ΠΟΙΗΜΑΤΑ  ΓΡΑΜΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΚΟΝΗ,   ΣΤΟ ΤΖΑΜΙ,  ΤΗΝ ΗΜΕΡΑ ΠΟΥ Ο ΠΡΩΤΟΕΤΗΣ ΦΟΙΤΗΤΗΣ ΦΥΣΙΚΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΗΛΙΑΣ Κ., ΤΟΝ ΑΥΓΟΥΣΤΟ ΤΟΥ 1994, ΟΡΚΙΣΤΗΚΕ ΝΑ ΜΗΝ ΞΑΝΑΓΡΑΨΕΙ ΚΑΙ ΝΑ ΜΗΝ ΞΑΝΑΔΙΑΒΑΣΕΙ ΠΟΙΗΣΗ ΠΟΤΕ ΞΑΝΑ ΣΤΗ ΖΩΗ ΤΟΥ.

 

Αν άντεξα τη ζωή μου ως εδώ δεν ήτανε για μένα

[Β. Λεοντάρης]

 

 

Ο ΕΝΟΙΚΟΣ ΤΟΥ ΕΚΤΟΥ, ΜΗΤΕΡΑ, ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ Ο ΓΙΟΧΑΝ ΚΡΟΪΦ, ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΙΠΤΑΜΕΝΟΣ- ΟΥΤΕ ΚΑΝ  ΟΛΛΑΝΔΟΣ- ΑΛΛΑ ΕΧΕΙ ΜΙΑ  ΜΙΚΡΗ ΟΥΤΡΕΧΤΗ ΣΤΟ ΣΤΗΘΟΣ ΤΟΥ. ΚΑΙ  ΜΙΑ ΜΕΓΑΛΗ ΟΥΛΗ ΑΠΟ ΜΑΧΑΙΡΙ, ΕΠΙΣΗΣ …

 

Έχω δει…

Έχω δει τραπεζικούς υπαλλήλους να φυτεύουν νάρκες στους δρόμους

και ύστερα -σαν να μη συμβαίνει τίποτα-

να ανταλλάσουν ερωτόλογα με τις πρώτες αχτίδες του ήλιου.

Έχω δει σαύρες να ροκανίζουν θεμέλια καθεδρικών ναών

και η ρυπαρή  ουρά τους να ξερνάει  κάλπικο λευκόχρυσο

365 ημέρες τον χρόνο.

Έχω δει.

Παλιά  αυτά.

Τώρα μια  φυλακισμένη καρδερίνα

ψάχνει στα μάτια μου

τρόπο και τόπο

ν’ αγαπήσει το κλουβί της.

Το φάντασμα του γείτονα, απέναντι,  μου λέει

πως θα βρέξει, θα βρέξει πολύ, αλλά είναι κοινό μυστικό

πως εδώ δεν βρέχει ποτέ- ο γείτονας ήταν ένας εθισμένος

της αισιοδοξίας, έζησε και πέθανε έτσι.

Έχει από καιρό επιβληθεί ένα

κάμα  που σακατεύει καρδιές.

Εδώ όλοι πεθαίνουν από νωρίς- και το καταλαβαίνουν

όταν είναι αργά.

Κι όμως αυτούς τους δρόμους τους διασχίζαμε παιδιά και γελούσαμε

μέχρι να γίνει το γκρι  τους εφτά χιλιάδες αποχρώσεις-και καμιά ταινία.

Μέχρι να γίνει η σειρήνα του 100, τζουκ μποξ από όπου έβγαινε

ο Έλβις ολοζώντανος και ζητούσε να παίξει μαζί μας.

 

Take my hand/Take my whole life, too

 

Υπήρχε πίστη στα πράγματα, γενικώς υπήρχε μια πίστη,

που άλλες φορές την έλεγες ελπίδα, άλλες αγάπη-και ποτέ πίστη,

φοβόσουνα τη λέξη δηλαδή, την έτρεμες,

και όχι αυτό που μπορεί να σημαίνει.

