μοίρα του κι οι εξεγέρσεις κάθε άλλο παρά σπάνιες ήταν, ιδίως στην Βασιλεύουσα. Σε αντίθεση με τη Δύση, όπου βασιλεύαν, από καταβολής δυτικών κοινωνιών, 2-3 φαμίλιες, στο Βυζάντιο, με τις ρωμαϊκές πολιτικές παραδόσεις του και το ελληνορωμαϊκό πολιτικό φαντασιακό του, ο αυτοκράτωρ υπήρξε πάντοτε άρχων αιρετός. Κοιτάς στην ιστορία της Γαλλίας και βλέπεις ότι από το 987 μέχρι και το 1789 κυβερνά κατʼ ουσίαν μία και μόνο οικογένεια. Κι ο τελευταίος απόγονος του Ούγου Καπέτου δεν θα πεθάνει στην γκιλοτίνα καρατομημένος στις 21 Γενάρη του 1793, αλλά μισόν αιώνα αργότερα στο κρεβάτι του, ένα αυγουστιάτικο πρωινό του 1850, παραιτημένος και αυτοεξόριστος μετά από μιαν άλλη εξέγερση, εκείνη του 1848. Χίλια χρόνια, χίλια χρόνια και δυο επαναστάσεις χρειάστηκαν οι Γάλλοι για να ξεφορτωθούνε τους Καπετο-Βουρβόνους! Έτσι, αν κι όσα προφέρει εμπρός στην Εθνοσυνέλευση ο Saint-Just στις 13 Νοεμβρίου 1792 (Discours sur le jugement de Louis XVI) μπορεί να φαντάζουν για την πολιτική συνείδηση του μέσου ευρωπαίου ριζοσπαστικά, ιδωμένα από μια βυζαντινή οπτική είναι απολύτως κοινότυπα –αν όχι και συντηρητικά, καθόσον είχαν ήδη καθαγιαστεί από την πολιτική πρακτική εκατονταετηρίδων. Στο Βυζάντιο είναι ιερός ο θεσμός της βασιλείας και όχι το πρόσωπο του μονάρχη. Αυτό έχει μία διπλή συνέπεια: πρώτον, στο Βυζάντιο, και σε πλήρη αντίθεση με τη Δύση, ο μονάρχης εκείνος που θα βεβήλωνε, με τον άλφα ή βήτα τρόπο, τον θεσμό της βασιλείας κινδύνευε να έρθει άμεσα αντιμέτωπος με το λαό, ως υπόλογος εσχάτης προδοσίας. Και δεύτερον στο Βυζάντιο, και σε πλήρη αντίθεση με τη Δύση ακόμα μια φορά, οποιοσδήποτε μπορούσε να κυβερνήσει: απλοί στρατιωτικοί, σαν τον Φωκά, άσημοι πρωτοπαλαιστές απʼ την Μακεδονία, σαν τον Βασίλειο, Σύριοι καραβανάδες, σαν τον Λέοντα τον Ίσαυρο, Αρμένηδες, σαν τον Φιλιππικό Βαρδάνη, γραφειοκράτες, σαν τους δυο Αναστάσιους, γυναίκες, σαν την Ειρήνη. Γι αυτό και στο Βυζάντιο η διαδοχή δεν εξασφαλίζεται ποτέ αυτόματα και μηχανικά. Ένας «πορφυρογέννητος» αυτοκράτορας είναι τόσο σπάνιος που η Ιστορία αισθάνθηκε την ανάγκη να του προσάψει ακριβώς το προσωνύμι αυτό, Πορφυρογέννητος, όπως σε άλλους προσήπτε τα Σοφός και Δίκαιος ή και Κοπρώνυμος και Ρινότμητος. Στο ʽσκοταδιστικόʼ Βυζάντιο η λαϊκή έγκριση είναι, θεωρητικά τουλάχιστον, απαραίτητη προϋπόθεση για την ανάληψη και, κυρίως, την διατήρηση της εξουσίας. Κι ένας μονάρχης που χάνει τη λαϊκή έγκριση γνωρίζει ότι δεν του μένει παρά να παραιτηθεί και να αποσυρθεί, εάν δεν θέλει να έρθει αντιμέτωπος με τα χειρότερα. Γι αυτό και ο Ιουστινιανός, όταν ο λαός της Βασιλεύουσας κατά τη Στάση του Νίκα ανακήρυξε αυτοκράτορα τον Υπάτιο δεν