Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Μιλτιάδης Φρύσσας, “Το προξενιό της Ξένιας”

Της Ξένιας της άρεσε η οδήγηση. Ένιωθε ωραία όταν οδηγούσε, ένα πέταγμα! Καθώς το αυτοκίνητό της άφηνε πίσω του την Άμφισσα και σκαρφάλωνε στην πλαγιά, κάθε τόσο ανοίγονταν στα μάτια της η θέα στο ήμερο τοπίο του ελαιώνα: μια γκριζοπράσινη θάλασσα. Μετά οι στροφές την έριχναν πάλι στην σκιά.
Είχε σκοπό να ξεκινήσει πιο νωρίς, αλλά η δουλειά στον συνεταιρισμό για την διευθύντρια του λογιστηρίου δεν τελειώνει ποτέ. Όταν, πολύ νέα, την προσέλαβαν σαν βοηθό λογιστή ένιωθε σαν να είχαν εκπληρωθεί τα όνειρά της. Τώρα, στα πενήντα της, αισθάνονταν ασφυξία. Αλλά τι μπορούσε να κάνει; Αυτή ήταν η δουλειά της και είχε γίνει σιγά-σιγά και η ταυτότητά της. Μια ταυτότητα που την απεχθάνονταν και εδώ και λίγο καιρό, είχε πάρει την απόφαση πως έπρεπε επειγόντως να την αλλάξει. Λίγο πριν φύγει αναλογίστηκε αν ήταν σωστό να πάει στην συνάντηση με άδεια χέρια. Ίσως να την περίμενε με κάποιο δωράκι και γιʼ αυτό, καλού-κακού,έβαλε στο πορτ-μπαγκάζ, δίπλα στο σακ-βουαγιάζ και έναν τενεκέ λάδι του συνεταιρισμού.
Το αυτοκίνητο χώθηκε στα βουνά. Το τοπίο εναλλάσσονταν: χαράδρες, λοφοπλαγιές, μικρά οροπέδια και πάλι απʼ την αρχή. Με τον ίδιο τρόπο εναλλάσσονταν και οι σκέψεις της: Χαράδρες, ο νους της πήγαινε στη μάνα της που είχε φύγει το περασμένο καλοκαίρι. Λοφοπλαγιές, η απόφαση που πήρε να αποκτήσει και αυτή, επιτέλους, έναν σύντροφο πριν την πάρει για τα καλά η κατηφόρα. Μόλις που προλάβαινε.Κατηφόρα, μα τι διάολο πήγαινε να κάνει; Τι φαεινή ήταν κιʼ εκείνη να πάει στο γραφείο συνοικεσίων! Μα εκεί στην Άμφισσα, κλειστή κοινωνία, η παρέα της ήταν όλο κιʼ όλο οι κοπέλες του λογιστηρίου. Ανηφόρα: ένας να της ταιριάζει δεν βρέθηκε ποτέ στον δρόμο της. Δυο-τρεις γνωριμίες στο παρελθόν της είχαν αφήσει πικρή γεύση.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Νόρα Κοκκίνου-Δίχρη, “Ο αλήτης”

