Παναγιώτα Λάσκαρη, «Τριζόνι ἀπονύχτερο»
16Ιου
Ι
Χρόνια βαδίζω πάνω σὲ μιὰ μεταφορὰ
σὲ δρόμο ποὺ τὸν ἔπιασα ἀπ΄τὶς μασχάλες
σὰν τὸν παραλυτικὸ τῆς Βηθεσδὰ
ἕνα τερτατημόριο πρὶν
τὴν ἀνύποπτη ἔγερση.
Ἡ ἀφηρημένη τέχνη θὰ εἶναι πάντα
μιὰ μόνον εὐλαβὴς σιωπὴ
ἀπὸ τὸν πόλεμο ποὺ μόλις ἔρχεται ἤ μόλις
ἀφανίζοντας παρῆλθε
μὲ χρώματα εὐθυτενῆ After the flood
τὸ νόμισμα ἀενάως τοῦ ἐξαργυρώνει ὁ Klee
γιὰ νά ΄ναι μὲς τὴν ἐρημιὰ τὰ χρόνια μας ἀκέραια
ἤ κάπως ἔτσι -πολὺ πολὺ θὰ θέλαμε-
ἔστω
γιὰ νὰ μὴν εἶναι ἐπιτέλους στριμωχτὰ μέσα σὲ τόσες πέτρες
βουβές, ποὺ κλώθουνε Μονόπετρο τὸν θάνατο
μὲ βία.
Κι ὅμως
κάποτε κάποτε
στὸν ἡλιοτροπισμὸ τῆς θάλασσας
κοιμόταν ὁ Ρεμπὼ αἰωνιότητα κι ὁ Νίτσε μὲ βηματάκι
χοροπηδηχτό, μισὸ ἀπ΄τὴν παράνοια πιὸ πέρα,
ἀπ΄τὸ μηδὲν ἀφυπνιζόταν.
Διαβάστε περισσότεραΑφήστε ένα σχόλιο