Ήξερες πως ο ταχυδρόμος μπορούσε να πετάξει με το ποδήλατο του,

αν είχε κίνηση στους δρόμους-τον είχαμε δει εξάλλου.

Ήξερες πως σε όλα τα σχολειά της πόλης υπήρχε τουλάχιστον

μια χαλασμένη βρύση που έσταζε φως τις νύχτες

που τα όρνια οργιάζανε,

μέχρι να σε πείσουνε πως σε συμφέρει να σε φάνε.

Ήξερες πως η Αλίκη ήταν το πιο όμορφο κορίτσι της πόλης.

Της έλειπε ένα χέρι, αλλά στο κρυστάλλινο μέτωπό της, κάθε πρωί,

φυτρώνανε οι ασημοκόκκινες ανεμώνες των Απρίληδων του 16ου αιώνα.

Ήταν μια μάγισσα, δεν χωρά αμφιβολία, που είχε επιστρέψει

για να κάνει στάχτη τις μεγάλες μας βεβαιότητες,

μόνο και μόνο για να αναδυθούν από μέσα τους

τα  καινούργια μας αδέρφια-

ατσαλάκωτα, θαρραλέα και με φωνές στεντόρειες και καθαρές

(καλύτερες απ’ του Έλβις).

Ήξερες πως υπήρχαν  δάσκαλοι ικανοί

να διαπράξουν το τέλειο έγκλημα,

αδυνατώντας ωστόσο να το μεταδώσουν ως γνώση.

Τώρα από όλα αυτά έχει μείνει ένα δηλητήριο στην ατμόσφαιρα

που η γερουσία του δήμου στα καφενεία την λέει, σκόνη του χρόνου,

νομίζοντας πως έτσι λέει κάτι σπουδαίο,

νομίζοντας πως έτσι έχει ξεμπερδέψει μια και καλή με τις υποχρεώσεις της.

Θα έρθει κάποτε και η ώρα τους.

Είναι αλάργα το σκοτάδι; Ρητορικό το ερώτημα.

Κλεισ’ τα μάτια και θα δεις.

Οι μόνοι που δεν υποτάσσονται με τον σωστό τρόπο, εντέλει,

είναι οι τραπεζικοί υπάλληλοι.

Όχι όλοι. Όχι.

Εξαιρούνται εκείνοι μόνο που ξυπνούσανε κάποτε νωρίς

και φυτεύανε νάρκες στους δρόμους.

Εκείνοι, και μόνο εκείνοι, ξέρανε καλά πως το τέρας πλησιάζει.

Πως τα χέρια του είναι ξερά κλαδιά μουσκεμένα στη βενζίνη,

το  πρόσωπο του μια τυφλή φωτιά.

Πως θα ξεκινήσει από τα είδωλα μας σε  όλα τα κάτοπτρα

και σιγά-σιγά θα καταβροχθίσει και μας.

Πως δεν υπάρχει πλέον καμία σωτηρία,  ακόμη

κι αν επιβληθεί, εδώ και τώρα,  Σεισάχθεια.

«Κάποιες αρρώστιες πρέπει να τις πολεμάς

όσο ακόμη είναι νωρίς», ήταν η αγαπημένη φράση της μητέρας.

 

 

ΠΑΝΤΑ ΕΧΕΙΣ ΜΕΓΑΛΕΣ ΠΡΟΣΔΟΚΙΕΣ ΟΤΑΝ ΣΚΕΦΤΕΣΑΙ ΤΑ ΕΚΚΑΤΟΜΥΡΙΑ ΡΟΛΟΓΙΑ ΠΟΥ ΔΕΙΧΝΟΥΝ ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΑ 11:11, ΜΕΤΑ ΟΜΩΣ Η ΩΡΑ ΔΕΝ ΠΕΡΝΑΕΙ ΜΕ ΤΙΠΟΤΑ ΚΑΙ ΟΛΑ ΕΊΝΑΙ ΘΑΝΑΤΟΣ.

