Ευαγγελία Πάσσαρη, «Μικρά καλοκαίρια»
23Ιου
1.
Και η Δημητσάνας έχει αρχίσει να αδειάζει σιγά-σιγά. Όλο και περισσότερες πόρτες ενημερώνουν πως «Το κατάστημα θα παραμείνει κλειστό…», πάντα με έναν φοίνικα ή μια βαρκούλα τυπωμένα στο χαρτί. Η φασαρία από την Αλεξάνδρας μοιάζει πιο μικρή, πιο λίγη. Οι κύριοι με τους ελληνικούς καφέδες και τα ριγέ πουκάμισα κάθονται τώρα στα καφενεία των νησιών τους. Μονάχα εκείνοι, σταθερά κάθε πρωί, πίνουν τον καφέ τους και πασπαλίζουν το πεζοδρόμιο με το σουσάμι από τα κουλούρια τους, πριν την επόμενη βάρδια. Νοσηλεύτριες με πολύχρωμες στολές και νοσοκόμοι με χαρούμενα κροκς.
2.
Η Αθήνα είναι πανέμορφη τον Αύγουστο, ακούει να λένε όλοι. Ησυχία, λίγος κόσμος, γρήγορες μετακινήσεις. Σκέφτεται πως η άσφαλτος θα καίει και τον Αύγουστο, αλλά δεν θα φωτίζεται όπως τα λευκά, κυκλαδίτικα σοκάκια. Τα σκαλιά στις γειτονιές θα δροσίζονται από μπλε γιασεμιά που κολλάνε στα ρούχα, αλλά δεν θα γεμίζουν ποτέ από πεσμένες, φούξια βουκαμβίλιες. Το μπλε του ουρανού θα είναι το ίδιο, αλλά δεν θα συναντά καμία άλλη απόχρωσή του. Ναι, η Αθήνα είναι πανέμορφη τον Αύγουστο, συμφωνεί κάθε φορά.
3.
Διαλέγει το κλασικό ποτήρι. Στην αρχή βάζει τρία παγάκια λόγω της ζέστης. Αμέσως βγάζει το πρώτο και το λιώνει απαλά ανάμεσα στα ούλα, όσο αποφασίζει για τα άλλα δύο. Για να δροσιστεί άμεσα. Το επόμενο το βγάζει για να μην νερώσει τελικά το ποτό. Το άλλο το πετάει στον νεροχύτη για να μην μείνει μόνο του. Βάζει τρία δάχτυλα από το κλασικό ποτό. Ίδιο χειμώνα-καλοκαίρι, παρόλο που έξω έχει τριάντα επτά βαθμούς.Τελικά, καίγεται στον λαιμό. Τουλάχιστον συνηθίζει τον καύσωνα.
Διαβάστε περισσότερα





