Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Άγγελος Αλαφρός, «Ευγένιος Πράος – Η ζωή και οι ατυχίες του νεαρού Ευγένιου Πράου εξιστορημένες σε τρία μέρη», εκδ. Άνω Τελεία, 2025 (γράφει ο Γιάννης Δρούγος)

Ο Άγγελος Αλαφρός μάς πρωτοσυστήθηκε επίσημα εκδοτικά ως ποιητής το 2019 με την ποιητική του συλλογή «Η χώρα που γυρεύουμε», από τις εκδόσεις Εκάτη, ενώ ποιήματά του, άρθρα του, μεταφράσεις του, διηγήματα και κριτικές του έχουν δημοσιευθεί στον ηλεκτρονικό και έντυπο τύπο. Παρά το νεαρό της ηλικίας του, η γραφή του διαθέτει μεστότητα και άρτια χρήση της γλώσσας. Είναι ένας δημιουργός της νέας γενιάς με πυρετό στο μέτωπο και στη σκέψη και κοχλάζον αίμα στις φλέβες κάτι που είναι φανερό στα γραπτά του αλλά και εδώ, σ’ αυτό το πρώτο του μυθιστόρημα με τίτλο «Ευγένιος Πράος – Η ζωή και οι ατυχίες του νεαρού Ευγένιου Πράου εξιστορημένες σε τρία μέρη» που κυκλοφόρησε πολύ πρόσφατα από τις εκδόσεις Άνω Τελεία.

Αν και πρωτόλειο, (παρόλο που, προ της ποιητικής του ανθολογίας, προηγείται μια νουβέλα που έγραψε ο Αλαφρός και κυκλοφόρησε το 2017 με το πραγματικό του όνομα) πρόκειται για ένα εξαίρετο, άρτια δομημένο και μεγαλόπνοο λογοτεχνικό έργο (δεν έχει σε τίποτα να ζηλέψει έργα φτασμένων και έμπειρων δημιουργών), με στοχαστικό λόγο και έντονη ποιητικότητα (και πως αλλιώς άλλωστε αφού είναι καμωμένο απ’ τα χέρια και την καρδιά ενός ποιητή – τεχνίτη που γνωρίζει πώς να παίζει με τα νοήματα και την οικοδόμηση μιας ιστορίας χωρίς τη χρήση εντυπωσιασμών και περιττών στολιδιών. Εδώ τίποτα δεν περισσεύει). Είναι ένα πεζογράφημα που σαγηνεύει και διεγείρει τα συναισθήματα, άρα έχουμε να κάνουμε με ένα από τα μυθιστορήματα εκείνα που αφήνουν ανεξίτηλο αποτύπωμα στο νου και στην καρδιά του αναγνώστη και, επίσης, έχουμε να κάνουμε με την περίπτωση ενός ποιητή που έκανε βουτιά στα πεζογραφικά νερά χωρίς να χάσει την ιδιότητά του. Ο Αλαφρός ως ποιητής χειρίζεται με μαεστρία τον πεζό λόγο και σκαρώνει μια σύγχρονη Οδύσσεια με τον πρωταγωνιστή του να ταξιδεύει ανάμεσα σε Συμπληγάδες και Σειρήνες, Κύκλωπες και Λαιστρυγόνες, με πάντα κάτι υποσυνείδητα να τον καλεί να επιστρέψει στα μισά της κενής του Ιθάκης.

Χωρισμένο σε τρία μέρη και σε δέκα κεφάλαια, -σε καθένα εκ των οποίων, βήμα βήμα, εξιστορούνται σε πρώτο πρόσωπο το ψήλωμα και η πτώση του κεντρικού χαρακτήρα Ευγένιου Πράου, από την παιδική του ηλικία ως την ενηλικίωση και την ωριμότητα- το παρόν πολυσέλιδο και απολαυστικό μυθιστόρημα διαθέτει μια αφηγηματική διαδρομή άκρως συναρπαστική.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

«Ξαναδιαβάζοντας τα ποιήματα του Καρούζου: Η ύλη, η μοναξιά και το χάρισμα των στίχων» [Γράφει η Γεωργία Χάρδα]

Η ποίηση του Νίκου Καρούζου δεν είναι απόμακρη ή μεταφυσική, όπως συχνά λέγεται· είναι βαθιά γειωμένη, χειροπιαστή, φτιαγμένη από την ίδια την ύλη της ζωής. Στους στίχους του αναπνέει η καθημερινότητα, η φύση, η μοναξιά, ο πόνος και η χαρά — όλα όσα κάνουν την ύπαρξη αληθινή. Ο Καρούζος δεν γράφει για να κρύψει ή να εξιδανικεύσει την εμπειρία· την αποκαλύπτει ολόκληρη, με όλες τις αντιφάσεις και τις εντάσεις της. Κάθε ποίημά του μοιάζει με ένα μικρό δώρο στον κόσμο, μια στιγμή που φωτίζει την πραγματικότητα γύρω μας.

