Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

«Στη Φυσική, το Φαινόμενο λέγεται “Ταλάντωση”»/ Δοκίμιο Ποιητικής [Α΄ΜΕΡΟΣ] (γράφει ο Αλέξης Πολίτης)

`

Μην ανησυχείτε, θα εξηγηθώ αμέσως. Μαθαίναμε, αν θυμάστε, στο σχολείο ότι όλα τα υλικά –ακόμη και τα πιο σκληρά– έχουν μια δυνατότητα «ταλάντωσης», μιας παλμικής κίνησης που βέβαια γίνεται ορατή μονάχα στα τεντωμένα: ένα σκοινί που συνδέει δυο πασσάλους, ένα σύρμα, μια γέφυρα. Αν τώρα κρούσουμε αυτό το αντικείμενο, «ταλαντεύεται». Η κρούση μάλιστα μπορεί να είναι και συμπτωματική, όπως –το παράδειγμα που μαθαίναμε στην τάξη– όταν ένα στρατιωτικό σώμα διαβαίνει μια γέφυρα με ρυθμικό βήμα, ενδέχεται ο παλμός του βηματισμού-τους να «συντονιστεί» με τον βαθμό ταλάντωσης της γέφυρας, και τότε θ’ αρχίσει κι αυτή να ταλαντεύεται και θα τους τινάξει στον αέρα. Γι’ αυτό και δεν βαδίζουν με το «έν-δυο» παρά ελεύθερα, μην τύχει κι από σύμπτωση «συντονιστούν» με το γεφύρι. Το ίδιο συμβαίνει αν χτυπήσουμε μια χορδή κιθάρας, τότε, ενίοτε, ταλαντεύονται και οι πλαϊνές-της.
Κάτι τέτοιο, λοιπόν, συμβαίνει και με την ποίηση: ο ποιητής έχει νιώσει κάτι που του δημιούργησε μια ένταση, μια «κρούση», κι αυτή την ένταση προσπαθεί να τη μετατρέψει σε λόγο, να την αποτυπώσει σ’ ένα κείμενο∙ αλλά βέβαια το αποτυπώνει με τρόπο κρυπτικό, με υπαινιγμούς, με δισημίες. Αν τώρα εμείς διαβάζοντας το κείμενο διαγνώσουμε τους υπαινιγμούς, αν δηλαδή πετύχουμε να συντονιστούμε με τις παλμικές κινήσεις του ποιητή, αισθανόμαστε παρόμοιες κινήσεις, παλμούς, «συγκινούμαστε»∙ εκείνο το «κάτι» που είχε νιώσει ο ποιητής το νιώθουμε κι εμείς. Η δική-του ταλάντωση μεταδίδεται και σ’ εμάς. Ας δοκιμάσουμε μ’ ένα πείραμα.

`

Ε Π Ι Τ Υ Μ Β Ι Ο Ν

Λυπηθήκαμε, ίσως, που θά ’φευγε μια μέρα από κοντά-μας
Απρόσιτος, έστω, χειρονομούσε με κινήσεις ανέλπιδες
Ίσως αξιαγάπητος, ίσως –ή μάλλον– συμπαθητικός
Μέσα σ’ εναντιότητες, σ’ αβλεψίες, μ’ αξιοπρέπεια
Με μια χλαμύδα οδύνης ανιστόρητης
Καλλιεργώντας με σύνεση μαραμένα τριαντάφυλλα
Σε σχήμα καρδιάς ή ξεθωριασμένων αναμνήσεων.
Λυπηθήκαμε, ίσως, που θά ’φευγε μια μέρα από κοντά-μας
Τόσο μονήρης, άψογος, κύριος μέσα σε κάθε αποτυχία
Μ’ έναν ήχο αναπότρεπτο –ολέθριος επίλογος–
Ο τελευταίος, αναντίρρητα, μιας παρακμής.

