Στέλιος Μανουσέλης, Τέσσερα ποιήματα
14Ιου
Τρείς μάνες
Χρόνια τώρα μια φορά την εβδομάδα
άναβε ένα κεράκι στη Μεγαλόχαρη
και μετά πήγαινε τον τυφλό της γιο στον οίκο ανοχής
και τον περίμενε απέξω να τελειώσει
αδιαφορώντας για τ’ αυτοκίνητα και τους περαστικούς
που πια την είχαν συνηθίσει.
Το βλέμμα τους δεν ήταν πια
συγκαταβατικό ή ειρωνικό ή επιτιμητικό
αλλά αδιάφορο, μειλίχιο ή ακόμα και με πόθο
πόθο για την ηδονή που ο γιος της γεύονταν
πόθο κι αυτοί μια τέτοια μάνα να ’χαν·
κι όταν το παιδί της έβγαινε με το λαμπερό χορτάτο του χαμόγελο
η Παναγιά η Γλυκοφιλούσα φορώντας τη ρόμπα της
το κρατούσε απ’ το χέρι και της το ξεπροβόδιζε.
Αφήστε ένα σχόλιο