σκέφτεται παρά το πώς θα δραπετεύσει από την Βασιλεύουσα. Η πρώτη του σκέψη, σε πλήρη συμφωνία με την πολιτική λογική της εποχής, δεν είναι το πώς θα καταπνίξει την εξέγερση ή το πώς θα διατηρήσει την εξουσία. Η πρώτη του σκέψη είναι το πώς θα φύγει σώος και αβλαβής, καθόσον δεν νοείται καν να παραμείνει στην εξουσία έχοντας απωλέσει την λαϊκή υποστήριξη. Τότε είναι που τον συγκρατεί η Θεοδώρα λέγοντας του το παροιμιακό –και επονείδιστο μέσα στον καιροσκοπισμό του- «ὡς καλὸν ἐντάφιον ἡ βασιλεία ἐστί». Όμως τη φράση τούτη δεν την διατυπώνει για πρώτη φορά μέσα στην Ιστορία η Θεοδώρα, η πόρνη που ʽγινε αυτοκράτειρα• τούτη τη φράση την απευθύνει για πρώτη φορά ένας στενός φίλος του στον Διονύσιο, τον τύραννο των Συρακουσών το 403 π.Χ. Με μια μικρή διαφορά εντούτοις: όπως μας πληροφορεί ο Ισοκράτης (Αρχίδαμος, 45) η αρχική φράση αναφέρεται στην τυραννίδα και ουδόλως στην βασιλεία: «ὡς καλόν ἐστιν ἐντάφιον ἡ τυραννίς». Φράση που στο εξής θα καταστεί παροιμιακή και θα γνωρίσει μεγάλη επιτυχία μεταξύ των συγγραφέων της ελληνιστικής περιόδου, όπου την συναντάμε, για παράδειγμα, μεταξύ άλλων στον Διόδωρο το Σικελιώτη (Βιβλιοθήκη Ιστορική, Βιβλίο ΙΔ.VIII.5) και κυρίως τον Πλούταρχο. Στον Πλούταρχο όμως η φράση είναι αντεστραμμένη και πλέον εκφέρεται ήδη με ένα σαφές αρνητικό πρόσημο• έτσι στον Μάρκο Κάτωνα (24.11.8) γράφει: «ἀλλʼ ὥσπερ Διονύσιόν τις ἔπεισε κάλλιστον ἐντάφιον ἡγεῖσθαι τὴν τυραννίδα» (και το επαναλαμβάνει στο Εἰ πρεσβυτέρῳ πολιτευτέον). Εκείνο το απαξιωτικό «τις ἔπεισε» κι εκείνο το «ἡγεῖσθαι» είναι που δίνουν εδώ ξεκάθαρα τον τόνο. Δεν θα μπορούσαμε να έχουμε μια σαφέστερη καταδίκη της τυραννίδας από τον Πλούταρχο, έστω και μέσω αυτής της έμμεσης διατύπωση της. Έτσι, ο Προκόπιος, μέσα από ένα περίτεχνο πλέγμα διακειμενικών αναφορών υποκαθιστά το «τυραννίς» της αρχικής -επαναλαμβάνω παροιμιακής- φράσης με το «βασιλεία». Παρόλα αυτά, έστω κι αν προσπάθησε μʼ αυτή την υποκατάσταση να κρατήσει τα προσχήματα, το αποτέλεσμα είναι το ίδιο και το υπονοούμενο ηχεί τόσο ευδιάκριτα ωσάν να είχε ευθαρσώς διατυπωθεί: Ιουστινιανέ είσαι τύραννος! Συγκρίνοντας εμμέσως τον έκπτωτο πλέον Ιουστινιανό (έκπτωτο καθόσον έχει εκπέσει ήδη στη συνείδηση του λαού) με τον τύραννο των Συρακουσών, Διονύσιο, υπονοεί σχετικά ξεκάθαρα ότι πλέον η εξουσία του Ιουστινιανού, που δεν έχει κανένα λαϊκό έρεισμα, έχει πάψει να είναι «βασιλεία» και έχει γίνει «τυραννίς», κι ότι ο ίδιος ο Ιουστινιανός δεν είναι παρά ένας κοινός τύραννος, δηλαδή σύμφωνα με τη βυζαντινή πολιτική ορολογία ένας κοινός «σφετεριστής». Και προειδοποιεί, έμμεσα μα σθεναρά, πως όσοι τύραννοι επιλέξουν να γαντζωθούν από την εξουσία πνίγοντας το λαό στο αίμα, όπως συνέβη κατά την εξέγερση του Νίκα, αργά ή γρήγορα θα κριθούν. Είτε άμεσα από τον ίδιο το λαό, είτε έμμεσα από την Ιστορία.