`

Κάποια στιγμή, για να μπορέσω να καταλάβω, να νιώσω περισσότερο το ποίημα –να «συντονιστώ», δηλαδή με τον ποιητή–, σκέφτηκα να βάλω στη θέση του φανταστικού προσώπου ένα δικό-μου, πραγματικό. Κάπως έτσι δεν ήταν ο κύριος Α.; – ας μην πω ολόκληρο το όνομα· δεν θα σήμαινε πολλά πράγματα. Ναι, έτσι: ψηλός αρκετά, ευθυτενής· καθηγητής-μας τότε στη Θεσσαλονίκη, που σίγουρα θα τον είχε γνωρίσει κι ο Μανόλης Αναγνωστάκης κάπου, σε κάποια διάλεξη της «Τέχνης» ας πούμε, ή όπου αλλού, και θα τον σεβόταν κι αυτός όπως κι εμείς – στην ηλικία ο Αναγνωστάκης πρέπει να ήταν κάπου ανάμεσα σ’ εμάς και σ’ αυτόν. Τον θυμάμαι, λοιπόν, τον καθηγητή, που πάντα μας χαμογελούσε ευγενικά και κάπως απόμακρα όταν μας συναντούσε στους διαδρόμους ή το προαύλιο, κι έχω κρατήσει στη μνήμη-μου μια σκηνή· στις τελευταίες μέρες πριν από το πραξικόπημα της 21ης να προσπαθεί –ήταν ο κοσμήτορας, νομίζω, της Σχολής– να προσπαθεί να σώσει στα σκαλιά μπροστά στην είσοδο έναν φοιτητή –τελευταίες διαδηλώσεις τότε– που τον τραβούσαν κάποιοι χωροφύλακες· εμείς παρακολουθούσαμε περήφανοι και ανήσυχοι.

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν, Αναγνώσεις

Οδυσσέας Ελύτης, «Ποιήματα, πεζά και συνεικόνες» (Επιλογή – Επίμετρο: Ευθυμία Γεωργιάδου-Kούντουρα)

`

ΤΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ Η ΠΟΑ ΤΗΣ ΟΥΤΟΠΙΑΣ

Τα κορίτσια η πόα της ουτοπίας
τα κορίτσια οι παραπλανημένες Πλειάδες
τα κορίτσια τ’ Αγγεία των Μυστηρίων
τα γεμάτα ως πάνω και τ’ απύθμενα

Τα στυφά στο σκοτάδι και όμως θαύμα
τα γραμμένα στο φως και όμως μαυρίλα
τα στραμμένα επάνω τους όπως οι φάροι
τα ηλιοβόρα και τα σεληνοβάμονα

Η ´Ερση, η Μυρτώ, η Μαρίνα
η Ελένη, η Ρωξάνη, η Φωτεινή
η Άννα, η Αλεξάνδρα, η Κύνθια

( Απόσπασμα από το Άξιον Εστί, 1959)

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Παναγιώτης Μανιάτης, «Η ποίηση στην Οκτωβριανή Επανάσταση», εκδ. Δίαυλος, 2014 (γράφει ο Παύλος Χαραμής)

