Αναγνώσεις

«Τρεις Ιούλιοι δρόμος με ταξιδιωτικό σάκο νόστιμα χειρόγραφα και σκουτελάκια τ΄ουρανού. Αγγίγματα ευλαβείας στον “Άνω Βυθό” του Κυριάκου Μαργαρίτη» (γράφει η Παναγιώτα Λάσκαρη)

Για ένα συμπαντικό κείμενο- ο συγγραφέας του  στο οπισθόφυλλο του βιβλίου το χαρακτηρίζει αφηγηματικό δοκίμιο, δίνοντας εν συνεχεία  μια περιγραφή που, παρά τη φειδώ της, προϊδεάζει  τον αναγνώστη για μια πολυφωνική γραφή που καθ΄οδόν αναδεικνύεται συμπαντική – ο καλύτερος τρόπος για να μιλήσει κανείς είναι ευλαβώς να σιωπήσει, άλλως, να ευφημήσει αγγίζοντας. Να ξεκινήσει απ΄τα χειροπιαστά, ώστε σιωπηλά να επιχειρήσει θαρραλέα έφοδο στα ουράνια, καθώς η σιωπή συνιστά τη μέγιστη ενέργεια για μια τέτοια εκτόξευση. H σιωπή δεν είναι απαραίτητα απουσία ομιλίας, σίγουρα, όμως, είναι άνθος ευλάβειας, άγγιγμα φωνής αύρας λεπτής. Με τούτη την εισαγωγή δικαιολογώ την έκθαμβη αμηχανία μου και βαυκαλίζομαι ότι νομιμοποιούμαι να περιοριστώ στα άκρως, κατά την κρίση μου, απαραίτητα: αγγίγματα καρδιάς από νόστιμα χειρόγραφα και σκουτελάκια Ζάκρου.

Ο λόγος για το πρόσφατο βιβλίο του Κυριάκου Μαργαρίτη ΑΝΩ ΒΥΘΟΣ, Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΟΥ ΦΙΛΙΠΠΟΥ ΚΟΥΤΣΑΦΤΗ, από τις εκδόσεις Αρμός  (Μάιος 2023). Τον θεματικό του πυρήνα αποτελεί το ημερολόγιο εργασίας του συγγραφέα από τα τελευταία γυρίσματα της ταινίας του Φίλιππου Κουτσαφτή Ζάκρος, τη σύνταξη των κειμένων και την περιπέτεια του μοντάζ. Τα περιεχόμενά του αρθρώνονται ως εξής:  Προοίμιο: Φωτορομάντζο, 1. Βόγιατζερ 2,  2. Μπαϊκονούρ-Κανάβεραλ, 3. Βόγιατζερ 1, Έξοδος: Φωτορεαλισμός, Υστερόγραφο: Ηλιόσποροι.  Η διήγηση   του ιστορικού της ταινίας, η οποία προβλήθηκε τον Ιανουάριο στο Λούβρο, συνείρει παρελθόντα, παρόντα και μέλλοντα σε έναν κειμενικό καμβά πολυφωνικού νόστου με τέτοια μαεστρία, ώστε ανά πάσα αφηγηματική στιγμή το ένα να εκπτύσσεται στα πολλά και τα πολλά να εκβάλλουν με υπαρξιακή και οντολογική πληρότητα απευθείας στο ένα.  Με κάθετες και οριζόντιες  ιστορικές, διακειμενικές και καλλιτεχνικές, κυρίως από τον χώρο του κινηματογράφου, συνδέσεις και συζεύξεις, ο  Κυριάκος Μαργαρίτης ενορχηστρώνει, με την πολύπλαγκτη ευαισθησία ενός ρεαλιστή νοσταλγού, τις φαινομενικά ετερόκλητες φωνές της ιστορίας του που ξεκινά από μία πρόταση συνεργασίας για να καταλήξει ως ατέλεστη τελειότητα σε μια ιστορία αγάπης. Ο μαέστρος, μυστικός των σημαδιών του ενιαυτού – οι ημερομηνίες και οι χρονολογίες αναλαμβάνουν τις έξοχες μουσικές μετατροπίες με στόχο τη μυστικά αποκαλυπτόμενη αφανή αρμονία–, τελεί μουσική, σπουδάζοντας χρόνο. Γιατί το αφήγημά του, πέραν όλων των άλλων, είναι και μια σπουδή χρόνου, όπως κάθε έργο των Μουσών, θυγατέρων της Μνημοσύνης που συνεγείρει και μεταγράφει τους χρόνους. Κι ο χρόνος θα είναι πάντοτε δρόμος, κίνηση, αδιέξοδη ή φέρελπις, που θέλει πάντα τον χρόνο της ή για να μείνει στο τέλος αδικαίωτη ή να δικαιωθεί όταν σκηνοθετείται και ντύνεται δημιουργία για μια Νοσταλγία που μάς γνέφει όχι από το ανεπιστρεπτί παρωχημένο, αλλά από την προσδοκία του νυν και αεί Ερχομένου. Γράφει ο Μαργαρίτης κι εγώ αντιγράφω πρωθύστερα:

«Το πρωί στον Άγιο Τίτο δεν βρήκα ψυχή. Άναψα το κερί μου με μιαν αίσθηση απόγνωσης κι ετοιμάστηκα να φύγω: Κι η μάνα στέκεται κει και γνέφει, / μοιάζει κοντά, μα δεν μπορώ να τη φτάσω: / την πλησιάζω, στέκεται εννιά βήματα πιο πέρα / μου γνέφει. Την πλησιάζω, στέκεται / εννιά βήματα πιο πέρα και μου γνέφει.

Το ποίημα που μόλις ακούσαμε ανήκει ασφαλώς στον Αρσένι Αλεξάντροβιτς Ταρκόφσκι, όπως το απομαγνητοφωνώ από την ταινία που γύρισε ο γιός του, που ο τίτλος της εκφράζει την ψυχική κατάσταση κάθε ελεύθερου ανθρώπου: Νοσταλγία».

«Η νοσταλγία μου είναι ένας πόθος αθανασίας, η ελπίδα της κοινής αναστάσεως, η αποκατεστημένη ζωή των ανθρώπων. Το μέλλον ανήκει στην ένωση».

Διαβάστε περισσότερα