Και μπορεί οι συγγραφείς της περιόδου, πιστοί στις ταξικές καταβολές τους, να πάσχουν να μας πείσουν, παρακινημένοι από την καθημερινή αμοιβή και τα συμφέροντα της τάξης τους, για τον ανεγκέφαλο και στασιαστή όχλο, μπορεί να εξεμούνε καθημερινά τη χολή τους, την περιφρόνηση και τη σιχασιά τους για τους βρωμιάρηδες κι άπλυτους «βυρσοδέψες και αλλαντοπώλες» που τολμούν νʼ απλώνουν τις ελεεινές χερούκλες τους πάνω σʼ αριστοκράτες, γόνους αυτοκρατόρων, αλλά πίσω απʼ τις γραμμές μπορούμε εμείς ακόμα σήμερα να διαβάζουμε την δίκαιη οργή όλων των βυρσοδεψών και όλων των χασάπηδων, όλων των φουρναραίων και των μπακάληδων που με τα βρώμια, χοντροκομμένα χέρια τους δράττονται της ζωής τους και της μοίρας τους και τιμωρούν φρικτά τους τύραννους των…

ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ

1.) Η Στάσις του Νίκα

ΠΡΟΚΟΠΙΟΥ ΚΑΙΣΑΡΕΩΣ

ΥΠΕΡ ΤΩΝ ΠΟΛΕΜΩΝ

I. xxiv

(1.) Ὑπὸ δὲ τοὺς αὐτοὺς χρόνους ἐν Βυζαντίῳ στάσις τῷ δήμῳ ἐκ τοῦ ἀπροσδοκήτου ἐνέπεσεν, ἣ μεγίστη τε παρὰ δόξαν ἐγένετο καὶ ἐς κακὸν μέγα τῷ (2.) τε δήμῳ καὶ τῇ βουλῇ ἐτελεύτησε τρόπῳ τοιῷδε. οἱ δῆμοι ἐν πόλει ἑκάστῃ ἔς τε Βενέτους ἐκ παλαιοῦ καὶ Πρασίνους διῄρηντο, οὐ πολὺς δὲ χρόνος ἐξ οὗ τούτων τε τῶν ὀνομάτων καὶ τῶν βάθρων ἕνεκα, οἷς δὴ θεώμενοι ἐφεστήκασι, τά τε χρήματα δαπανῶσι καὶ τὰ σώματα αἰκισμοῖς πικροτάτοις προΐενται καὶ θνήσκειν (3.) οὐκ ἀπαξιοῦσι θανάτῳ αἰσχίστῳ• μάχονται δὲ πρὸς τοὺς ἀντικαθισταμένους, οὔτε εἰδότες ὅτου αὐτοῖς ἕνεκα ὁ κίνδυνός ἐστιν, ἐξεπιστάμενοί τε ὡς, ἢν καὶ περιέσωνται τῶν δυσμενῶν τῇ μάχῃ, λελείψεται αὐτοῖς ἀπαχθῆναι μὲν αὐτίκα ἐς τὸ δεσμωτήριον, αἰκιζομένοις (4.) δὲ τὰ ἔσχατα εἶτα ἀπολωλέναι. φύεται μὲν οὖν αὐτοῖς τὸ ἐς τοὺς πέλας ἔχθος αἰτίαν οὐκ ἔχον, μένει δὲ ἀτελεύτητον ἐς τὸν πάντα αἰῶνα, οὔτε κήδει οὔτε ξυγγενείᾳ οὔτε φιλίας θεσμῷ εἶκον, ἢν καὶ ἀδελφοὶ ἢ ἄλλο τι τοιοῦτον οἱ ἐς τὰ χρώματα ταῦτα διάφοροι εἶεν. (5.) μέλει τε αὐτοῖς οὔτε θείων οὔτε ἀνθρωπείων πραγμάτων παρὰ τὸ ἐν τούτοις νικᾶν, ἤν τέ τι ἀσέβημα ἐς τὸν θεὸν ὑφʼ ὁτουοῦν ἁμαρτάνηται ἤν τε οἱ νόμοι καὶ ἡ πολιτεία πρὸς τῶν οἰκείων ἢ τῶν πολεμίων βιάζωνται, ἐπεὶ καὶ τῶν ἐπιτηδείων σπανίζοντες ἴσως κἀν τοῖς ἀναγκαιοτάτοις ἀδικουμένης αὐτοῖς τῆς πατρίδος, οὐ προσποιοῦνται, ἤν γε αὐτοῖς κεῖσθαι τὸ μέρος ἐν καλῷ μέλλῃ• οὕτω γὰρ τοὺς συστασιώτας καλοῦσι. (6.) μεταλαγχάνουσι δὲ τοῦ ἄγους τούτου καὶ γυναῖκες αὐτοῖς, οὐ τοῖς ἀνδράσιν ἑπόμεναι μόνον, ἀλλὰ καὶ τούτοις, ἂν οὕτω τύχοι, ἀντιστατοῦσαι, καίπερ οὔτε εἰς τὰ θέατρα τὸ παράπαν ἰοῦσαι οὔτε τῳ ἄλλῳ αἰτίῳ ἠγμέναι• ὥστε οὐκ ἔχω ἄλλο τι ἔγωγε τοῦτο εἰπεῖν ἢ ψυχῆς νόσημα. ταῦτα μὲν οὖν ταῖς τε πόλεσι καὶ δήμῳ ἑκάστῳ ὧδέ πη ἔχει.
