Αναγνώσεις

Σπύρος Αραβανής, «Υπογραμμίσεις»

Βλέπεις τις υπογραμμίσεις σε βιβλία που ξανά διαβάζεις και συναντάς και πάλι εκείνον. Πού πήγαν τόσα χρόνια; Γιατί τα βιβλία δεν άλλαξαν;
   Άλλοτε καμαρώνεις πως ήξερε τι να σημειώσει. Νιώθεις υπερηφάνεια που διάβαζε σωστά, στεκόταν στα κατάλληλα σημεία-όπως και εσύ σήμερα. «Τον μπαγάσα» λες, «αν και τόσο νέος, κοίτα που είχε καταλάβει!». Χαϊδεύεις το χρώμα πάνω στο τυπογραφικό, όπως τον παλιό σου φίλο που στέκεται ξανά μπροστά σου. Είσαστε πια δύο άλλοι πάνω από την ίδια σελίδα, αλλά μαζί. Νοτισμένοι σαν τα μαύρα γράμματα πάνω στο λευκό.
   Άλλοτε πάλι, ντρέπεσαι, θες να αλλάξεις βιαστικά το φύλλο. Δεν έγινες αυτό που σημείωσε. Δεν έκανες ούτε το ελάχιστο από αυτό που ήλπιζε ότι θα κάνεις, όταν κύκλωνε τις λέξεις. Πασχίζεις να σβήσεις την υπογράμμιση, να ξεχαστούν όλα. Μάταιος κόπος. Μένει για πάντα η κηλίδα. Η δική του κηλίδα.
   Καμία φορά κοιτάς με ζήλεια. Ήταν νέος, το βλέπεις από τη βιασύνη που υπογράμμιζε, την έξαψη να συγκρατήσει μέσα σε ασύμμετρες γραμμές, που έπεφταν πάνω στα γράμματα ή έβγαιναν στο περιθώριο, όλο το φως που ανέβλυζε στις λέξεις και τον τύφλωνε. Σήμερα έχεις την ψυχραιμία να διαβάσεις και διαγωνίως. Να μην έχεις δίπλα σου το υπογραμμιστικό. «Δεν πειράζει, ας μη το σημειώσω», λες. «Θα το θυμάμαι». Στην επόμενη στροφή του βιβλίου, το έχεις κι όλας ξεχάσει. Ανάμεσα σε σένα και τις λέξεις υπάρχει χρόνος, μέρες, πια, βδομάδες, μπορεί και μήνες. Όπως υπάρχουν και γυαλιά. Πού να τα βγάζεις για να γαβγίσεις στα αστέρια από τη χαρά της έκπληξης; Ποια έκπληξη; Πόσο διαρκεί;
Διαβάστε περισσότερα