-Αλί και τρισαλί κόρη μʼ! Αυτόν τον αχαΐρευτο βρήκες να βαλς στο μάτʼ. Τον γιο του Κατσίβελου, τον κατσικανιάρʼ! Τον αραπλή! Τʼ αποσπόρʼ του Βουτσινά; είπε η μάνα μʼ και συνέχισε νʼ αναθεματίζʼ.
Δεν έκρινα ντιπ! Ακούμπησα το σκαφίδʼ καταγής, άρπαξα το σκαμνάκʼ κι έμεινα νʼ αγναντεύω τον παραπάνω μαχαλά. Το ʼχα ζακόνʼ να κολλάω τα μάτια μου στο βορό του καλού μʼ. Καλός μʼ ακόμα δεν είναι… αλλά πού θα μʼ πάει! Καλά… για τη μάνα μʼ ήταν ένας αλήτς και μισός. Αργά ή γλήγορας θα γινόταν θκος με παπά και με κουμπάρο. Είμʼ εγώ μια μαλαγάνα! Τώρα έπρεπε νʼ αφήκω τη μάνα μʼ να τσαμπουνάει ότι την κατεβάζʼ η γκλάβα τς και εγώ να κάνω το μούλικο! Δεν μʼ ένοιαζε όμως τίποτας! Ο Δημητρός ήταν το ντέρτʼ κι ο καημός μʼ. Η μάνα μʼ λέει άρες μάρες κουκουνάρες. Μόνο ότʼ είνʼ αραπλής βλέπʼ; Τα μάτια του τα γαλανά – ολόκληρο πέλαγος – δεν το βλέπʼ; Ζαβή είναι; Δεν έκρενα. Άχνα δεν έβγαλα. Με ζούρλανε με τς αγριοφωνάρες της!
Η αλήθεια είναι ότι ο Δημητρός με ζούρλανε πρώτος ! Στο πανηγύρι τʼ Αϊ – Λια με κάλεσε τʼ αποσούρουπο, όταν απόλκε ο σπερινός κʼ έφυγε το τσούρμο, στη Μαμαλή – ένα αλσάκʼ έξω απʼ το χωριό. Μʼ είπε πόσο ωραία μάτια έχω, με ρούφηξε στο λαιμό, στα βυζιά και πιο κατʼ. Με ρωτούσε διαρκώς κι ανεπαλήπτως «Τι σε κάνω μάνα μʼ; Τι σε κάνω μάνα μʼ;». Αυτό ήταν! Αντραλίστκα ! Μʼ έφυγε το τσερβέλο! Από κείνο το βράδυ με πέφτουν χάμω τα χουλιάρια, τα σινιά, χάνω τς καρδάρες, καψαλίζω τς πίτες, φοράγω τανάποδα τα εσθήματα… Η μάνα φωνάει για τα αναποδιάσματα μʼ.
Εξαναγκάστκα να το μολογήσω στη φιλενάδα μʼ, τη Μαριώ . Δεν το πίστεψε με τίποτας! Ψευτρού μʼ ανέβαζε, ψευτρού με κατέβαζε ! Και αφού κοντεύαμε να τα σπάσουμε τα ωά, μʼ είπε τάχαμου ότι ο Δημητρός στο πανηγύρι τʼ Αϊ – Λια νωρίς τʼ απόγεμα την έδωκε ραντεβού στην Μαμαλή – ξέρεις στʼ αλσάκʼ έξʼ απʼ το χωριό – και την είπε … ξερς …Τι όμορφα μάτια που ʼχε, τη ρούφηξε στο λαιμό, στα βυζιά και πιο κατʼ. Και τη ρωτούσε διαρκώς κι ανεπαλήπτως «Τι σε κάνω μάνα μʼ; Τι σε κάνω μάνα μʼ;» Δεν την πίστεψα, δεν την πίστεψα ! Μια τσινιάρα είναι που θέλʼ να με τσιγκλάει για νʼ ανταριάζομαι.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Λίνα Βαλετοπούλου, “Παραδίνομαι”

Βάδιζε πότε πάνω και πότε κάτω από το πεζοδρόμιο. Για την ακρίβεια τρία βήματα επάνω και δύο βήματα κάτω, σαν να εκτελούσε ένα είδος χορευτικής φιγούρας. Η απόσταση μεταξύ μας μικρή. Διέκρινα τα ρούχα του, κοστούμι από ακριβό ύφασμα στο χρώμα του πούρου. Τα σκισίματα στο σακάκι ανέμιζαν κάθε φορά που ανεβοκατέβαινε το κράσπεδο, έδιναν στην φιγούρα του μια ανεμελιά. Τα παπούτσια του δερμάτινα, φθαρμένα στις μύτες που πρόβαλαν τσακισμένες στην κάθοδό του προς τον δρόμο. Στο κεφάλι του ένα καβουράκι που έστεκε σταθερό σε κάθε του κίνηση.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Έλενα Γεωργάτσου, “Πάρτι στον κήπο”

Πάρτι. Πόσο καιρό το περίμενα, αιώνες έχω να πάω σε πάρτι. Αληθινό πάρτι! Με κόσμο πολύ, σε κήπο λέει, μουσικές σπέσιαλ, ποτό να ρέει, χορό μέχρι πρωίας. «Έλα», είπε η Μαρία, παλιά γνωστή, θρέμμα γέννημα της Λάρισας, χαζογύρισε κάνα δυο χρόνια παρά έξω, λίγο πρωτεύουσα, λίγο εξορία, επέστρεψε στα πάτρια και μονάζει τώρα στις γειτονιές τις high.
Την πέτυχα στο δρόμο προχθές, χρόνια είχα να τη δω, έλα μου είπε, καλώ όποιον ξέρω και δεν ξέρω, θα ʼρθω της είπα, και το αποφάσισα. «Τι λες; Λαρισαίος και με καλεί σπίτι του, πόσες φορές έχει συμβεί τα είκοσι χρόνια που λιώνω σʼ αυτή την πόλη;» σκέφτηκα.
Και πώς τα κατάφερα, πάλι δεν ξεκουράστηκα. Εφτά τʼ απόγευμα και νιώθω πτώμα, κρεβάτι θέλω, καναπέ. Σήκω μαντάμ, δώστα όλα, ευκαιρία, το φόρεμα το αφόρετο, το βάψιμο βαμπ, το άρωμα το βραδινό, ένα ποτάκι για ξεκίνημα, φύγαμε. Πού πάμε; Κάπου προς Τερψιθέα. Άντε να τα βρεις κι αυτά τα σπίτια-κάστρα μες τη νύχτα, μην φτάσω νωρίς και είμαι πρώτη, ούτε αργά, να γνωρίσω και κανέναν. Τέλος πάντων, νάτο, ευτυχώς.
Τελικά νωρίς. Πολλή ησυχία. Χαμηλωμένος Barry White, διάσπαρτοι σαν άγνωστοι, για να δω… Βρες γωνία, βρες μια γωνία, πού; Ζζζζζζζτττ! Το περισκόπιο. Decadence. Μα τι δεν καταλαβαίνουν οι άνθρωποι; Χάθηκε να βάλεις αυτή την υπέροχη μουσική λίγο πιο δυνατά; Σε πάρτι είμαι ή στο αεροδρόμιο;