(7.) Τότε δὲ ἡ ἀρχὴ, ἣ τῷ δήμῳ ἐφειστήκει ἐν Βυζαντίῳ, τῶν στασιωτῶν τινας τὴν ἐπὶ θανάτῳ ἀπῆγε. ξυμφρονήσαντες δὲ καὶ σπεισάμενοι πρὸς ἀλλήλους ἑκάτεροι τούς τε ἀγομένους ἁρπάζουσι καὶ ἐς τὸ δεσμωτήριον αὐτίκα ἐσβάντες ἀφιᾶσιν ἅπαντας ὅσοι στάσεως ἢ ἑτέρου του ἁλόντες ἀτοπήματος ἐδέδεντο. (8.) καὶ οἱ μὲν ὑπηρέται, ὅσοι τῇ τῆς πόλεως ἀρχῇ ἕπονται, ἐκτείνοντο οὐδενὶ λόγῳ, τῶν δὲ πολιτῶν εἴ τι καθαρὸν ἦν ἐς τὴν ἀντιπέρας ἤπειρον ἔφευγον, καὶ τῇ πόλει (9.) πῦρ ἐπεφέρετο, ὡς δὴ ὑπὸ πολεμίοις γεγενημένῃ. καὶ τὸ ἱερὸν ἡ Σοφία τό τε βαλανεῖον ὁ Ζεύξιππος καὶ τῆς βασιλέως αὐλῆς τὰ ἐκ τῶν προπυλαίων ἄχρι ἐς τὸν Ἄρεως λεγόμενον οἶκον καυθέντα ἐφθάρη, ἐπὶ τούτοις τε ἄμφω αἱ μεγάλαι στοαὶ μέχρι τῆς ἀγορᾶς ἀνήκουσαι, ἣ Κωνσταντίνου ἐπώνυμός ἐστιν, εὐδαιμόνων τε ἀνθρώπων οἰκίαι πολλαὶ καὶ χρήματα μεγάλα. (10.) βασιλεὺς δὲ καὶ ἡ συνοικοῦσα καὶ τῶν ἀπὸ βουλῆς ἔνιοι καθείρξαντες σφᾶς αὐτοὺς ἐν παλατίῳ ἡσύχαζον. ξύμβολον δὲ ἀλλήλοις ἐδίδοσαν οἱ δῆμοι τὸ νίκα, καὶ ἀπʼ αὐτοῦ ἐς τόδε τοῦ χρόνου ἡ κατάστασις ἐκείνη προσαγορεύεται. (11.) Τότε τῆς μὲν αὐλῆς ἔπαρχος Ἰωάννης ἦν ὁ Καππαδόκης, Τριβουνιανὸς δὲ, Πάμφυλος γένος, βασιλεῖ (12.) πάρεδρος• κοιαίστωρα τοῦτον καλοῦσι Ῥωμαῖοι. τούτοιν ἅτερος, Ἰωάννης, λόγων μὲν τῶν ἐλευθερίων καὶ παιδείας ἀνήκοος ἦν. οὐ γὰρ ἄλλο οὐδὲν ἐς γραμματιστοῦ φοιτῶν ἔμαθεν, ὅτι μὴ γράμματα, καὶ ταῦτα κακὰ κακῶς [γράψαι]• φύσεως δὲ ἰσχύϊ πάντων γέγονε (13.) δυνατώτατος ὧν ἡμεῖς ἴσμεν. γνῶναί τε γὰρ τὰ δέοντα ἱκανώτατος ἦν καὶ λύσιν τοῖς ἀπόροις εὑρεῖν. πονηρότατος δὲ γεγονὼς ἀνθρώπων ἁπάντων τῇ τῆς φύσεως δυνάμει ἐς τοῦτο ἐχρῆτο, καὶ οὔτε θεοῦ λόγος οὔτε ἀνθρώπων αὐτὸν αἰδώς τις ἐσῄει, ἀλλὰ βίους τε αὐτῷ ἀνθρώπων πολλῶν ἀπολλύναι κέρδους ἕνεκα καὶ (14.) πόλεις ὅλας καθελεῖν ἐπιμελὲς ἦν. χρόνου γοῦν ὀλίγου χρήματα μεγάλα περιβαλόμενος ἐς κραιπάλην τινὰ ἐκλελάκτικεν ὅρον οὐκ ἔχουσαν, ἄχρι μὲν ἐς τὸν τοῦ ἀρίστου καιρὸν ληιζόμενος τὰς τῶν ὑπηκόων οὐσίας, μέθῃ δὲ τὸ λοιπὸν καὶ σώματος ἔργοις ἀσελγέσιν (15.) ἠσχολημένος• κατέχειν δὲ ἑαυτὸν οὐδαμῆ ἴσχυεν, ἀλλὰ τά τε βρώματα μέχρι ἐς τὸν ἔμετον ἤσθιε καὶ τὰ χρήματα κλέπτειν μὲν ἦν ἐς ἀεὶ ἕτοιμος, προΐεσθαι δὲ καὶ δαπανᾶν ἑτοιμότερος. Ἰωάννης μὲν οὖν τοιοῦτός (16.) τις ἦν. Τριβουνιανὸς δὲ φύσεως μὲν δυνάμει ἐχρῆτο καὶ παιδείας ἐς ἄκρον ἀφίκετο τῶν κατʼ αὐτὸν οὐδενὸς ἧσσον, ἐς δὲ φιλοχρηματίαν δαιμονίως ἐσπουδακὼς οἷός τε ἦν κέρδους ἀεὶ τὸ δίκαιον ἀποδίδοσθαι, τῶν τε νόμων ἡμέρᾳ ἐκ τοῦ ἐπὶ πλεῖστον ἑκάστῃ τοὺς μὲν ἀνῄρει, τοὺς δὲ ἔγραφεν, ἀπεμπολῶν τοῖς δεομένοις κατὰ τὴν χρείαν ἑκάτερον.