 

«Τίποτα πιο υπερφυσικό απ’ το ίδιο το φυσικό » με αυτή τη φράση μπορούμε να συνοψίσουμε ολόκληρο το ποιητικό του σύμπαν.

 

Τα ποιήματα του Καρούζου δεν περιορίζονταν σε βιβλία. Τους έδινε ζωή ακόμη και σε χαρτοπετσέτες, σε πακέτα τσιγάρων, σε αποδείξεις ή σε οποιοδήποτε πρόχειρο χαρτί βρισκόταν μπροστά του. Κάποια τα έσκιζε, άλλα τα χάριζε, αφήνοντας μικρά, διακριτικά ίχνη της παρουσίας του στους ανθρώπους γύρω του. Μέσα από αυτή την καθημερινή διάσταση, η ποίησή του γίνεται μια πράξη ζωής: ζωντανή, ευάλωτη και ανοιχτή στην κοινή εμπειρία.

Με αυτή την αίσθηση, μπορούμε να ξεκινήσουμε ένα ταξίδι μέσα από τις συλλογές του: από τον Α’ τόμο, όπου η ύλη αρχίζει να παίρνει μορφή και φωνή, στον Β’ τόμο, όπου το σώμα και η απουσία γίνονται πυρήνας της ποίησης, και στον μεταγενέστερο τόμο «Οιδίπους Τυραννούμενος», όπου η εσωτερική κατάδυση φτάνει στο απόγειό της.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

«35 χρόνια από τον θάνατο του Γιάννη Ρίτσου» (γράφει ο Στάθης Λειβαδάς)

Εκείνες τις ημέρες του Νοεμβρίου 1990, λες και μέσα από την αφόρητη σκυθρωπή ατμόσφαιρα, το μολυβένιο ουρανό, ένα ελαφρά μελαγχολικό συναίσθημα έδινε το μήνυμα ότι η Ελλάδα θα έχανε ένα κορυφαίο τέκνο της. Τον Γιάννη Ρίτσο. Λίγες μέρες πριν είχε χάσει και τον Αλέξη Μινωτή. Έφυγε, σιωπηλά, όπως ταιριάζει σε όλους τους πραγματικά μεγάλους δημιουργούς, νιώθοντας την ολύμπια ηρεμία εκείνου που έχει φέρει σε πέρας ένα μεγάλο έργο στη ζωή του.

Ο Ρίτσος, ίσιος και ατάραχος, ζούσε μέσα του σιωπηλά και με αξιοπρέπεια το δράμα που συγκλόνιζε εκείνη την εποχή τον κόσμο, τις Θερμοπύλες που πίστεψε και υπηρέτησε ανυποχώρητα ως το τέλος. Ο Αλέξης Μινωτής υπήρξε ο ιδανικός ερμηνευτής της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας, ο Γιάννης Ρίτσος πλέκει τα δύο μνημειώδη έργα του, Επιτάφιο και Ρωμιοσύνη, στον καμβά μιας σύγχρονης ελληνικής τραγωδίας, αυτής της ανερχόμενης και τελικά δορύκτητης Αριστερός της περιόδου 1935-1950.

Το έργο του, βαθιά ελληνικό και από μια άποψη πανανθρώπινο, είναι μια πολύτιμη παρακαταθήκη και για τις μελλούμενες γενιές· το έπος αλλά και ο λυρισμός της ποίησης του είναι, θα έλεγε κανείς, η συνέχεια της ελληνικής ψυχής στους αιώνες, ο ομφάλιος λώρος με το Βυζάντιο αλλά και την κλασική αρχαιότητα. Θαρρεί κανείς πως στην ποίηση του Ρίτσου είναι δύσκολο να ξεχωρίσεις τον οιστρήλατο αρχαίο ραψωδό, τον «πρωτομάστορα» του βυζαντινού έπους, τον πρωτολάτη του λαϊκού μοιρολογιού της νεότερης Ελλάδας. Όπως παρατηρεί ο μεγάλος της νεότερης ελληνικής μουσικής τέχνης Μίκης Θεοδωράκης «η ελληνολατρεία στο Ρίτσο δεν ήταν εγκεφαλική αλλά βιωματική. Με το ταλέντο και τη συνεχή άσκηση είχε πετύχει να ενώσει μέσα του τους μύθους και τα τραγικά πρόσωπα του χθες με του σήμερα».