 

 

Θερμοκήπιο δυστυχισμένων ζωών, μίστερ,

και μεθύσι που καλύτερα να μη σου λάχει

να το ζήσεις ποτέ,

δυο λεπτά να κοιτάξεις μέσα του και πνίγεσαι :

μια γυναίκα με σώμα υγρό τσιμέντο  σε ερωτεύεται

κι απειλεί να σε θάψει εκεί μέσα ζωντανό,

αν δεν ενδώσεις στις ανυπόφορα ηθικές  προτάσεις της,

αν δεν ενδώσεις στα υποτίθεται αλάνθαστα  μαθηματικά της,

ως μέγιστος κοινός διαιρέτης, ως ελάχιστο κοινό πολλαπλάσιο

μιας δήλωσης  συνεχώς αναβαλλόμενης,

ενώ εσύ κοιτάς άναυδος το παραμορφωμένο είδωλο σου

στα περίπου ωραία μάτια της.

Υπάρχει και ένα παράθυρο κάπου εκεί,

μυρίζει καμένο  χόρτο, στέκεσαι για λίγο ακίνητος μπροστά του

και διαβάζεις τον άδειο δρόμο  σαν χρησμό του κόσμου.

Εκατόνταρχοι .

Ξαφνικά γεμίζει ο τόπος  κοντυλοφόρους εκατόνταρχους

που σε ρωτάνε πότε η προπαραλήγουσα δεν περισπάται.

Πρόσεχε τις θα πεις!

Είσαι ο νόστος της Ελένης,

είσαι η στάχτη της Τροίας,

και σε κατηγορούν για ένα έγκλημα

που θα προσπαθήσουν να σε πείσουν

πως κάποτε μπορεί και να ‘χε περάσει

απ’ το μυαλό σου.

Λες  να ;

Λες, ναι.

Λες πως τα φαγητά δεν βάζεις ποτέ αλάτι.

Λες πως πίνεις πολλούς καφέδες τώρα τελευταία.

Λες, όχι.

Λες;

Μπα!

Μια μύγα μπλέκεται στον  ιστό της αράχνης.

Βουίζει εκκωφαντικά κι αποκτούν

μια λογική εξήγηση τα πάντα.

Βρίσκεσαι ενώπιον της μεγαλύτερης παγίδας,

κι όσο λες πως το έχεις καταλάβει,

τίποτα δεν έχεις καταλάβει.

Λες, ίσως.

Χτυπάει το τηλέφωνο.

Μια ντροπαλή  φωνή ρωτάει αν έχει κοπεί το ρεύμα και σε σας.

Μια φωνή που δεν ανήκει σε κανέναν άνθρωπο, χωρίς ιδιοκτήτη,

αν δεχτούμε βέβαια πως οι φωνές έχουν ιδιοκτήτη.

Μια φωνή αδέσποτη χρόνια τώρα.

Μια φωνή μυστικό και προσβολή.

Και προβολή  αυτού που νομίζεις πως δεν είσαι.

 

«ΠΡΟΣΟΧΗ ΜΕ ΤΗΝ ΤΥΦΛΗ ΠΙΣΤΗ ΣΤΙΣ ΜΕΓΑΛΕΣ ΒΕΒΑΙΟΤΗΤΕΣ ΓΙΑΤΙ ΚΑΠΟΙΕΣ ΦΟΡΕΣ ΑΝΑΒΟΥΝ ΜΕΣΑ ΜΑΣ  ΞΑΦΝΙΚΑ ΣΑΝ ΤΡΑΙΝΑΚΙΑ ΤΡΟΜΟΥ ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΟΠΟΙΟΝ ΠΑΡΕΙ Ο ΧΑΡΟΣ», ΕΙΠΕ ΚΑΠΟΤΕ ΕΝΑΣ ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ ΥΠΟΔΗΜΑΤΟΠΟΙΟΣ .

Ο γιατρός είπε να μη  διαβάζω το βράδυ πριν κοιμηθώ,

ελλοχεύει ο κίνδυνος να ξυπνήσω  στην απέναντι όχθη.

Η τηλεόραση ξερνάει δολοφόνους στο χαλί,

η εφημερίδα ξερνάει κοινωνικές πολιτικές χωρίς ομοιοκαταληξία,

το ραδιόφωνο ξερνάει τραγούδια

που νομίζουν πως  ξέρουνε τη σωστή  ώρα-

άγνωστο πότε γραφτήκαν κι από ποιον.

