Τάσος Μιχαηλίδης, Δυο ποιήματα
16Ιαν
ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ
Φύλλα μαδημένης νιότης
στον χρόνο που τα γέννησε παντού στο χώμα,
γύρω γύρω… στο κελί μας. Ζητούν τη σύμπραξή μας.
Η ροπή της μοίρας του τα κέντρισε.
Τη μορφή που αγαπήσαμε ως παιδιά
θέρισε και φέτος το σκοτάδι.
Κιτρινίζει η πλάση σε μια χλομή θαμπάδα,
ενώ ακόμα ασθμαίνει πάνω στα θαλασσόδαρτα
βράχια, η στερνή της μέρας μας λιακάδα.
Η γη ψηλαφεί με δυσκολία βιαστικού
ίχνη από μια ξέπνοη ικμάδα.
Έρχεται, λένε τα σύννεφα, αντάρα.
Υγρή η αναπνοή του αιθέρα αρπάζει τα ξύλινα χέρια
και λιώνει η ομορφιά τους σαν πασχαλιάτικη λαμπάδα.
Γυμνά κορμιά τα δέντρα της αυλής μας.
Χτυπούν το τζάμι μας, παγωμένα.
Ζητούν να μπουν στο παχνί μας,
να κοιμηθούν μαζί μας.
Και μείς φοβισμένοι, μένουμε κλειδωμένοι.
Τους λέμε ξανά και ξανά,
πως θα μείνουμε με τα παράθυρα κλειστά
με θέα στον αργό τους θάνατο.
Μάτια ενοχικά κοιτούν τη γύμνια τους να σπαράζει
παρακλητικά.
Δεν έχουμε περιθώριο… να υποχωρούμε,
γιατί είμαστε και εμείς
πλάσματα φυλλοβόλα!
Δεν αντέχουμε του βοριά τη σόλα.
Η νόσος τους είναι άκρως επικίνδυνη
και για τη δική μας φόρα.
Κλείσε την κουρτίνα!
Όχι, άλλο βλέμμα στης ζωής την κατηφόρα.
Μα ήταν τρύπια η στέγη μας…
ραγισμένα τα παραθύρια.
Πέρασε ούτως ή άλλως η μπόρα.
Άδικα, αδικήσαμε.