`

«Στους ονειροπόλους» είναι αφιερωμένο το βιβλίο του Παναγιώτη Μανιάτη με τον τίτλο «Η ποίηση στην Οκτωβριανή Επανάσταση». Και αξίζει όντως να σημειώσουμε πως από μόνος του καθένας από τους όρους «ποίηση» και «επανάσταση» αποτελεί κι έναν πόλο ονείρων που συνδέονται δυνάμει με ποικίλες «ουτοπίες» – αντίβαρα σε μια καθόλα αντίθετη πραγματικότητα, θλιβερά πεζή και πνιγηρά στατική. Ωστόσο, πολύ περισσότερο, το δίπολο «ποίηση και επανάσταση» παραπέμπει σε μια ιδεατή ευτοπία, όπου η ποίηση-φυγή και η ποίηση-όνειρο συμπίπτει με τη μεγάλη κατάφαση, την απόφαση για εξέγερση, το ξέσπασμα μιας επανάστασης.
Παρατηρείτε, όμως, πως από τον τίτλο του βιβλίου λησμονήσαμε ως τώρα τον όρο «Οκτωβριανή». Σφηνωμένος κυριολεκτικά ανάμεσα στους όρους ποίηση και επανάσταση, μαγνητίζει ταυτόχρονα και τις δύο με την απέραντη παραδειγματική δύναμη του συγκεκριμένου ιστορικού –ή ορθότερα κοσμοϊστορικού- γεγονότος: Στο πλαίσιο μιας ευτυχούς ιστορικής συγκυρίας, ενός ιδεώδους χρονότοπου, για να θυμηθούμε τον Μπαχτίν, τον Οκτώβρη του 1917 η ποίηση και γενικότερα η τέχνη κλήθηκε να υπερβεί το παρελθόν της και να δοκιμάσει τις δυνάμεις της σε ένα διαφορετικό, τιτάνιο πραγματικά έργο: να ψυχώσει μια επανάσταση που άνοιγε νέους δρόμους για την ανθρωπότητα, μετέβαλλε άρδην τους όρους του ιστορικού γίγνεσθαι, μετέτρεπε την ποσοτική συσσώρευση σε πρωτοφανέρωτο ποιοτικό άλμα, συγκροτούσε ένα νέο ιστορικό υπόδειγμα.
Αυτό το κοσμοϊστορικό γεγονός αποτελεί και την αφετηρία του βιβλίου του Παναγιώτη Μανιάτη. «Οκτώβρης 1917», σημειώνει στην εναρκτήρια παράγραφο της εισαγωγής, στη σελ. 11: «Η εξέγερση πλανιέται στην ατμόσφαιρα. Η εποχή της μεγάλης ανατροπής έφτασε». Και στην επόμενη παράγραφο συμπληρώνει: «Η Μεγάλη Οκτωβριανή Σοσιαλιστική Επανάσταση, ως το μεγαλύτερο γεγονός στον 20ό αιώνα, εγκαινίασε μια νέα εποχή όχι μόνο στον τομέα της πολιτικής και της οικονομίας αλλά και στον τομέα του πολιτισμού. Η πολιτιστική επανάσταση, ως αναπόσπαστο στοιχείο της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, έδωσε τη δυνατότητα στους εργαζόμενους να γνωρίσουν τις κατακτήσεις του ανθρώπινου πολιτισμού και να συμμετέχουν στην πολιτιστική ζωή.»
`

Με αφετηρία και συνάμα πηγή έμπνευσης την Οκτωβριανή Επανάσταση σπεύδει ο συγγραφέας να δηλώσει τους –αρκετά φιλόδοξους, είναι η αλήθεια- στόχους του πονήματός του. «Το βιβλίο αυτό», σημειώνει, «είναι το πρώτο μιας σειράς που πραγματεύεται το ζήτημα της σοβιετικής πρωτοπορίας στον τομέα της κουλτούρας. Επισκοπεί την εξέλιξη της ποίησης στη Ρωσία από την προεπαναστατική στη μετεπαναστατική περίοδο και συγκεκριμένα μέχρι και τα χρόνια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Οι πρωταγωνιστές, τα κινήματα, η διαπάλη καθώς και άγνωστες πτυχές της ποιητικής δημιουργίας ιστορούνται μέσα από ένα ταξίδι σε εκείνη την εποχή που η Ιστορία θα διατηρήσει ακέραια την εικόνα της.» (σελ. 11)

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις, Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

«Αφροδίτη Μάνου: Το λάλον ύδωρ/ Ένα αυθαίρετο πορτρέτο μέσα από τους τέσσερις δίσκους της» (γράφει η Στέλλα Βλαχογιάννη)

`

Είναι τα μέσα της δεκαετίας του 1980 (Ιούνιος 1984 συγκεκριμένα) που ξαφνικά όλοι στα ραδιόφωνά μας αρχίζουμε ν’ ακούμε δυνατά τζαζ ροκ. Η μεταπολίτευση πάει στην Πέμπτη δημοτικού (έχει γίνει δέκα ετών δηλαδή), η αλλαγή που υποσχέθηκε ο Ανδρέας Παπανδρέου έχει τυπικά υλοποιηθεί, έχει βγάλει όλα της τα δοντάκια κι ετοιμάζεται για προνήπιο. Η Ελλάδα ζει μια μεγάλη κοινωνική ανακατάταξη. Σύμφωνα με το συμβόλαιο με το λαό, αυτός, ο λαός δηλαδή, βρίσκεται στην εξουσία. Μια εξουσία που θα του χαϊδέψει το μαλακό υπογάστριο και θ’ αφήσει εντελώς ακάλυπτη την επιταγή του σκέπτεσθαι. Τα μέσα μαζικής ενημέρωσης είναι σε ελεγχόμενο αριθμό. Δεν υπάρχει ακόμα ιδιωτική ραδιοφωνία, ούτε φυσικά και τηλεόραση, δεν έχει γίνει το σκάνδαλο Κοσκωτά. Η γενιά του πολυτεχνείου μόλις έχει αρχίσει ν’ ανταλλάσει τις πληγές της με θέσεις στα «πράγματα». Η 17 Νοέμβρη έχει ήδη δώσει το παρόν αρκετά έντονα, στην πλατεία Εξαρχείων βασιλεύει η διακίνηση ουσιών αλλά και ΜΑΤ (οξύμωρον πλην αληθινό), η Ελλάδα δεν αντιστέκεται, αλλάζει. Και μόνον σήμερα είμαστε σε θέση να δούμε ότι ζούσαμε την κυοφορία μιας τερατογεννέσεως την οποία απολαμβάνουμε τώρα. Όπως και να έχει, είναι μια εποχή που στη δημοσιογραφία η είδηση παραμένει είδηση και όχι σχόλιο, κουτσομπολιό, παραπλάνηση, εκβιαστικός κιτρινισμός και όλα όσα επήλθαν όταν (νομίσαμε ότι) γίναμε Ευρώπη.
`