Στον ίδιο στόμφο θύματα και θύτες,

η έξω θλίψη ψάχνει κατάλληλο το ύφος

για να στριμώξει  τη μοναξιά σου στη γωνία.

Ο γιατρός είπε να σκέφτομαι κάπου-κάπου τον θάνατο,

ως ασφαλή τακτική για να μη βρεθώ ξανά

στη λάθος ουρά στο σούπερ μάρκετ.

Αν είναι έτσι, γιατρέ,  καλύτερα να χάνουμε τον χρόνο μας

σκεπτόμενοι πως είμαστε κατώτεροι των περιστάσεων,

στις μελωδικές εξάρσεις της παραφωνίας  μας,

που μπορείς να τις πεις και φάρσες μεταφυσικές του πεπρωμένου,

εκεί που το βάθρο είναι συνώνυμο του βαράθρου-

και του ιλίγγου.

Ο  γιατρός δεν είπε πως είναι ποιητής,

χωρίς έξωθεν διαβεβαιώσεις δεν ξέρει τι του γίνεται

(του αξίζει λίγη αγάπη γι’ αυτό, νομίζω).

Ο γιατρός δεν είπε πως τον διακατέχει η  ακλόνητη πεποίθηση

πως μόνο  μια ελεύθερη πτώση στην άβυσσο

θα μας σώσει από μια ελεύθερη πτώση στην άβυσσο.

Δεν ξέρει πώς να υποστηρίξει τον εαυτό του

όταν αυτός τον περιμένει στην γωνία,

κι έτσι γινόμαστε λιγάκι γνώριμοι από πολύ παλιά.

Τα ποιήματα του είναι οι συνθέσεις των αντιλάλων

που ανέκαθεν ηδονιζόταν  να χλευάζει.

Του εμπιστευτήκαμε κάποτε το κλειδί των ονείρων μας

κι αυτός νόμιζε πως ένα αντικλείδι αρκεί,

πως ένα γαμημένο αντικλείδι αρκεί.

Και τώρα πασχίζει να σπείρει δυστυχίες παντού

μήπως και κρατήσει τη δική του ευτυχία ζωντανή.

Και στον θρήνο μας κάνει πως τον θρήνο του

δεν τον ακούει.

 

_ΔΕΝ ΚΟΥΡΑΣΤΗΚΕΣ ΑΚΟΜΗ; _ ΔΕΝ ΞΕΡΩ, ΤΟ ΣΚΕΦΤΟΜΑΙ

 

Τα μάτια της απέναντι μονοκατοικίας κλαίνε νυχθημερόν.

Εγκαταλειμμένη, εννοείται. Πνιγμένη στην αναρριχητική σκουριά.

Είναι γκρίζα και τα δάκρυα της είναι σπόροι σιταριού.

Κανείς δεν υποψιάζεται το παραμικρό,

όλοι βιάζονται να πάνε στις δουλειές τους,

και οι δουλειές τους είναι

να ρίχνουν πετονιές στις καρδιές τους

και να περιμένουν εσαεί

ξέροντας πως δεν πρόκειται να πιάσουν τίποτα.

Κι αυτό τους κάνει περίπου ευτυχείς.

Τίποτα. Μια φυλακή όταν έρθει και πάλι η ώρα

για ύπνο. Μια φυλακή μόνο-κι αυτή δανεική.

Τα μάτια της απέναντι μονοκατοικίας  σπέρνουν

τον κόσμο με καλοκαίρια μεγαλύτερα

από τις προεκλογικές υποσχέσεις.

Κάποιος την κατήγγειλε στην αστυνομία

των παμπάλαιων, των αρχαιότατων  καιρών-

και πολύ αργήσανε, εδώ που τα λέμε.

Ήρθαν κάτι  αμούστακα παιδιά,

σχεδόν πνιγμένα στις στολές τους,

με  νεροπίστολα  που ξέρανε

να υπονοούν τον θάνατο τέλεια.

