Γιώργος Σκούρτης, (1940- 2018), «Άκουσέ με, φίλε»
20Νοε
( Μόνος του ήτανε. Ησυχασμό δεν είχε, γυρόφερνε στο σπίτι, άνοιγε το ραδιόφωνο, τό’κλεινε, άνοιγε την τηλεόραση, έκανε μισό λεπτό ζάπινγκ, την έκλεινε. Πήρε κάνα δυο βιβλία, ούτε που τ’ άνοιξε, τ’ άφησε. Άναψε τσιγάρο και πήρε στο τηλέφωνο ένα φίλο. Έλλειπε. Μια φίλη είχε αυτόματο. Δυο γκόμενες δεν απάντησαν. Ξαναπήγε πέρα δώθε. Το μάτι του έπεσε στο κασετόφωνο. Εύρηκα ! Το πήρε, έψαξε για κενή κασέτα, βρήκε μια, την έβαλε, δοκίμασε αν γράφει, τό’ κλεισε. Σκέφτηκε δυο στιγμές αυτά που ήθελε να πει ή στο περίπου, ήπιε μια γουλιά ποτό, άναψε άλλο τσιγάρο, πάτησε το κουμπί να γράφει κι άρχισε το μπλα μπλα του. Ταυτόχρονα πηγαινοερχόταν, έβαζε ποτό. Έπινε νερό. Άναβε τσιγάρα, μιλούσε όμως συνέχεια κοιτώντας προς το κασετόφωνο, λες κι ήταν κάποιος εκεί. Ήταν. Σε κάποιον μιλούσε.)
Φίλε γεια σου… Άκουσέ με… Προσπάθησα να σου γράψω γράμμα, αλλά δε μου βγήκε, αλλιώς τα σκεφτόμουνα, αλλιώς τά’γραφα, αυτές οι πουτάνες οι λέξεις πάλι μου τη φέρανε, γι αυτό είπα να στα γράψω σε μια κασέτα, να στα πω, να στα φωνάξω, να ξεδώσω… μου λείπεις, δεν έχω άνθρωπο να μιλήσω, δεν είν’ εύκολο, το ξέρεις. Είμαι μόνος μου, μοναχικός κι απελπισμένος. Και στο τηλέφωνο τι να πρωτοπούμε, είσαι μακριά, το υπεραστικό κοστίζει και φράγκα δεν υπάρχουν. Είμαστε λίμιτ ντάουν, φιλάρα! Χέσανε στο Τόκιο, τα κλάσανε στη Σοφοκλέους, κουρελόχαρτα οι μετοχές, ούτε για την τουαλέτα… Χρωστάμε, άρα υπάρχουμε. Μην ανησυχείς, δεν έχω τίποτα, καλά είμαι, που λέμε, παράγω τίποτα, άρα υπάρχω, καταναλώνω ήθος και οράματα, άρα υπάρχω, ερωτεύομαι –τρόπος του λέγειν- άρα υπάρχω κι αφού υπάρχω υπάρχω κι επειδή υπάρχω έχω προβλήματα… Και σήμερα γι αυτά θέλω να σου πω, δηλαδή για ένα, το πρωταρχικό, τό’χουμε συζητήσει πολλές φορές κι άκρη δε βγάλαμε ποτέ κι όσο πάει τόσο γίνεται και πιο περίπλοκο. Κατάλαβες, ε; Καλά κατάλαβες. Πρέπει να βρούμε μια άκρη με τις γυναίκες. Δηλαδή, καταλαβαίνεις τι θέλω να πω, οι σχέσεις μας μαζί τους έχουνε φτάσει σε κρίσιμο σημείο, επικίνδυνο, κοντεύουμε να τρελαθούμε, άντρες και γυναίκες, και δυστυχώς δεν έχουμε να κάνουμε με καμιά υπαρκτή και φανερή αρρώστια που να ελπίζουμε στο φάρμακο, οι σχέσεις είναι αόρατη και καταραμένη αρρώστια, δεν φαίνεται, κι όταν φανούνε τα σημάδια της αρρώστιας είναι αργά πια, έχουμε βαρέσει διάλυση, είμαστε για την εντατική… Βάλε κάνα ποτό άμα θες, έτσι όπως όταν είμαστε στο μπαρ και τα λέμε… Στην υγειά μας… Λοιπόν, ξέρεις πόσο καιρό έχω να πάω με γυναίκα; Εγώ, ε; Να πηδήξω ή να κάνω έρωτα ή όπως αλλιώς μου τη βγει η φάση; Τ’ ακούς, κύριε φίλε; Έξι μήνες! Θα μου πεις, πάντα με το χιούμορ σου εσύ, τι σκας, πήγαινε μ’ άντρα. Έλα όμως που δεν μας βγαίνει στο έτσι κόλπο!.. Τα ξέρεις… Δηλαδή, μήπως κι έτσι θα λυνόταν το πρόβλημα; Κι αυτοί μπερδεμένα μπούτια έχουνε…
Διαβάστε περισσότερα