(17.) Ἕως μὲν οὖν ὁ δῆμος ὑπὲρ τῶν ἐν τοῖς χρώμασιν ὀνομάτων τὸν πόλεμον πρὸς ἀλλήλους διέφερον, λόγος οὐδεὶς ἦν ὧν οὗτοι ἐς τὴν πολιτείαν ἡμάρτανον• ἐπεὶ δὲ ξυμφρονήσαντες, ὥσπερ ἐρρήθη, ἐς τὴν στάσιν κατέστησαν, ἔκ τε τοῦ ἐμφανοῦς ἀνὰ πᾶσαν τὴν πόλιν ἐς αὐτοὺς ὕβριζον καὶ περιιόντες ἐζήτουν ἐφʼ ᾧ κτείνωσι. διὸ δὴ βασιλεὺς ἑταιρίζεσθαι τὸν δῆμον ἐθέλων (18.) ἄμφω τῆς ἀρχῆς ἐν τῷ παραυτίκα παρέλυσε. καὶ Φωκᾶν μὲν, ἄνδρα πατρίκιον, ἔπαρχον τῆς αὐλῆς κατεστήσατο, ξυνετώτατόν τε καὶ τοῦ δικαίου ἐπιμελεῖσθαι ἱκανῶς πεφυκότα• Βασιλείδην δὲ τὴν τοῦ κοιαίστωρος ἀρχὴν ἔχειν ἐκέλευεν, ἔκ τε ἐπιεικείας (19.) γνώριμον ἐν πατρικίοις ὄντα καὶ ἄλλως δόκιμον. οὐδὲν μέντοι ἧσσον ἡ στάσις ἐπʼ αὐτοῖς ἤκμαζε. πέμπτῃ δὲ ἀπὸ τῆς στάσεως ἡμέρᾳ περὶ δείλην ὀψίαν Ἰουστινιανὸς βασιλεὺς Ὑπατίῳ τε καὶ Πομπηίῳ τοῖς Ἀναστασίου τοῦ βεβασιλευκότος ἀδελφιδοῖς οἴκαδε ὡς τάχιστα ἐπέσκηπτεν ἰέναι, εἴτε τι νεώτερον πράσσεσθαι πρὸς αὐτῶν ἐς σῶμα τὸ οἰκεῖον ὑποτοπήσας εἴτε καὶ αὐτοὺς (20.) ἡ πεπρωμένη ἐς τοῦτο ἦγεν. οἱ δὲ, ὅπερ ἐγένετο, δείσαντες μὴ σφᾶς ὁ δῆμος ἐς τὴν βασιλείαν βιάζοιτο, ἔφασαν οὐ δίκαια ποιήσειν εἰ σφῶν τὸν βασιλέα παρήσουσιν ἐς τοσόνδε κίνδυνον ἥκοντα. ταῦτα ἀκούσας Ἰουστινιανὸς βασιλεὺς ἔτι μᾶλλον ἐς τὴν ὑποψίαν ἐνέπιπτε, καὶ αὐτοὺς αὐτίκα μάλα ἐκέλευεν ἀπαλλάσσεσθαι. οὕτω γοῦν οἴκαδε τὼ ἄνδρε τούτω ἐκομιζέσθην καὶ, τέως μὲν νὺξ ἐτύγχανεν οὖσα, ἐνταῦθα ἡσυχαζέτην.
(22.) Τῇ δὲ ὑστεραίᾳ ἅμα ἡλίῳ ἀνίσχοντι ἔκπυστα ἐς τὸν δῆμον ἐγένετο ὡς ἀμφοτέρω ἀπηλλαγήτην τῆς ἐν παλατίῳ διατριβῆς. ἔτρεχον οὖν ἐπʼ αὐτοὺς ὁ λεὼς ἅπας, βασιλέα τε Ὑπάτιον ἀνηγόρευον, καὶ αὐτὸν ὡς (23.) παραληψόμενον τὰ πράγματα ἐς τὴν ἀγορὰν ἦγον. ἡ δὲ Ὑπατίου γυνὴ Μαρία, ξυνετή τε οὖσα καὶ δόξαν ἐπὶ σωφροσύνῃ μεγίστην ἔχουσα, εἴχετο μὲν τοῦ ἀνδρὸς καὶ οὐ μεθίει, ἐβόα δὲ ὀλολυγῇ τε χρωμένη καὶ τοῖς ἐπιτηδείοις ἅπασιν ἐγκελευομένη, ὡς αὐτὸν τὴν (24.) ἐπὶ θανάτῳ οἱ δῆμοι ἄγοιεν. ὑπερβιαζομένου μέντοι τοῦ ὁμίλου, αὐτή τε οὐχ ἑκοῦσα μεθῆκε τὸν ἄνδρα καὶ αὐτὸν ὁ λεὼς οὔτι ἑκούσιον ἐς τὴν Κωνσταντίνου ἀγορὰν ἥκοντα ἐς τὴν βασιλείαν ἐκάλουν, καὶ (οὐ γὰρ ἦν αὐτοῖς οὔτε διάδημα οὔτε τι ἄλλο ὧν δὴ βασιλέα περιβάλλεσθαι νόμος) στρεπτόν τινα χρυσοῦν ἐπὶ τῇ (25.) κεφαλῇ θέμενοι βασιλέα Ῥωμαίων ἀνεῖπον. ἤδη δὲ καὶ τῶν ἐκ βουλῆς ξυνιόντων, ὅσοι οὐκ ἀπολειφθέντες ἐτύγχανον ἐν τῇ βασιλέως αὐλῇ, πολλαὶ μὲν ἐλέγοντο γνῶμαι ὡς αὐτοῖς ἰτέον ἀγωνιουμένοις ἐς παλάτιον• (26.) Ὠριγένης δὲ, ἀνὴρ ἐκ βουλῆς, παρελθὼν ἔλεξε τοιάδε „Τὰ μὲν παρόντα ἡμῖν, ὦ ἄνδρες Ῥωμαῖοι, πράγματα μὴ οὐχὶ πολέμῳ διακριθῆναι οὐχ οἷόν τε. Πόλεμος δὲ καὶ βασιλεία τὰ μέγιστα τῶν ἐν ἀνθρώποις ἁπάντων ὡμολόγηται εἶναι. τῶν δὲ δὴ πράξεων αἱ μεγάλαι οὐ βραχύτητι καιροῦ κατορθοῦσθαι θέλουσιν, ἀλλʼ εὐβουλίᾳ τε λογισμῶν καὶ πόνοις σωμάτων, ἅπερ ἄνθρωποι ἐς χρόνου μῆκος ἐνδείκνυνται. ἢν μὲν οὖν ἐπὶ τὸν πολέμιον ἴοιμεν, ἐπὶ ξυροῦ μὲν ἀκμῆς τὰ πράγματα ἡμῖν στήσεται, περὶ δὲ τῶν ὅλων ἐν βραχεῖ διακινδυνεύσομεν χρόνῳ, τῶν δὲ ἀποβήσεσθαι μελλόντων ἕνεκα τὴν τύχην ἢ προσκυνήσομεν ἢ μεμψόμεθα πάντως. τὰ γὰρ τῶν πραγμάτων ὀξύτατα ἐς τὸ τῆς τύχης ὡς τὰ πολλὰ περιίσταται κράτος. ἢν δὲ σχολαίτερον τὰ παρόντα διοικησώμεθα, οὐδὲ βουλομένοις παρέσται ἡμῖν Ἰουστινιανὸν ἐν παλατίῳ λαβεῖν, ἀλλʼ ἀγαπήσει ὡς τάχιστα ἤν τις αὐτὸν ἐῴη (30.) φυγεῖν. ἀρχὴ γὰρ περιορωμένη καταρρεῖν εἴωθεν, ἀποληγούσης αὐτῇ τῆς ἰσχύος ἐς ἡμέραν ἑκάστην. ἔστι τοίνυν ἡμῖν βασίλεια ἕτερα, Πλακιλλιαναί τε καὶ τὰ Ἑλένης ἐπώνυμα, ὅθεν χρὴ βασιλέα τόνδε ὁρμώμενον τόν τε πόλεμον διενεγκεῖν καὶ τὰ ἄλλα (31.) διοικήσασθαι ᾗ ἄμεινον ἕξει.“ Ὠριγένης μὲν τοσαῦτα εἶπεν. οἱ δὲ δὴ ἄλλοι, ὅπερ φιλεῖ ὅμιλος ποιεῖν, ὀξύτερόν τε ἀντελαμβάνοντο καὶ τὸ παραυτίκα ᾤοντο ξύμφορον εἶναι, καὶ οὐχ ἥκιστά γε Ὑπάτιος (χρῆν γάρ οἱ γενέσθαι κακῶς τῆς ἐπὶ τὸν ἱππόδρομον ὁδοῦ ἐκέλευεν ἡγεῖσθαι. τινὲς δέ φασιν ἐξεπίτηδες αὐτὸν ἐνταῦθα ἥκειν, βασιλεῖ εὐνοϊκῶς ἔχοντα.
(32.) Οἱ δὲ ἀμφὶ τὸν βασιλέα ἐν βουλῇ ἦσαν, πότερα μένουσιν αὐτοῖς ἢ ταῖς ναυσὶν ἐς φυγὴν τρεπομένοις ἄμεινον ἔσται. καὶ λόγοι μὲν πολλοὶ ἐλέγοντο ἐς (33.) ἑκάτερα φέροντες. καὶ Θεοδώρα δὲ ἡ βασιλὶς ἔλεξε τοιάδε „Τὸ μὲν γυναῖκα ἐν ἀνδράσι μὴ χρῆναι τολμᾶν ἢ ἐν τοῖς ἀποκνοῦσι νεανιεύεσθαι, τὸν παρόντα οἶμαι καιρὸν ἥκιστα ἐφεῖναι διασκοπεῖσθαι, εἴτε ταύτῃ (34.) εἴτε ἄλλῃ πη νομιστέον. οἷς γὰρ τὰ πράγματα ἐς κίνδυνον τὸν μέγιστον ἥκει, οὐκ ἄλλο οὐδὲν εἶναι δοκεῖ ἄριστον ἢ τὰ ἐν ποσὶν ὡς ἄριστα θέσθαι. (35.) ἡγοῦμαι δὲ τὴν φυγὴν ἔγωγε, εἴπερ ποτὲ, καὶ νῦν, ἢν καὶ τὴν σωτηρίαν ἐπάγηται, ἀξύμφορον εἶναι. ἀνθρώπῳ μὲν γὰρ ἐς φῶς ἥκοντι τὸ μὴ οὐχὶ καὶ νεκρῷ γενέσθαι ἀδύνατον, τῷ δὲ βεβασιλευκότι τὸ φυγάδι (36.) εἶναι οὐκ ἀνεκτόν. μὴ γὰρ ἂν γενοίμην τῆς ἁλουργίδος ταύτης χωρὶς, μηδʼ ἂν τὴν ἡμέραν ἐκείνην βιῴην, ἐν ᾗ με δέσποιναν οἱ ἐντυχόντες οὐ προσεροῦσιν. εἰ μὲν οὖν σώζεσθαί σοι βουλομένῳ ἐστὶν, ὦ βασιλεῦ, (37.) οὐδὲν τοῦτο πρᾶγμα. χρήματα < γάρ> τε πολλὰ ἔστιν ἡμῖν, καὶ θάλασσα μὲν ἐκείνη, πλοῖα δὲ ταῦτα. σκόπει μέντοι μὴ διασωθέντι ξυμβήσεταί σοι ἥδιστα ἂν τῆς σωτηρίας τὸν θάνατον ἀνταλλάξασθαι. ἐμὲ γάρ τις καὶ παλαιὸς ἀρέσκει λόγος, ὡς καλὸν ἐντάφιον (38.) ἡ βασιλεία ἐστί“. τοσαῦτα τῆς βασιλίδος εἰπούσης, θάρσος τε τοῖς πᾶσιν ἐπεγένετο καὶ ἐς ἀλκὴν τραπό-
