Ο Σέργουντ Άντερσον (1876 – 1941) υπήρξε από τους κορυφαίους εκπροσώπους των αμερικανικών γραμμάτων των αρχών του 20ου αιώνα κι από τους πιο επιδραστικούς καθώς έδειξε τον δρόμο της έκφρασης και της μαγείας / θεραπείας της λογοτεχνίας επηρεάζοντας κατοπινά ιερά τέρατα της γραφής από τους Ουίλλιαμ Φόκνερ, Έρνεστ Χέμινγουεϊ, Φ. Σ. Φιτζέραλντ ως τον Ρέιμοντ Κάρβερ.

Ακούραστος και βασανισμένος εργάτης του λόγου και της γλώσσας, αντισυμβατικός με την επιτυχία και τη λάμψη της, αφού εκείνο που επιδίωκε ήταν όχι να δημιουργήσει λογοτεχνικές σαπουνόφουσκες αλλά να αναπτύξει και να βελτιώσει -μέσω της γραφής- την ικανότητά του να νιώθει, να διαβάζει, να ερμηνεύει τα σκοτάδια, τις ρωγμές και το λιγοστό φως που τρυπώνει από τις χαραμάδες του κόσμου, να μπορεί να ακούει και να οσφραίνεται τ’ αρώματα της γης, την μεταλλική γεύση της ματαιότητας και της πίκρας, τον ψίθυρο της βροχής, την ευλογία και την κατάρα των επιθυμιών και των δρόμων τους.

Δημοσιογράφος, ποιητής, έξοχος διηγηματογράφος και συγγραφέας, καθιερώθηκε με το «Ουάινσμπεργκ, Οχάιο» , μια συλλογή διηγημάτων που συνδέονται μεταξύ τους σχηματίζοντας ένα περίφημο σπονδυλωτό μυθιστόρημα στο οποίο αποτυπώνεται με ακρίβεια η αμερικανική επαρχία στην περίοδο της προ-βιομηχανοποίησης, (στα ελληνικά κυκλοφόρησε το 1991 από τις εκδόσεις Μέδουσα) και το οποίο εκδόθηκε το 1919 λαμβάνοντας αρνητικές κριτικές. Στην πορεία βρήκε, ως ένα βαθμό, τη θέση που του αξίζει καθώς άρχισε να διαβάζεται και από νεότερες γενιές και διδάσκεται σε σεμινάρια αμερικανικής πεζογραφίας. Στη γλώσσα μας επίσης ,το μακρινό 1984, οι εκδόσεις Οδυσσέας εξέδωσαν το «Μαύρο γέλιο». Πολλά χρόνια αργότερα, το 2019, οι εκδόσεις Έρμα επανέφεραν αυτόν τον σπουδαίο μα τόσο αδικημένο συγγραφέα, με τη θεσπέσια συλλογή διηγημάτων «Θάνατος στο δάσος».

Κι έπρεπε να περάσουν άλλα έξι χρόνια για να επανέλθει στο προσκήνιο ο Άντερσον, αυτή τη φορά μέσω των εκδόσεων Ηριδανός -σε φροντισμένη μετάφραση από τον ποιητή και δοκιμιογράφο Γιάννη Λειβαδά- με μια συλλογή επτά εξαιρετικών διηγημάτων υπό τον τίτλο «Οι ιστορίες έχουν κρύα χέρια». Ένας μικρός, καλαίσθητος τόμος που, εκτός των επτά ιστοριών, εμπλουτίζεται με ένα σκίτσο και φωτογραφικά πορτρέτα του συγγραφέα. Η υψηλή πρόζα συνδιαλέγεται με την ποίηση, ο σκληρός ρεαλισμός και η -σε σημεία- ωμή γλώσσα συνυπάρχουν με τον φιλοσοφικό στοχασμό, την αλληγορία και οι εκλεπτυσμένες, κοφτερές, τραγικές και κωμικοτραγικές ιστορίες βρίθουν ενσυναίσθησης, διάχυτης μελαγχολίας, μεστότητας, περιέχουν μια τρυφερή καλοσύνη ακόμα κι όταν σ’ αυτές περιγράφονται ο πόνος, η απελπισία, η ανάγκη φυγής, η μικρότητα, η απογοήτευση, το πέρασμα του χρόνου, η ασημαντότητα και το (αμερικανικό) όνειρο που ενώ ο ουρανός ξημερώνει εκείνο εξατμίζεται.

Στο σύνολο του έργου του, ο Άντερσον, με το οξύ του βλέμμα στη χώρα του και στους ανθρώπους, με ανάσες ψυχολογικής ανάλυσης και με τη σωματική γραφή του, αποτυπώνει την σεξουαλική ελευθερία κατά τη δεκαετία του 1920 (ιδιαίτερα έντονο το στοιχείο στο μυθιστόρημα «Many marriages» που αναμένεται / αναμενόταν να κυκλοφορήσει και στα ελληνικά), το αμερικανικό όνειρο που έμοιαζε ξεφτισμένο από την πολύ αρχή του, τις καταπιεσμένες ζωές και επιθυμίες στην αμερικανική ύπαιθρο, τον κοινωνικό αποκλεισμό, την απειλή από τη βιομηχανοποίηση, τον άγριο πόθο των ανθρώπων να ανοίξουν φτερά προς άγνωστους αιθέρες.

