Αναγνώσεις

«”Το εγώ είναι ένας άλλος”/ Αρθούρος Ρεμπώ: 170 χρόνια από τη γέννησή του» (γράφει ο Ελισσαίος Βγενόπουλος)


20 Οκτωβρίου 1854 – 10 Νοεμβρίου 1891

 

Το εγώ είναι ένας άλλος

Τα μεγαλύτερα πειραχτήρια στη ζωή είναι οι άνεμοι, τα παιδιά, και οι συνειδήσεις, χτυπάνε την πόρτα, ανοίγεις να δεις ποιος είναι και έχουν εξαφανιστεί. Σε έχουν εγκαταλείψει στα χέρια μια ημιτελούς ενδοσκόπησης και μιας ατέρμονης αναζήτησης.

Τα ξυπνητήρια δεν κάνουν τέτοια, σε ταράζουν σου καρφιτσώνουν έναν εκνευρισμό στο πάνω χείλος και σε παρατούν να ψάχνεις να βρεις τα ίσα σου για κάμποση ώρα.

Βγήκα από το ξενοδοχείο στη Ζενεβιλιέ, το ibis budget Gennevilliers Asnières τη στιγμή που τα φώτα της πόλης έσβησαν, χωρίς τα φώτα της μέρας να έχουν ακόμα ανάψει. Χαμογέλασα για την σύμπτωση, μια αστραπή φώτισε τον τόπο γύρω κι έβαλε αποσιωπητικά κι ένα μικρό ερωτηματικό στο χαμόγελό μου. Τι ψάχνουν οι αστραπές καλοκαιριάτικα αναρωτήθηκα. Πέρασα την τριγωνική πλατεία και στάθηκα στη στάση πυροβολώντας δεξιά και αριστερά την ακινησία της λεωφόρου με ασημένιους ήχους και κίτρινα επιφωνήματα. Όμορφο μα και λίγο τρομακτικό θέαμα η ερημιά, είπα λες και υπήρχε κάποιος δίπλα μου, που θα διαφωνούσε ή θα συμφωνούσε μ’ αυτό που βρυχήθηκα. Πισωπάτησα και ανέβηκα πάλι στην τριγωνική πλατειούλα, που φαίνεται πως δεν την σχεδίασε κανείς, μόνο προέκυψε σαν περίττωμα της δημιουργίας των γύρω δρόμων.

Η καλύτερη γωνιά, το πιο όμορφο ύψωμα, το πιο ανοιχτό πλάτωμα είναι αυτό της περισυλλογής, από κει μπορείς να παρατηρήσεις καλύτερα το φίλο σου, να εξετάσεις πιο καλά τον εαυτό σου, να θαυμάσεις και χωρίς εμπόδια να καταργήσεις τον κόσμο.

Το πρόγραμμα σήμερα είχε Ορσέ. Μέχρι όμως να ξυπνήσουν ο Αλέξανδρος και η Αναστασία, ο γιος μου και η γυναίκα μου, για να κατηφορίσουμε προς το μουσείο είχα μπόλικο και πολύτιμο χρόνο να σπαταλήσω, γιατί λατρεύω τα πρωινά σε άγνωστους τόπους, όπως μου αρέσει οτιδήποτε βρίσκεται στο μεταίχμιο είτε είναι χρόνος, είτε είναι χώρος είτε είναι πραγματικό είτε είναι φανταστικό κι όπως έλεγε ο Ζαν-Νικολά-Αρτύρ Ρεμπώ

«Αυτά που μου αρέσουν είναι: οι αφηρημένοι πίνακες ζωγραφικής, τα διακοσμητικά στις εξώπορτες, τα σκηνικά, οι μεταμφιέσεις περιπλανώμενων θιάσων, τα διαφημιστικά φυλλάδια, οι λαϊκοί διάκοσμοι, η ντεμοντέ λογοτεχνία, τα Λατινικά της εκκλησίας, τα ανορθόγραφα ερωτικά βιβλία». Ένας λόγος από τους πολλούς λόγους για τους οποίους θα περνούσαμε τη μέρα μας στο Μουσείο συνέχεια και προέκταση του Λούβρο ήταν και ο Ρεμπώ, αλλά το λεωφορείο μόλις φρέναρε μπροστά μου, να βολευτώ και θα σας πω στη συνέχεια για το Μουσείο, τον Ρεμπώ και τις διαδρομές μου ανάμεσα στα δυτικά της πόλης, τους ακατανόητους στίχους, τις ιμπρεσιονιστικές απεικονίσεις.

Πήρα το 138 και στη στάση Μιττεράν μετά την πλατεία Ρεπυμπλίκ και στη συνέχεια το 74 για να κατέβω στο κέντρο στη Ριβολί κι από κει με το 72 μετά με το 73 να φτάσω στα δυτικά στη Ντεφάνς και στη Μεγάλη Αψίδα. Όλα αυτά θα μπορούσαν να γίνουν πολύ απλά αν από τα ΒΔ της Ζενεβιλιέ που ήταν το ξενοδοχείο μας, έπαιρνα το 258 το λεωφορειάκι και κατέβαινα λίγο πιο Νότια στα Δυτικά του Παρισιού. Αλλά μου άρεσε, με τρέλαινε η ιδέα να βλέπω το κέντρο της πόλης ξημερώματα, τις πλατείες ακόμα αχρησιμοποίητες, τα κτίρια υποφωτισμένα και τους δρόμους αγουροξυπνημένους. Μου άρεσε να βλέπω την πλατεία Κονκόρντ και τα Ηλύσια Πεδία και όλα τα τοπόσημα της πόλης εκτός ‘’τουριστικού ωραρίου’’, ήταν πως να το κάνουμε, πιο παρθένα, πιο αυθεντικά, πιο καθαρά πιο μεσαιωνικά, ήταν πιο ο εαυτός τους.

Διαβάστε περισσότερα