Της ρίξανε τρις ισόβια-

ανέκαθεν λιμασμένοι .

Αυτοί που θα μπορούσαν να δικάσουν σωστά,

τω καιρώ εκείνω, απουσιάζανε

και η απουσία τους διαρκούσε έξι εξωπραγματικές  μέρες

(η Κυριακή δεν είχε ακόμη ανακαλυφθεί

μήπως και ξεκουραζόμασταν λιγάκι).

Της φορτώσανε ένα σωρό πράγματα,

ξέρετε τώρα, τα γνωστά, διαλληλίες της κακιάς ώρας

να μοιάζει η αντιπαροχή αναπόφευκτη ανάγκη:

κοφτερά απογεύματα/παραληρηματικά μεσημέρια/ξεκοιλιασμένες νύχτες,

μυστικιστικές τελετουργίες του άφατου,

βαλμένες φύρδην μίγδην, όλες στο σπασμένο τσουβάλι

της θλίψης-μη σου τύχει, μη σου τύχει ποτέ.

Ο καθ’ έξιν  συκοφάντης-αυτή η βρωμερή χρυσόμυγα.

Απέδρασε (η μονοκατοικία).

Απέδρασε και έγινε καλύβι.

Στο κέντρο μιας ερήμου

που κανείς δεν έχει τα κότσια  να τη διασχίσει.

Έχει πλέον μια δική της βροχή.

Εσώτατη. Των κελαριών και των υπογείων.

Οι βραδινές ειδήσεις τη θυμούνται αραιά και που.

Φυτεύοντας στην ανάμνησή της

τις πιο ακριβές τους διαφημίσεις.

Πολλά σκουλήκια μακροημερεύσανε  απ’ τη θλίψη της.

Κι ακόμη, όταν  κανείς  καθρέφτης δεν τα δείχνει όμορφα,

ακόμη τη συκοφαντούν.

Ένας αλλόφρων κοκκινολαίμης

που, κάποια στιγμή,  ως πύρινος υπαινιγμός

θα διέσχιζε το άδειο τους κεφάλι  με ταχύτητα φωτός,

θαρρώ, θα ακουγότανε σαν θεόπνευστη μουσική.

Γιατί περιμένω ακόμη, δεν ξέρω.

Αφού τρένα δεν περνάνε από δω-μόνο πουκάμισα αδειανά

και καμία Ελένη.

 

ΗΛΙΑ ΡΙΧΤΟ!!!

(ή  ΠΡΟΦΗΤΙΚΟΝ ή ΠΗΓΑΙΝΕ ΜΕΧΡΙ ΤΗΝ ΓΩΝΙΑ ΝΑ ΔΕΙΣ ΑΝ ΕΡΧΟΜΑΙ)

Σήμερα θέλω να γράψω ένα ποίημα για την Μαρία Κάλλας

έτσι όπως τη βλέπω να ίπταται και να μαζεύει κεράσια ,

αόρατα ουράνια κεράσια • και να τραγουδά.

Ανοίγω το παράθυρο και τραγουδά.

Ανοίγω τα μάτια μου και τραγουδά.

Ανάβω το μάτι της κουζίνας και τραγουδά.

Κλείνω τα μάτια μου και τραγουδά-

πιο δυνατά,  πιο δυνατά.

Είναι σωστό να λέμε πως η Μαρία Κάλλας τραγουδά;

Είναι σωστό το ρήμα;

Νομίζω,  όχι.

Θέλω να πω, δεν νομίζετε κι εσείς πως την αδικεί κάπως;

Νομίζω, ναι.

Μέχρι να βρω κάποιο άλλο που να ταιριάζει γάντι

στα  ταυτόχρονα δώδεκα χιλιάδες σήμαντρα

του  μπελ κάντο της,  συνεχίζω.

Με βοηθάει πολύ να την ακούω να τραγουδά.

Βλέπω τις ήττες μου σαν εξωτικά νησιά.

Καρφωμένα στην καρδιά μιας θάλασσας

που όταν δεν ονομάζεται Σχεδόν Θεός,

ονομάζεται  Περίπου Αντίθεος.

Μιας θάλασσας που όταν εξαγριώνεται

πνίγει τον καθωσπρεπισμό μου

και με κάνει και βρίσκω τη γαλήνη μου.

Σήμερα θέλω να γράψω ένα ποίημα για τη σπάνια μου γαλήνη μου,

τη μικρή της διάρκεια,

το ισχνό θνησιγενές φως της

που όταν ανάβει αμέσως χάνω τη γαλήνη μου

γιατί ξέρω πως θα σβήσει αμέσως

(τρία-δύο-ένα-μηδέν-game over)

κι ύστερα θάνατος, θάνατος, θάνατος

ήσυχος, μελίρρυτος, συνηθισμένος,

ενίοτε ποιοτικός/ ποιητικός

που έρχεται να πάρει πανωτόκια

με την ίδια την πλήξη που νιώθω εγώ όταν πλένω τα πιάτα

ενώ έξω βρέχει ημερομηνίες λήξεως  και μνησίκακο σάπιο νερό.

(και φεύγει με την καρδιά μου που ακόμη δεν κουράστηκε

να ματώνει, λες και ποιος νοιάστηκε ποτέ).

Σήμερα θέλω να γράψω ένα ποίημα

για τη διάθεση μου να γράψω ένα ποίημα.

Αλλά η Μαρία Κάλλας είναι κάπου εδώ κοντά  και με μισεί,

το νοιώθω στη φωνή της, με μισεί

που δεν βγαίνω στο δρόμο να φωνάξω

πως,  ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΑ

ΚΑΙ ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΥΠΑΓΟΝΤΑΙ

ΣΤΗΝ ΑΠΟΛΥΤΗ ΕΞΟΥΣΙΑ

ΜΙΑΣ ΦΕΥΓΑΛΕΑΣ ΛΥΠΗΣ

(ποιος το ‘χει πει αυτό, μη με ρωτάτε).

Και η γαλήνη μου είναι ένα δάνειο-θυσία

σε έναν θεό

που όταν κλείνω τα μάτια

μου μοιάζει τρομερά.

Αν είναι όμως να πιστεύουμε με όλο μας το είναι σε κάτι

και να καταλήγουμε πάλι σε μας -άστο καλύτερα.

Για μένα το λέω, εννοείται.

 

 

ΓΙΑΤΙ ΣΕ ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΑΓΝΩΣΗ ΧΩΡΑ ΔΕΝ ΒΛΕΠΕΙΣ ΠΟΥΘΕΝΑ ΑΘΕΝΟΦΟΡΑ ;;;

Γιατί εδώ η ελπίδα δεν πεθαίνει (τελευταία).

Δεν πεθαίνει (πρώτη ή δεύτερη-και τα λοιπά).

Δεν πεθαίνει (ποτέ).

Γιατί εδώ η ελπίδα, πολύ απλά,  δεν πεθαίνει

(κι ούτε λίγο καιρό ξαποσταίνει/ κι ούτε ξανά προς τη δόξα τραβά).

Δεν πεθαίνει.

Γι’ αυτό.

 

 

Η ΠΛΗΞΗ ΣΟΥ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΙΕΡΟ ΕΛΑΦΙ ΚΑΙ  ΤΟ ΕΦΤΑ ΕΙΝΑΙ ΙΕΡΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ. Ή ΜΑΓΙΚΟΣ-ΠΟΥ ΦΑΝΤΑΖΕΙ  ΠΕΡΙΠΟΥ ΤΟ ΙΔΙΟ. ΕΦΤΑ ΗΤΑΝ ΚΑΙ ΤΑ ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ. ΚΑΙ ΚΑΤΙ ΑΛΛΟ ΠΟΥ ΔΕΝ ΘΥΜΑΜΑΙ.

 

Ο θηροφύλακας διάβασε προσεχτικά το κατακάθι του καφέ,

στράφηκε στο είδωλο  στον καθρέφτη και είπε:

«Ακόμη κι αν σκοτώσουμε και φάμε ζωντανά

του Ήλιου τα Βόδια, απόψε δεν πρόκειται

να μας πάρει κανείς χαμπάρι, θα νομίζουν

όλοι πως ήταν μια ακόμη περίπολος ρουτίνας.