 

 

Ο μέγας Άντερσον, καταθλιπτικός, μια ψυχή στροβιλιζόμενη, άλλαζε συχνά τόπους κατοικίας, αντιφατικός σαν τους ήρωές του, θεωρούσε τη γραφή θεραπεία κι έτσι μετέτρεψε τη θλίψη του σε τέχνη. Και τί τέχνη, όταν στα ποιητικά και πεζά του κείμενα ακτινογράφησε την μικρομεσαία και χαμηλή κοινωνική τάξη της επαρχίας αλλά κι έναν τύπο ηρώων που στον μετέπειτα μοντερνισμό είναι αυτό που αποκαλούμε «αντιήρωες» -φοβικοί και φοβισμένοι, περιθωριακοί, ψυχικά ασταθείς, σχεδόν δυσλειτουργικοί, χαμένοι στα αδιέξοδά τους, ξεριζωμένοι από /βαθιά συνδεδεμένοι με τη γη τους- που καταστρέφουν και καταστρέφονται στην προσπάθειά τους να ψηλαφίσουν και να κυνηγήσουν το αμερικανικό όνειρο, για να ακολουθήσει η περιστροφή -σαν τις πεταλούδες της νύχτας που έλκονται απ’ το εκτυφλωτικό φως και καίγονται πάνω του- μέχρι τις όχθες του κενού και της λησμονιάς.

«Οι ιστορίες είναι άνθρωποι καθισμένοι στο κατώφλι του σπιτιού του μυαλού μου. Απέξω κάνει κρύο κι είναι καθισμένοι και περιμένουν. Κοιτάζω απ’ το παράθυρο.

Οι ιστορίες έχουν κρύα χέρια, τα χέρια τους είναι παγωμένα…»

 

Έτσι ποιητικά ανοίγει ο παρών τόμος, από τον Σέργουντ Άντερσον, ως εισαγωγική πρόζα. Για να ακολουθήσει η πρώτη ιστορία «Θέλω να ξέρω γιατί». Ο έφηβος αφηγητής / πρωταγωνιστής μαζί με τρείς φίλους του από το Μπέκερσβιλ κάνουν ένα ταξίδι προς τα ανατολικά για να επισκεφθούν τον ιππόδρομο. Ο νεαρός, λάτρης των αλόγων, της καθαρότητας της ψυχής τους, έρχεται αντιμέτωπος με τη «βρωμιά», την υποκρισία και το ψεύδος του ανθρώπινου είδους. Επόμενο διήγημα, ποιητικής φόρμας, «Ο μουγγός», κι ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής έχει να πει μια ιστορία χωρίς να διαθέτει τρόπο αφήγησης.

Ακολουθεί «Το αυγό»: ο ανώνυμος αφηγητής εξιστορεί την ιστορία του πατέρα του, ενός άντρα ευτυχή ως αγρότης μέχρι την ώρα που σκοντάφτει πάνω στον σαγηνευτικό βράχο της φιλοδοξίας και το πάθος για κοινωνική ανέλιξη τον κυριεύει και τον μεταμορφώνει. Εδώ, ο Άντερσον, εντάσσει στην αφήγηση ως αλληγορικά στοιχεία ένα ορνιθοτροφείο και αυγά! Το αυγό γίνεται σύμβολο νέας ζωής και αναγέννησης με την άλλη του πλευρά, αυτή της απότομης πτώσης, των κομμένων φτερών, του θανάτου. «Ο άνθρωπος με το καφέ παλτό», η επόμενη ιστορία αυτοβιογραφικού χαρακτήρα με τον πρωταγωνιστή – συγγραφέα να μετρά λέξεις περιπλανώμενος ανάμεσα σε φωνές και πρόσωπα.  Στη συνέχεια, τα συγκλονιστικά «Γεράματα», «Ο άνθρωπος με την τρομπέτα» και η συλλογή κλείνει με το «Αδέλφια», μια καθηλωτική ιστορία εμμονής και θανάτου, με φύλλα που πέφτουν σαν βροχή κάτω απ’ το θαμπό ηλιόφως.

Χωρίς ιδιαίτερη έμφαση σε πλοκή και δράση, ο ψυχοανατόμος Άντερσον έδωσε βαρύτητα στο λεπτομερές χτίσιμο των χαρακτήρων του, στους ψυχολογικούς τους λαβύρινθους , στο καταρρακωμένο τους συναίσθημα, στο ανελέητο κυνήγι των ονείρων τους, στο παραλήρημα της μοναξιάς τους , στη λαχτάρα τους να δραπετεύσουν απ’ τα προσωπικά και συλλογικά δεσμά τους, στον κόσμο που είναι ασφυκτικά μικρός κι απέραντα μεγάλος, στη φύση που ενώνεται με την ανθρωπότητα, στον αέρα, στο κλάμα των δέντρων, στα φαντάσματα που γυρεύουν μια θέση σε μια καρδιά. Ο ιδιαίτερος ποιητής Γιάννης Λειβαδάς αποδίδει πιστά το σύμπαν, τις παύσεις και τις υπαινικτικές ανάσες του σπουδαίου Σέργουντ Άντερσον που αξίζει να (ξανά)διαβαστεί και να μαγέψει.