Στέργιος Ντέρτσας, «94»
4Ιαν
ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΡΑΜΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΚΟΝΗ, ΣΤΟ ΤΖΑΜΙ, ΤΗΝ ΗΜΕΡΑ ΠΟΥ Ο ΠΡΩΤΟΕΤΗΣ ΦΟΙΤΗΤΗΣ ΦΥΣΙΚΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΗΛΙΑΣ Κ., ΤΟΝ ΑΥΓΟΥΣΤΟ ΤΟΥ 1994, ΟΡΚΙΣΤΗΚΕ ΝΑ ΜΗΝ ΞΑΝΑΓΡΑΨΕΙ ΚΑΙ ΝΑ ΜΗΝ ΞΑΝΑΔΙΑΒΑΣΕΙ ΠΟΙΗΣΗ ΠΟΤΕ ΞΑΝΑ ΣΤΗ ΖΩΗ ΤΟΥ.
Αν άντεξα τη ζωή μου ως εδώ δεν ήτανε για μένα
[Β. Λεοντάρης]
Ο ΕΝΟΙΚΟΣ ΤΟΥ ΕΚΤΟΥ, ΜΗΤΕΡΑ, ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ Ο ΓΙΟΧΑΝ ΚΡΟΪΦ, ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΙΠΤΑΜΕΝΟΣ- ΟΥΤΕ ΚΑΝ ΟΛΛΑΝΔΟΣ- ΑΛΛΑ ΕΧΕΙ ΜΙΑ ΜΙΚΡΗ ΟΥΤΡΕΧΤΗ ΣΤΟ ΣΤΗΘΟΣ ΤΟΥ. ΚΑΙ ΜΙΑ ΜΕΓΑΛΗ ΟΥΛΗ ΑΠΟ ΜΑΧΑΙΡΙ, ΕΠΙΣΗΣ …
Έχω δει…
Έχω δει τραπεζικούς υπαλλήλους να φυτεύουν νάρκες στους δρόμους
και ύστερα -σαν να μη συμβαίνει τίποτα-
να ανταλλάσουν ερωτόλογα με τις πρώτες αχτίδες του ήλιου.
Έχω δει σαύρες να ροκανίζουν θεμέλια καθεδρικών ναών
και η ρυπαρή ουρά τους να ξερνάει κάλπικο λευκόχρυσο
365 ημέρες τον χρόνο.
Έχω δει.
Παλιά αυτά.
Τώρα μια φυλακισμένη καρδερίνα
ψάχνει στα μάτια μου
τρόπο και τόπο
ν’ αγαπήσει το κλουβί της.
Το φάντασμα του γείτονα, απέναντι, μου λέει
πως θα βρέξει, θα βρέξει πολύ, αλλά είναι κοινό μυστικό
πως εδώ δεν βρέχει ποτέ- ο γείτονας ήταν ένας εθισμένος
της αισιοδοξίας, έζησε και πέθανε έτσι.
Έχει από καιρό επιβληθεί ένα
κάμα που σακατεύει καρδιές.
Εδώ όλοι πεθαίνουν από νωρίς- και το καταλαβαίνουν
όταν είναι αργά.
Κι όμως αυτούς τους δρόμους τους διασχίζαμε παιδιά και γελούσαμε
μέχρι να γίνει το γκρι τους εφτά χιλιάδες αποχρώσεις-και καμιά ταινία.
Μέχρι να γίνει η σειρήνα του 100, τζουκ μποξ από όπου έβγαινε
ο Έλβις ολοζώντανος και ζητούσε να παίξει μαζί μας.
Take my hand/Take my whole life, too
Διαβάστε περισσότερα