Κι αφού Βόδια του Ήλιου δεν υπάρχουνε εδώ,

πάμε να τελειώνουμε σήμερα με το Ιερό Ελάφι.

Ήρθε η ώρα στην στείλουμε την πλήξη μας

από ‘κει που ήρθε.»

Η πόρτα έκλεισε

μαλακά, πολύ μαλακά, πάρα πολύ μαλακά.

Μια σκοτεινή λάμψη  βγήκε από το βάθος του καθρέφτη

και χάραξε την έσω φόδρα του κρυστάλλου του

σε εφτά σημεία,

(όσα και τα γράμματα στο όνομα Α Ρ Τ Ε Μ Ι Σ)

Μια καταιγίδα από θρύψαλα,

από αυτές που θα μπορούσαν να διαρκούν εκατό αιώνες

ή  χρόνους αδιάβατους εφτά ,

έπεσε  μανιασμένη και τρύπησε  το πάτωμα.

Ο πυροβολισμός κρύφτηκε

σε ένα γκολ που μπήκε

κάπου εκεί κοντά

ή κάπου λίγο πιο μακριά.

Όχι στη Μαδρίτη.

Ούτε στο Μόναχο.

Ούτε στο Μάντσεστερ.

Είπαμε, αλλά όχι και τόσο μακριά.

 

 

17.6.1994  ή 25.8.1994 ή

ΤΟΣΕΣ ΦΩΝΕΣ ΣΤΟ ΑΙΜΑ ΜΟΥ ΠΟΥ  ΘΕΛΩ ΝΑ ΦΥΓΩ, ΤΟΣΕΣ ΠΟΥ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΜΕΙΝΩ

 

Από ποιανού ηφαιστείου πέτρωμα σμιλέψανε  τα  ανάγλυφα  χέρια σου, Βύρων Λεοντάρη, οι θεοί; Εσύ δεν γράφεις ποιήματα, εσύ τον Σατανά πολεμάς. Κι από το δυνατό σου αίμα εξαγνίζονται όλα τα αμαρτήματα του κόσμου. Διαπράττεις βέβαια συνεχώς το έγκλημα του να είσαι σφόδρα ερωτευμένος, (πότε με φλισκούνια και σπουργίτια/ πότε με Σταχυοφόρους  και  έναστρα στερεώματα/ και ποτέ, ποτέ με τις Σαλώμες), αλλά δεν σ’ αγαπήσαμε μόνο γι’ αυτό. Δεν σε θαυμάσαμε μονάχα επειδή μέσα από τον επίμονο, μελωδικό σου   βήχα πετιέται ο Όλυμπος, ολόλαμπρος και σκοτεινός συνάμα• και πρέπει να τον ανεβοκατεβούμε πριν πάμε για δουλειά. Όχι. Έδινες πάντα την τελευταία γουλιά του της ρακής σου  στους συντρόφους σου και διψασμένος κοιτούσες τα αστραπόβροντα της ειμαρμένης λέγοντας, «δεν σε φοβάμαι». Και τα τελευταία σου κέρματα έβαζες άφοβα στο τζουκ μπουξ των κόντρα τραγουδιών • και οι μούσες όλες σου δίνονταν γυμνές και σπαρταρούσανε στα έκπληκτα, απορημένα σου χέρια. Και πιο πολύ από Ποιητής ήσουν βραχοκιρκίνεζο  που πριν μουγκανίσει του λαθροκυνηγού η κάνη, έσβηνες τον φθόνο  των ανέραστων ματιών του • κι έπεφτες ύστερα στο χώμα ματωμένος κι οι λέξεις σου όλες ριγούσανε σαν φλόγες μπρος στα μάτια μας. Πώς νομίζεις πως κρατάμε ακόμη ζεστό το δάκρυ στα έρημα χωριά μας; Πώς νομίζεις ότι  μάθαμε να λέμε τόσο καθαρά εμείς τη λέξη λευτεριά και να τη δίνουμε αναμμένη στα παιδιά μας ;