Η ιδεολογική προσήλωση του Γιάννη Ρίτσου δεν τον εμποδίζει να μας αφήσει ένα ανεκτίμητο λογοτεχνικό έργο και να κατανικήσει την άποψη που πιστεύει ότι στρατευμένη τέχνη σημαίνει αναγκαστικά και ρηχότητα, ιδεολογικό φορμαλισμό. Πολύ περισσότερο που πέρα από τα γνωστά έργα του (Επιτάφιος, Ρωμιοσύνη, Η Κυρά των Αμπελιών, Γειτονιές του Κόσμου, Πέτρινος Χρόνος, Ημερολόγια της Εξορίας κ.ά.) τα οποία ιχνηλατούν την ιστορική πορεία της ελληνικής επαναστατικής αριστεράς καταγράφοντας μέσα από τις προσωπικές δοκιμασίες του ποιητή τον εξοστρακισμό ή μάλλον τον εξανδραποδισμό της επανάστασης των Ελλήνων προλετάριων, την συντριβή των οραμάτων και των ελπίδων που εξέθρεψε, η ποίησή του εξακτινώνεται ιδιαίτερα τη ὐστερη μεταπολεμική περίοδο σε έναν πρωτοπο-ριακό και – για έναν προσεκτικό και εμβριθή αναγνώστη – σχεδόν «αιρετικό» προβληματισμό. Έναν προβληματισμό πολυεπίπεδο που αγγίζει την τραγικότητα της ανθρώπινης μοίρας, τον κλειστό κύκλο της ύπαρξης παράλληλα και σε αντιδιαστολή με την κατάφαση στην ανθρώπινη οντότητα και δημιουργία, μέχρι τους βαθείς φιλοσοφικούς στοχασμούς – στην καλύτερη κλασική ελληνική παράδοση – γύρω από τη βιωματικότητα του χώρου (μια «διά της διαιρέσεως» σύλληψη του αδιαιρέτου), του χρόνου (στοχεύοντας σε «απόσπαση και καθήλωση μιας στιγμής»), της κίνησης (μια «διά της α- κινητοποιήοεως» σύλληψή της).

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Σίμος Ιωσηφίδης, “Το θρυλούμενο τοπωνύμιο της νιότης”

Θυμάμαι ήταν ένας τεράστιος υπαίθριος καταυλισμός.
Λίγοι πάγκοι, υποφώσκοντες, ήταν ανάκατοι. Δεν ξέρω τι πουλούσαν. Το ρολόι της εκκλησίας έλεγε μεσάνυχτα. Δεν ξέρω αν πήγαινε καλά.
Θέαμα ανοίκειο. Γεμάτο χώμα. Και ίχνη βημάτων. Δεν μπορούσε να εξηγηθεί…
Ένα σύμπαν ολοκληρωτικά μαγεμένο για εμάς, είναι αόρατο.
Κάθετι μη εξηγήσιμο εντάσσεται στο παράλογο, σε κάτι αποστερημένο αναγνωσιμότητας και αναγνωρισιμότητας. Εδώ η αίσθηση του οικείου μόνο αχνοφαίνεται. Απομακρύνεται συνεχώς…
Και στο τέλος, χάνεται.
Αίφνης εμφανίστηκε ένας θίασος. Ένα παρακμάζον μπουλούκι. Μια κοπέλα λεπτή πέρασε από μπροστά μου. Κρατούσε μια ρακέτα. Κι ενώ έτρεχε της έπεσε. Έγειρε το κεφάλι ψηλά και για κάποια λεπτά κοιτούσε τον ουρανό. Κι απόμεινε εκεί να κοιτάζει σαν μαγεμένη το σκουρόχρωμο μπλε της νύχτας…
Εδώ υπάρχουν μόνον οφθαλμαπάτες, παιγνίδια, παγίδες και τρύκ.
Από τα ημίψηλα καπέλα των ταχυδακτυλουργών ξεπηδούσαν ωδικά πτηνά με παράξενα ράμφη. Κάποιοι αδέξιοι μάγοι εμφάνιζαν κάτι σαν σίδερα και τα πετούσαν στον αέρα προκαλώντας φλόγες. Θλιμμένοι γελωτοποιοί με μεγάλα κόκκινα μπαλόνια ξεγελούσαν παιδιά. Σαλτιμπάγκοι κρυμμένοι κάτω από μάσκες κατάπιναν μαχαίρια. Και περνούσαν μέσα από πύρινα στεφάνια με θαυμασμό. Μερικοί κλόουν αφηγούνταν παράξενα όνειρα σε κάποιους που τους κοιτούσαν καθηλωμένοι. Χαμογελούσαν λυπημένα και χάνονταν μονολογώντας.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις, Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

Marco Morricone & Valerio Cappelli, «Ennio Morricone: Η ιδιοφυΐα, ο άνθρωπος, ο πατέρας», εκδ. Μετρονόμος 2025 (γράφει ο Γιώργος Κωνσταντίνος Μιχαηλίδης)

Κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μετρονόμος η βιογραφία του Ένιο Μορικόνε από τον γιο του εμβληματικού συνθέτη Marco Morricone και τον Valerio Cappelli, με τίτλο   “Ennio Morricone, Η ιδιοφυΐα, ο άνθρωπος, ο πατέρας”, σε μετάφραση της Στέλλας Αναστασοπούλου  και της Ιωάννας Καραμαλή.

