Βάσος Γεώργας, “διάθεση ημέρας”
24Δεκ
[η ευωδία της ένοχης σιωπής
στη θέα της μητέρας μου]
ως που να γελάσεις άστρα κι γαλαξίες
φύτρωσαν στα λυμένα σου μαλλιά
χωρίς να είναι δυνατόν
να υπολογιστεί το άθροισμα σου
σε ταλαιπωρία και σε φοβερά τραύματα
άσπρα σεντόνια και μαξιλαροθήκες
να ανεμίζουν στον αέρα σαν πληγές
βαμβάκι κοφτερό οι τύψεις μου
να αστράφτουν τα χώματα απ΄το όνομά σου
ούτε που ξέρω πως και πότε παραδόθηκε
στο πελώριο μαργαριτάρι των ματιών σου
το βαθύ γαλάζιο χρώμα στη μαύρη καταδίκη
απʼ το άδοξο μεροκάματο του πένθους
ή πως η πίκρα και η κούραση πέτρωσε
την οριζόντια κοίτη των δακρύων σου
στο ταριχευμένο εμβαδόν της σάρκας σου
αχ άκαρδη θήβα με τα ξερά σου λιβάδια
ύπουλη ενέδρα κάθε αισιόδοξης σκέψης μου
ο τραγικός τόπος του εσωτερικού μου τίποτα
μισή καρδιά μισή βροχή και η καμπύλη
του αργαλειού που οδηγεί το αίμα σαν κόκκινο
κουβάρι του θυμού μου ο ατυχής προορισμός
τρεις βλασφημίες καμιά ευχή μόνο κατάρες
στης αρβανιτιάς την αλάλητη γλώσσα
μανούλα μου η τρυφερή σου αγκαλιά
σέρνει της καταγωγής μου το παράλογο
βάσανο να χάνομαι εκεί στου κιθαιρώνα
τις ανήφορες πλαγιές εγώ ο γιος σου
ο πιο ακατονόμαστος από τα άλλα σου
παιδιά να γίνομαι ο καυτός όλεθρος
της υψικαμίνου που απανθρακώνει
το τελικό προορισμό της γενιάς μου
στο άχραντο λαμπάδιασμα σου
ας ακτινοβολήσει άπειρο φως
θαυματουργό φως θεραπευτικό
φως πέρα από κάθε τρυφερότητα
να φωτίσει τη παγωνιά που στοιχειώνει
τα γύρω και τα πάντα όλου του κόσμου
ώστε ο χρόνος πια να λογαριάζεται
σαν τη πιο σημαντική μου υπόσχεση
όσα σου αρνήθηκε ετούτη η ζωή
να γίνουν η γαλήνια σιωπή
που εξορκίζει κάθε λύπη θανάτου