Σε μας του καλλιτεχνικού ρεπορτάζ -που ειρήσθω εν παρόδω εκείνη την εποχή ήταν πολύ σοβαρή δουλειά και δύσκολη- ήταν μεγάλη είδηση ότι η γνωστή τοις πάσι ως ερμηνεύτρια και τοις λίγοις για τις εξωκαλλιτεχνικές της δραστηριότητες Αφροδίτη Μάνου μεταλλάχθηκε σε τραγουδοποιό και ήδη το πρώτο της βινίλιο ήταν γεγονός. Τίτλος δίσκου: Νυχτερινή Εκπομπή. Μουσική-στίχοι-ερμηνεία: Αφροδίτη Μάνου -Μπουμπού για τους φίλους της και για τους ανθρώπους του καλλιτεχνικοπολιτικού χώρου. Ήταν μια κίνηση που δεν είχε επιστροφή. Δηλαδή ακούγοντας τον δίσκο της καταλάβαινες πως αυτή η γυναίκα από δω κι εμπρός μόνον αυτό μπορεί και πρέπει να κάνει: να γράφει τραγούδια. Τόσο ισχυρό ήταν το σήμα που εξέπεμψε με τις 11 πρώτες ολοδικές της ηχογραφήσεις. Το μέλλον το απέδειξε περίτρανα μολονότι μέσα σε 23 χρόνια η Α. Μάνου κυκλοφόρησε μόνον τέσσερις (τέτοιους) δίσκους. Αυτοί οι τέσσερις είναι αρκετοί για να χαρακτηριστούν ως πορεία και διαδρομή που όλοι θέλουμε να πιστεύουμε ότι δεν έχει κλείσει, απλώς διανύει ένα απαράδεκτα μεγάλο διάλειμμα.
Πριν μπούμε στο κεφάλαιο Μάνου-τραγουδοποιός χρειάζεται να δούμε την προϊστορία. Το πώς και το γιατί δηλαδή μια τόσο σημαντική ερμηνεύτρια που πρωτοεμφανίστηκε στη δισκογραφία το 1971 (Εκείνο το καλοκαίρι) και διήνυσε μιαν έντονη πολιτική και καλλιτεχνική διαδρομή ξαφνικά αποφασίζει να γράψει μόνη της. Πόσο ξαφνικά ήταν αυτό το ξαφνικά; Μήπως ήταν ανάγκη να στραφεί στον εαυτό της και όχι… θεία έμπνευση -άσχετα αν το αποτέλεσμα που απέφερε αυτή της η κίνηση ήταν εξαιρετικό για όλους μας; Η δισκογραφία της μέχρι το 1977 που κυκλοφορεί ο πρώτος επιτέλους προσωπικός της δίσκος (Ανεπίδοτα Γράμματα, Μιχ. Γρηγορίου-‘Αρη Αλεξάνδρου) είναι συμμετοχές σε δίσκους άλλων -από τον Μπιθικώτση και τον Κόκοτα μέχρι τον Μίκη Θεοδωράκη.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, «Χαλασοχώρηδες», 1892

`

Ε΄

Χαλασοχώρηδες εκαλούντο τέως οι του κόμματος του Λάμπρου, από δε της νυκτός ταύτης οι του άλλου κόμματος ωνομάσθησαν «οι ανδρογυνοχωρίστρες».