 

 

Η Μνήμη ως Παρτιτούρα

 

Υπάρχουν βιογραφίες που μοιάζουν με φωτογραφίες — τεκμήρια ζωής, μετρονόμοι γεγονότων, ψυχρές παράγραφοι ανάμεσα σε ημερομηνίες και βραβεία. Και υπάρχουν κι άλλες, πιο σπάνιες, που λειτουργούν σαν παρτιτούρες: δεν καταγράφουν τη ζωή, την ερμηνεύουν. Το Ennio Morricone: Η ιδιοφυΐα, ο άνθρωπος, ο πατέρας, γραμμένο από τον γιο του Μάρκο και τον δημοσιογράφο Βαλέριο Καπέλι, ανήκει ολοφάνερα στη δεύτερη κατηγορία. Είναι μια βιογραφία που δεν κοιτάζει το αντικείμενό της, αλλά το ακούει.

Από την πρώτη σελίδα, το βλέμμα του παιδιού που κοιτάζει τον πατέρα του πίσω από μια μισάνοιχτη πόρτα γίνεται το μόνιμο κάδρο της αφήγησης. Ένα παιδί —ο Μάρκο— που κοιτάζει έναν άνδρα σκυμμένο πάνω στο πεντάγραμμο, να χαράζει νότες με την εμμονή ενός μοναχού. Η περιγραφή αυτή, λιτή και σιωπηλή, είναι κάτι παραπάνω από ένα στιγμιότυπο μνήμης· είναι το θεμέλιο της σχέσης τους, το αξεπέραστο χάσμα που η μουσική άλλοτε γεφυρώνει κι άλλοτε βαθαίνει. «Ήταν ο πατέρας μου, αλλά ανάμεσα σε εκείνον και σ’ εμένα υπήρχε μια τεράστια απόσταση» γράφει ο Μάρκο, και αυτή η φράση λειτουργεί σαν μοτίβο που επανέρχεται, σαν επωδός σε μια συμφωνία για δύο σιωπές.

Ο ήχος της μοναξιάς

Ο Ένιο Μορικόνε, όπως παρουσιάζεται εδώ, δεν είναι ο μυθικός μαέστρος των σπαγγέτι γουέστερν, ούτε ο βραβευμένος με Όσκαρ δημιουργός των The Mission και Cinema Paradiso. Είναι, πρωτίστως, ένας άνθρωπος απολύτως απορροφημένος από το έργο του — τόσο που η ζωή του γύρω μοιάζει να διαλύεται μέσα στις γραμμές της παρτιτούρας. Ο Καπέλι, με τη δημοσιογραφική του ακρίβεια, μας προσφέρει τα γεγονότα: τα φτωχικά χρόνια, τη μαθητεία κοντά στον Πιτζι Πέτράσι, τα βράδια που έπαιζε τρομπέτα για Αμερικανούς στρατιώτες, τη μετέπειτα παγκόσμια καταξίωση. Όμως ο Μάρκο προσθέτει τον υποτόνο — τη συναισθηματική σκιά πίσω από την ιστορία.

Η μουσική του Μορικόνε, μας λέει, δεν γεννιόταν από έμπνευση, αλλά από άσκηση. Δεν είχε τίποτα το ρομαντικό. Ήταν ένας σκληρός, σχεδόν στρατιωτικός ρυθμός ζωής: ξύπνημα στις πέντε, δουλειά μέχρι το μεσημέρι, σιωπή στο σπίτι. Απαγόρευε στα παιδιά του να ακούν μουσική — όχι από αυστηρότητα, αλλά από ανάγκη· γιατί η μουσική, για εκείνον, δεν ήταν διασκέδαση αλλά ιεροτελεστία. Ήθελε να την κρατήσει άθικτη, μακριά από τον θόρυβο της καθημερινότητας.

Μέσα σε αυτή την απομόνωση, ωστόσο, αναπτύχθηκε η βαθύτερη ποιητική του: μια μουσική που προσπαθούσε να μιλήσει τη γλώσσα του ανθρώπινου ψυχισμού, χωρίς λόγια. Ο Μορικόνε συνέθετε για να συμφιλιώσει το χάος — το χάος του κόσμου, αλλά και εκείνο που φώλιαζε μέσα του. Κάθε μελωδία του μοιάζει με προσευχή που δεν ειπώθηκε ποτέ δυνατά.

Διαβάστε περισσότερα