Αναγνώσεις

Γιώργος Δόντσος , «Μία αμερικανική μοίρα: Κάνοντας έναν σύντομο περίπατο στην αμερικανική ενδοχώρα με συντροφιά έξι συγγραφείς και μία απορία» (Α΄ ΜΕΡΟΣ)

   Πριν μερικούς μήνες, βρισκόμουν ένα βράδυ στο σπίτι ενός πολύ καλού φίλου. Περικυκλωμένος από τις βιβλιοθήκες του και την εμφανή αγάπη του για το μαόνι, είχε ανάψει μια ηλεκτρική απομίμηση λάμπας θυέλλης, στο πικάπ έπαιζε το Songs for the Deaf των Queens of the Stone Age, και είχαμε ανοίξει ένα μπουκάλι μπέρμπον του συρμού. Η γεύση του ποτού, απολύτως επίπεδη και κατ’ επίφασιν γλυκερή, με έκανε να σκεφτώ πως είναι μια γεύση που σκοτώνει την συνείδηση και την ηθική και προσφέρει μόνο λήθη. Πως ίσως τελικά αυτή είναι η γεύση της σύγχρονης Αμερικής.     

   Λίγο καιρό αργότερα, άνοιξα ένα πρωί την τηλεόραση και βρέθηκα μπροστά στα νέα της δολοφονικής απόπειρας κατά του Ντόναλντ Τραμπ. Δεν με συγκλόνισε τόσο η ίδια η είδηση, όσο η πασίγνωστη πια φωτογραφία του πρώην προέδρου να ανεμίζει την γροθιά του, περικυκλωμένος από τους σωματοφύλακες του, με ματωμένο πρόσωπο, ακριβώς κάτω από την αστερόεσσα. Μια απομίμηση Αμερικανού χρυσοθήρα στην Καλιφόρνια του 19ου αιώνα, που μόλις ανακάλυψε ανάμεσα στις στρώσεις του χαλαζία φλέβα χρυσού και σπεύδει να πανηγυρίσει, προτού σημαδέψει την περιοχή για να γυρίσει την επόμενη μέρα και να αρχίσει την εξαγωγή του μεταλλεύματος. Αυτομάτως, η σκέψη μου πήγε στην ανάμνηση της γεύσης του μπέρμπον. Η φωτογραφία μου άφηνε την ίδια γεύση στο στόμα. Ποιο ήταν το tertium comparationis;

Υποψιάζομαι πως μια κάποια απάντηση βρίσκεται – όπως και τις περισσότερες φορές άλλωστε – στα μεγάλα λογοτεχνικά έργα του πολιτισμού που παρήγαγε και τα παραπάνω ερεθίσματα. Η ταύτιση της επίπεδης και κατ’ επίφασιν γλυκερής γεύσης του μπέρμπον με την, αποτυπωμένη σε ψηφιακή μορφή πια, αγιογραφία του πρώην προέδρου της Αμερικής, ίσως μπορεί να εξηγηθεί μέσω μιας καταβύθισης στις αρχέγονες δομές και στις συγκρούσεις των δυνάμεων που, κάτω από την επιφάνεια, καθόρισαν το λογοτεχνικό πεδίο της Αμερικής και προκάλεσαν τις εκρήξεις της πνευματικότητάς της. Η παρούσα μελέτη δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια συνέχιση της σκέψης εκείνης της βραδιάς στο σπίτι του φίλου και εκείνου του πρωϊνού μπροστά στην τηλεόραση, όπως επίσης και μια προσπάθεια ικανοποίησης μιας απορίας, ασφαλώς όχι κάποια σοβαρή ακαδημαϊκή απόπειρα. Όμως, αυτές οι σκέψεις στο φως μιας λάμπας θυέλλης, ακόμη κι αν αυτή είναι πλέον ηλεκτρική, ίσως μερικές φορές είναι πολύ πιο ουσιαστικές από μια ακαδημαϊκή εργασία. Αφενός, διότι έτσι μπορεί κάποιος να αφήσει τον εαυτό του να χαθεί στους φιδίσιους δρόμους των εικασιών, της ονειροπόλησης και της αυθαίρετης γραφής και αφετέρου, διότι επιτρέπουν μια πιο άμεση προσέγγιση, γυρνώντας μας στις εποχές όπου ο Έμερσον όργωνε την αμερικανική γη για να δώσει τις διαλέξεις του κάθε βράδυ σε κτίρια απομακρυσμένων, μακριά από την ευγένεια και την βολή της Νέας Αγγλίας, κοινοτήτων.

Διαβάστε περισσότερα