[η ευωδία της ένοχης σιωπής
στη θέα της μητέρας μου]

ως που να γελάσεις άστρα κι γαλαξίες
φύτρωσαν στα λυμένα σου μαλλιά
χωρίς να είναι δυνατόν
να υπολογιστεί το άθροισμα σου
σε ταλαιπωρία και σε φοβερά τραύματα
άσπρα σεντόνια και μαξιλαροθήκες
να ανεμίζουν στον αέρα σαν πληγές
βαμβάκι κοφτερό οι τύψεις μου
να αστράφτουν τα χώματα απ΄το όνομά σου
ούτε που ξέρω πως και πότε παραδόθηκε
στο πελώριο μαργαριτάρι των ματιών σου
το βαθύ γαλάζιο χρώμα στη μαύρη καταδίκη
απʼ το άδοξο μεροκάματο του πένθους
ή πως η πίκρα και η κούραση πέτρωσε
την οριζόντια κοίτη των δακρύων σου
στο ταριχευμένο εμβαδόν της σάρκας σου
αχ άκαρδη θήβα με τα ξερά σου λιβάδια
ύπουλη ενέδρα κάθε αισιόδοξης σκέψης μου
ο τραγικός τόπος του εσωτερικού μου τίποτα
μισή καρδιά μισή βροχή και η καμπύλη
του αργαλειού που οδηγεί το αίμα σαν κόκκινο
κουβάρι του θυμού μου ο ατυχής προορισμός
τρεις βλασφημίες καμιά ευχή μόνο κατάρες
στης αρβανιτιάς την αλάλητη γλώσσα
μανούλα μου η τρυφερή σου αγκαλιά
σέρνει της καταγωγής μου το παράλογο
βάσανο να χάνομαι εκεί στου κιθαιρώνα
τις ανήφορες πλαγιές εγώ ο γιος σου
ο πιο ακατονόμαστος από τα άλλα σου
παιδιά να γίνομαι ο καυτός όλεθρος
της υψικαμίνου που απανθρακώνει
το τελικό προορισμό της γενιάς μου
στο άχραντο λαμπάδιασμα σου
ας ακτινοβολήσει άπειρο φως
θαυματουργό φως θεραπευτικό
φως πέρα από κάθε τρυφερότητα
να φωτίσει τη παγωνιά που στοιχειώνει
τα γύρω και τα πάντα όλου του κόσμου
ώστε ο χρόνος πια να λογαριάζεται
σαν τη πιο σημαντική μου υπόσχεση
όσα σου αρνήθηκε ετούτη η ζωή
να γίνουν η γαλήνια σιωπή
που εξορκίζει κάθε λύπη θανάτου

[οξύ τραύμα όλα αυτά που
μου κρύβουν και τα διαβάζω
στα μάτια των περαστικών]

ω ασύλληπτη τρυφερότητα
το ανεπαίσθητο άγγιγμα
στην θεάρεστη άσκηση
της αυτοψυχανάλυσης που
φωτίζει όσα φυλάς μέσα σου
ψάχνω τα αποτυπώματα σου
στο εξηγητέο και το ανεξήγητο
ώστε να μη λεηλατήσει ο χρόνος
τις όμορφες στιγμές που έζησα
στην ανευθυνότητα της λήθης
ξεχωρίζω τα πιο σημαντικά
απ΄τα ασήμαντα πράγματα
να μην εκμηδενιστεί η ζωή μου
απʼτο τυχαίο που την καθορίζει
και με καταδικάζει στη μέγιστη
πλήξη σε καιρούς άθλιους
και πονηρούς
και όλο βασανίζω τις μέρες μου
όταν οι νύχτες με βασανίζουν
πολύ περισσότερο και με ωθούν
ή με εξωθούν στα χειρότερα
μονοπάτια της φαντασίας μου
διαρκώς με απασχολούν άλυτα
και μισοτελειωμένα ζητήματα
που δεν έχουν αρχή μέση ή τέλος
ενώ ξέρω καλά πως είναι μισή
η αλήθεια του καθενός σ΄ αυτό
το ολόκληρο ψέμα που ζούμε

[βήματα ή που σε
οδηγεί η αυτογνωσία]

ανέκφραστη ζωή κενή
σαν την κακία που σε
τραυματίζει όταν γίνεται
εργαλείο στη γλώσσα
του άρρωστου κόσμου
ζωή ανείπωτη σαν την
σπάνια συγγνώμη που
όταν την ζητάς συνήθως
είναι πλέον αργά και
τίποτα δεν διορθώνεται
ζωή στα λίγα τετράγωνα
μιας κάμαρας σαν κλουβί
που μεταμορφώνει ακόμα
και το πιο άγριο λιοντάρι
σε μια γερασμένη γάτα
ζωή τυχαία στο περίπου
όπως το ρολόι στο τοίχο
που πάντα σου δείχνει
τη λάθος ώρα επειδή
ξέχασες να το κουρδίσεις
ζωή παραδομένη στη
βεβαιότητα πως ο πλούτος
είναι ο μόνος σκοπός και
στόχος του ανθρώπου ενώ
τα άυλα του είναι αχρείαστα
ζωή των λέξεων σκοτεινή σαν
μια αίθουσα κινηματογράφου
όπου οι θεατές καταλαβαίνουν
πως άδικα βασανίζονται
απ΄το φοβερό φως του ήλιου
ζωή σαν βοερός λόξιγκας
και ζάλη εκδικητική
όπου μόνο οι μεθυσμένοι
οι χαζοί και τα μικρά παιδιά
γνωρίζουν τι θα πει παράδεισος
όλοι οι υπόλοιποι πασχίζουν
να ξεφύγουν από μια εσωτερική
ή μια εξωτερική κόλαση που
δημιουργεί η ασαφής διαφορά
του πριν του τώρα και του πάντα

http://www.bibliotheque.gr/article/category/%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CE%B8%CE%B5%CF%83%CE%B7-%CE%B7%CE%BC%CE%AD%CF%81%CE%B1%CF%82