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις, Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

«Μάριου Ιωάννου Ηλία: “Βερτούμνους, ο Θεός των μεταμορφώσεων”» (γράφει η Κασσάνδρα Αλογοσκούφι)

`

Με αφορμή τη συμπλήρωση 20 χρόνων δημιουργίας του συνθέτη σύγχρονης μουσικής Μάριου Ιωάννου Ηλία, η Κασσάνδρα Αλογοσκούφι επιχειρεί μια σειρά αισθητικών αναλύσεων του έργου του. Το παρόν, πρώτο μέρος, αναφέρεται στην όπερα «Βερτούμνους», η οποία πρωτοπαρουσιάστηκε στην κεντρική σκηνή της Μακεδονικής Όπερας και Μπαλέτου.
`

Όταν ένας συγγραφέας καλείται να περιγράψει με λέξεις ένα μουσικό κομμάτι, τότε είναι σαν να γίνεται απόπειρα προβολής ενός ζωγραφικού πίνακα στον άξονα της τυφλότητας ή σαν να μεταφέρουμε ένα μουσικό κομμάτι από το ηχόχρωμα των ακουστικών αισθήσεων στον επίπεδο άξονα της κωφότητας, που ωστόσο έχει κι αυτή την αφή της και την όρασή της και πασχίζει όπως μπορεί να καταλάβει με όλες τις υπόλοιπες αισθήσεις της το ερώτημα της ύπαρξης ή της μη ύπαρξης που της θέτει η μουσική ως Τέχνη.
Ή άλλοτε σαν να επιθυμούμε να ερμηνεύσουμε την κίνηση με στοιχεία της ακινησίας. Αλλά και αυτό, η Φυσική Επιστήμη μας απέδειξε ότι μπορεί να γίνει, αφού με τη θεωρία της σχετικότητας, είτε του Γαλιλαίου, είτε του Αϊνστάιν, τα φαινομενικά ανόμοια ή αντίθετα μπορούν να συσχετιστούν με κάποιον τρόπο, σαν δύο σημεία αναφοράς που το ένα σημειώνει το άλλο και που με κάποια αναλογία, μικρότερη ή λιγότερη, μπορούν να υπάρξουν σαν οντότητες στον χρόνο. Το ακίνητο προσδιορίζει το κινούμενο, αλλά και τα δύο μαζί συν-κινούμενα προσδιορίζουν το παράδοξο των διδύμων που κρατούν ένα ρολόι στο χέρι, αλλά στο τέλος το ένα γερνάει περισσότερο και το άλλο λιγότερο, ωστόσο και τα δύο γερνάνε.
Έτσι, λοιπόν, θα μπούμε σε διαδικασία ανάλυσης ενός έργου του συνθέτη σύγχρονης μουσικής Μάριου Ιωάννου Ηλία. Το έργο ονομάζεται «Βερτούμνους» και πρωτοπαρουσιάστηκε μουσικο-οπτικά στην κεντρική σκηνή της Μακεδονικής Όπερας και Μπαλέτου, στα Σκόπια, στο πλαίσιο της Μπιενάλε Νέων Δημιουργών BJCEM το 2009. Προσωπικά, δεν είχα συγκεντρωθεί στο όνομα του έργου, μου έκανε μια πρώτη εντύπωση, ωστόσο αφέθηκα να με ταξιδέψει το ίδιο το κομμάτι. Μελετώντας όμως το έργο το 2017, διαπίστωσα ότι το όνομα του κομματιού έγινε για τον νεαρό Μάριο ένα είδος ήχου που αφύπνισε την εγρήγορση και συνείδηση της ιδιοφυΐας του. Σε κάποια συνέντευξή του στα τηλεοπτικά μέσα, μας περιέγραφε πως μια νύχτα με βροχή και ενόσω εκείνος κοιμόταν, μία μοναδική σταγόνα εισήλθε από την κεραμοσκεπή του σπιτιού και από κει στο ξύλινο εσωτερικό της και από κει στην τσιμεντένια οροφή και στον σοβά και στο εσωτερικό της που ήταν από συστοιχία τούβλων. Ύστερα τρεμόπαιξε νευρικά όσο ο δημιουργικός Μάριος ονειρευόταν μια κάποια επόμενη σύνθεσή του.

Διαβάστε περισσότερα