μενοι ἐν βουλῇ ἐποιοῦντο ᾗ ἂν ἀμύνεσθαι δυνατοὶ (39.) γένοιντο, ἤν τις ἐπʼ αὐτοὺς πολεμήσων ἴοι. οἱ μὲν οὖν στρατιῶται ξύμπαντες, οἵ τε ἄλλοι καὶ ὅσοι ἀμφὶ τὴν βασιλέως αὐλὴν ἐτετάχατο, οὔτε τῷ βασιλεῖ εὐνοϊκῶς εἶχον οὔτε ἐς τὸ ἐμφανὲς ἔργου ἔχεσθαι ἤθελον, ἀλλὰ (40.) τὸ μέλλον ἐκαραδόκουν ὅπη ἐκβήσεται. πᾶσαν δὲ τὴν ἐλπίδα ἐν Βελισαρίῳ τε καὶ Μούνδῳ ὁ βασιλεὺς εἶχεν, ὧν ἅτερος μὲν, Βελισάριος, ἄρτι ἐκ τοῦ Μηδικοῦ ἐπανήκων πολέμου τήν τε ἄλλην θεραπείαν δυνατήν τε καὶ λόγου ἀξίαν ἐπήγετο καὶ δορυφόρων τε εἶχε καὶ ὑπασπιστῶν πλῆθος ἔν τε ἀγῶσι καὶ τοῖς τοῦ πολέμου κινδύνοις τὰς μελέτας πεποιημένον. (41.) Μοῦνδος δὲ, Ἰλλυριῶν στρατηγὸς ἀποδεδειγμένος, τύχῃ τινὶ ξυνεκύρησε βαρβάρους Ἐρούλους ἐπαγαγόμενος κατά τινα χρείαν ἐς Βυζάντιον μετάπεμπτος ἥκειν.
(42.) Ὑπάτιος μὲν οὖν ἐπειδὴ εἰς τὸν ἱππόδρομον ἀφίκετο, ἀναβαίνει μὲν αὐτίκα οὗ δὴ βασιλέα καθίστασθαι νόμος, κάθηται δὲ ἐς τὸν βασίλειον θρόνον, ὅθεν ἀεὶ βασιλεὺς εἰώθει τόν τε ἱππικὸν καὶ γυμνικὸν θεᾶσθαι (43.) ἀγῶνα. ἐκ δὲ παλατίου Μοῦνδος μὲν διὰ πύλης ἐξῄει, ἔνθα δὴ ὁ κοχλίας ἀπὸ τῆς καθόδου κυκλοτεροῦς (44.) οὔσης ὠνόμασται. Βελισάριος δὲ τὰ μὲν πρῶτα εὐθὺ αὐτοῦ τε Ὑπατίου καὶ θρόνου τοῦ βασιλείου ἀνέβαινεν, ὡς δὲ ἐς τὸ πλησίον οἴκημα ἦλθεν, οὗ δὴ στρατιωτῶν φρουρὰ ἐκ παλαιοῦ ἐστιν, ἐβόα τοῖς στρατιώταις ἐγκελευόμενος ἀνοιγνύναι οἱ τὴν θύραν ὡς τάχιστα, ὅπως (45.) ἐπὶ τὸν τύραννον ἴοι. δεδογμένον δὲ τοῖς στρατιώταις μηδετέρῳ ἀμύνειν, ἕως αὐτῶν ἅτερος λαμπρῶς νικῴη, (46.) ὡς ἥκιστα ἐπαΐειν δοκοῦντες διεκρούσαντο. ἀναστρέψας οὖν Βελισάριος ὡς βασιλέα διεφθάρθαι ἰσχυρίζετο (47.) σφίσι τὰ πράγματα. νεωτερίζειν γὰρ ἐς αὐτὸν τοὺς στρατιώτας, οἳ τὴν παλατίου φρουρὰν ἔχουσιν. ἐκέλευεν οὖν αὐτὸν βασιλεὺς ἐπὶ τὴν καλουμένην Χαλκῆν (48.) καὶ τὰ ἐνταῦθα προπύλαια ἰέναι. ὁ δὲ δὴ μόλις καὶ οὔτε κινδύνων οὔτε πόνων μεγάλων χωρὶς διʼ ἐρειπίων τε καὶ χωρίων ἡμιφλέκτων διεξιὼν ἐς τὸ ἱππικὸν (49.) ἀναβαίνει. καὶ ἐπειδὴ παρὰ τὴν Βενέτειον ἐγεγόνει στοὰν, ἣ τοῦ βασιλέως θρόνου ἐν δεξιᾷ ἐστιν, ἐβούλευσε μὲν ἐπὶ πρῶτον αὐτὸν Ὑπάτιον ἰέναι, βραχείας δὲ οὔσης ἐνταῦθα πυλίδος, ἣ ἀπεκέκλειστό τε καὶ ὑπὸ τῶν ἐντὸς Ὑπατίου στρατιωτῶν ἐφυλάσσετο, κατωρρώδησε μή οἱ ἐν στενῷ πονουμένῳ ὁ δῆμος ξυνεπιθέμενος αὐτόν τε καὶ τοὺς ἑπομένους ἅπαντας διαφθείραντες ῥᾷόν τε καὶ ἀπονώτερον ἐπὶ βασιλέα χωρήσωσι. (50.) λογισάμενος οὖν ὥς οἱ ἐπὶ τὸν δῆμον ἰτέον ἐστὶν, οἳ ἐν τῷ ἱπποδρόμῳ ἑστήκεσαν, πλήθει τε ἄμετροι καὶ μετὰ πολλῆς ἀκοσμίας ὑπʼ ἀλλήλων ὠθούμενοι, ἀπὸ τοῦ κολεοῦ τὸ ξίφος ἀράμενος τοῖς τε ἄλλοις κατὰ ταὐτὰ ποιεῖν ἐπαγγείλας, δρόμῳ τε καὶ κραυγῇ ἐπʼ (51.) αὐτοὺς ᾔει. ὁ δὲ δῆμος, ἅτε δὴ ἐν ὁμίλῳ καὶ οὐκ ἐν τάξει ἱστάμενοι, ἐπειδὴ στρατιώτας εἶδον τεθωρακισμένους τε καὶ δόξαν πολλὴν ἐπί τε ἀνδρίᾳ καὶ πολέμων ἐμπειρίᾳ ἔχοντας, καὶ τοῖς ξίφεσιν οὐδεμιᾷ φειδοῖ (52.) παίοντας, ἐς φυγὴν ὥρμηντο. κραυγῆς δὲ πολλῆς, ὡς τὸ εἰκὸς, γεγενημένης, πλησίον που ἑστηκὼς Μοῦνδος καὶ βουλόμενος ἔργου ἔχεσθαι (ἦν γάρ τις τολμητὴς καὶ δραστήριος), ἀπορούμενος δὲ ᾗ χρήσεται τοῖς παροῦσιν, ἐπειδὴ ἐτεκμήρατο ὡς Βελισάριος ἐν τῷ πόνῳ εἴη, εὐθὺς ἐπὶ τὸ ἱπποδρόμιον διὰ τῆς εἰσόδου, ἣ Νεκρὰ καλεῖται, εἰσβάλλει. τότε δὴ ἑκατέρωθεν οἱ Ὑπατίου στασιῶται κατὰ κράτος πλησσόμενοι διεφθείροντο. ἐπεὶ δὲ ἡ τροπὴ λαμπρὰ ἐγεγόνει καὶ φόνος ἦν ἤδη τοῦ δήμου πολὺς, Βοραΐδης τε καὶ Ἰοῦστος, Ἰουστινιανοῦ βασιλέως ἀνεψιοὶ, χεῖρας αὐτοῖς οὐδενὸς ἀνταίρειν τολμῶντος, καθεῖλόν τε ἀπὸ τοῦ θρόνου Ὑπάτιον καὶ αὐτὸν ἐσαγαγόντες βασιλεῖ ἅμα Πομπηίῳ παρέδωκαν. (54.) θνήσκουσί τε τοῦ δήμου πλέον ἢ τρισμύριοι ἐν ταύτῃ τῇ ἡμέρᾳ. βασιλεὺς δὲ αὐτοὺς ἐν φυλακῇ χαλεπῇ (55.) ἐκέλευεν εἶναι. ἐνταῦθα Πομπήιος μὲν ἐδάκρυέ τε καὶ ἄξια ἐλέου ἐφθέγγετο• ἦν γὰρ δὴ ὁ ἀνὴρ πραγμάτων τε καὶ κακῶν τοιούτων ἥκιστα ἔμπειρος• Ὑπάτιος δὲ αὐτὸν πολλὰ ὀνειδίσας οὐκ ἔφη χρῆναι τοὺς (56.) οὐκ ἐν δίκῃ ἀπολουμένους ὀδύρεσθαι. ἀρχήν τε γὰρ ὑπὸ τοῦ δήμου ἄκοντας βιασθῆναι καὶ οὐκ ἐπὶ κακῷ τοῦ βασιλέως ὕστερον ἐς τὸ ἱπποδρόμιον ἀφικέσθαι. κτείναντες δὲ οἱ στρατιῶται τῇ ὑστεραίᾳ ἑκάτερον, ἐς (57.) θάλασσαν καθῆκαν τὰ σώματα. βασιλεὺς δὲ αὐτῶν τε τὰ χρήματα ἐς τὸ δημόσιον ἀνάγραπτα ἐποιήσατο καὶ ἄλλων τῶν ἐκ βουλῆς ἁπάντων, οἳ δὴ τὴν γνώμην (58.) ξὺν αὐτοῖς ἔθεντο. ἔπειτα μέντοι τοῖς τε ἄλλοις ἅπασι καὶ τοῖς Ὑπατίου καὶ Πομπηίου παισὶ τά τε ἀξιώματα, οἷς πρότερον ἐχρῶντο, ἀπέδωκε καὶ τῶν χρημάτων ὅσοις τῶν ἐπιτηδείων τινὰς οὐκ ἔτυχε δωρησάμενος. ἐς τόδε μὲν Βυζαντίῳ ἡ στάσις ἐτελεύτα.

ΠΡΟΚΟΠΙΟΥ ΚΑΙΣΑΡΕΩΣ, ΥΠΕΡ ΤΩΝ ΠΟΛΕΜΩΝ, ed. G. WIRTH (post J. HAURY), Procopii Caesariensis opera omnia, T. 1. Leipzig, 1962.