Από της αυγής της επαύριον Τετάρτης ο Μανόλης και δύο των φίλων του, λαβόντες βάρκαν, εξήλθον εις το Μαραγκό, νησίδιον φράττον προς Εύρον τον λιμένα κι επαραμόνευαν πότε θα ενεφανίζοντο όπισθεν της Άρκτου και της Τρυπητής, δύο άλλων ανατολικώτερον κειμένων νησίδων, αι βάρκαι αι φέρουσαι τον ροφόν, κατά το λεξιλόγιον του Μανόλη του Πολύχρονου. Αλλ’ από βαθέος όρθρου, ο Λάμπρος ο Βατούλας οσφρανθείς, φαίνεται, το δόλωμα των αντιπάλων έσπευσε να εξυπνίσει τον καπετάν-Νικολάκην, το Τρυποκαρύδι, ένα των στενωτέρων φίλων του, και επιβιβασθέντες οι δύο εις ωραίον κότερον, έλυσαν τα πανιά, εσήκωσαν την άγκυραν και ανάψαντες τους ναργιλέδες των με τα κάρβουνα, τα οποία είχαν λάβει από το καφενείον του γερο-Ακούκατου, όστις αγρυπνότερος αλέκτορος ήνοιγε το καφενείον τέσσαρας ώρας πριν φέξει, εξηπλώθησαν παρά την πρύμνην καπνίζοντες και πλέοντες τη βοηθεία της πρωινής απογείου αύρας. Εξήλθον εις το Ασπρόνησον, βορειοανατολικώς, όπου έκαμναν καρτέρι περιμένοντες πότε ήθελε φανεί το κελεπούρι, κατά το ύφος του Λάμπρου του Βατούλα. Οι Χαλασοχώρηδες κάμψαντες την ακτήν είχαν κρυφθεί όπισθεν του Ασπρονήσου, και οι Ανδρογυνοχωρίστρες ούτε τους είδαν, ούτε τους υπώπτευον καν ότι τους είχαν προλάβει.

Μετά ικανήν ώραν, άμα τη ανατολή του ηλίου, προέκυψαν από του απέναντι ακρωτηρίου δύο βάρκαι ερχόμεναι προς τα εδώ, αίτινες έχουσαι ούριον τον άνεμον, καθότι είχε σουρώσει ήδη το μελτέμι, ταχέως επλησίασαν. Οι Χαλασοχώρηδες με το κότερόν των έπλευσαν εις προϋπάντησιν των δύο λέμβων. Ανεγνώρισαν δε μετ’ ου πολύ τα πρόσωπα, τα οποία έφερον αύται. Της μιας τούτων επέβαινον ο Αλικιάδης και ο Αβαρίδης, της δευτέρας επέβαινον ο Γεροντιάδης, ο Καψιμαΐδης και ο Χαρτουλάριος, και οι πέντε υποψήφιοι βουλευταί. Είχον ορμηθεί εκ της πρωτευούσης της Επαρχίας και ήρχοντο προς άγραν ψήφων και προς επίσκεψιν των εν τω δευτερευόντι δήμω φίλων των. Τούτων ο Αλικιάδης εκ της μιας λέμβου και ο Καψιμαΐδης εκ της άλλης υπηρετούντο, χωρίς να είναι συνδυασμένοι, από τους Χαλασοχώρηδες, ο δε Γεροντιάδης και ο Αβαρίδης υπεστηρίζοντο, χωρίς να αποτελώσι συνδυασμόν, από τις Ανδρογυνοχωρίστρες. (Διότι όλα τα εις ιδης και αδης, ως να προέβλεπον, θα έλεγέ τις, μέλλουσαν εξορίαν και διωγμόν, είχον ζητήσει εγκαίρως να εξασφαλισθώσιν εις τον προσφυή εκείνον τόπον). Όσον αφορά τον πέμπτον, τον Γιαννάκον τον Χαρτουλάριον, ούτος ήτο το μήλον της έριδος και αμφότερα τα τοπικά κόμματα εμάχοντο ποίος να τον πρωτοϋπηρετήσει.

Διαβάστε περισσότερα