Απόστολος Καλουδάς, «Η ξύλινη γλώσσα της καρέκλας», εκδ. Ενύπνιο, 2024 (γράφει η Ελευθερία Θάνογλου)
7Νοε
Λέξεις
Έρχονται από τη σιωπή και πεταρίζουν
γύρω από μια κηλίδα φως.
Όσες δεν καίνε τα φτερά τους,
τις καρφιτσώνω στο χαρτί.
Από το πρώτο κιόλας εισαγωγικό ποίημα Λέξεις της πρώτης ποιητικής συλλογής του Απόστολου Καλουδά Η ξύλινη γλώσσα της καρέκλας, διαφαίνεται ήδη πως η γραφή του θα μας συστηθεί μέσα από μια συμβολική και συνάμα υπαινικτική γλώσσα. Μια γλώσσα που στάθηκε ικανή να επιβιώσει άρα έγινε και πολύτιμη να μοιραστεί.
Ότι προέρχεται από την σιωπή ενός ανθρώπου που δημιουργεί, υποδηλώνοντας και την ανυπαρξία ουσιαστικά με την λέξη σιωπή, μπορεί και πεταρίζει σύμφωνα με τον ποιητή γύρω από μια κηλίδα φως, γύρω από μια κηλίδα αλήθειας δηλαδή της έκφρασης άρα και της αποκάλυψης της. Τις άθικτες λέξεις που διατήρησαν την αξία τους σαν άλλες νυχτοπεταλούδες που δεν κάηκαν σ΄ αυτήν την αποκάλυψη, ο ποιητής τις κατέγραψε και τις καρφίτσωσε στο χαρτί προς κάθε ενδιαφερόμενο/η αναγνώστη/στρια.
Μια νέα ποιητική συλλογή πάντα έχει να μας αποκαλύψει μια οπτική νέα πάνω στα αιώνια θεμέλια της ίδιας τυραννίας του ανθρώπου περί χρόνου, περί θανάτου και περί έρωτος. Η ξύλινη γλώσσα της καρέκλας μας χαρίζει την ανατρεπτική φρεσκάδα του ανθρώπου που σκαρφίστηκε με λογοτεχνική φαντασία τα δικά του μονοπάτια στην ίδια τυραννία με μια τελείως διαφορετική οπτική από αυτήν που συναντάμε αναγνωστικά ως συνήθως.
Λέξεις ως άλλες νυχτοπεταλούδες λοιπόν.Και παρατηρούμε πως μας εισάγει στην γραφή του μ΄ έναν δυνατό συμβολισμό εξαρχής, εκείνης της έλξης προς την καταστροφή όπου έχουν τούτα τα λεπιδόπτερα έντομα,συμβολίζοντας και την ανθρώπινη τραγική αδυναμία της επιθυμίας να αντισταθεί σε όλα αυτά που ενδεχομένως τον πληγώνουν.
Στα πρώτα ποιήματα η νύχτα κυριαρχεί. Άλλες φορές τα τσίνορα της ξεβάφουν από βροχές, άλλες γίνεται η βλεφαρίδα της Σελήνης ή γίνεται ουσιαστικό για να φωλεύει τη μέρα, τον χρόνο, τη ζωή. Άλλωστε, όπως γράφει και ωραιότατα ο ποιητής
Γυμνή,/αν σημαίνεται η νύχτα,/δεν χρειάζεται στολίδια.
Έτσι και οι στίχοι του Α.Κ. χωρίς τα περιττά στολίδια -φέρνοντάς μας στο νου και την φράση του Σεφέρη «γιατί και την τέχνη μας τη στολίσαμε τόσο πολύ που φαγώθηκε από τα μαλάματα το πρόσωπό της» – με τρόπο συνοπτικό και με απλό λόγο δίνουν έμφαση σε μια αμεσότητα του μηνύματος χωρίς να λείπει παρόλα αυτά η πυκνότητα του νοήματος. Μας αναφέρει πάλι ο ίδιος πως
Κάτι φορούν τα γυμνά ποιήματα/ Τελείως/ κανείς δεν γδύνεται,/ όταν γράφει./ Δεν ξέρω/ τι φορώ,/ στα ποιήματά μου,/ όταν τα θέλω γυμνά.
Διαβάστε περισσότερα





