Ποιητικό Καφενείο

Ελένη Γκίκα: «Αν αγαπάς αληθινά ακόμα και η συγχώρεση περιττεύει» [Συνέντευξη στη Γεωργία Χάρδα]

 

«Σε όλα τα μεγάλα φτάνουμε μόνοι. Ακόμα και στον έρωτα. Για σκεφτείτε, ο καθένας μας ζει τον δικό του έρωτα «κατά τον δαίμονα εαυτού». Ακόμα και σ’ αυτό που υποτίθεται σμίγουν οι ζωές μας, ο καθένας μας το βιώνει διαφορετικά. Ανάλογα με αυτά που κουβαλάει στο σώμα, στη ψυχή και στο κεφάλι του. Μόνοι μας γεννηθήκαμε, και όσο για τον θάνατο, το μόνο σίγουρο είναι ότι θα βαδίσουμε μόνοι»

«Το έχω ξαναπεί, είμαι άνθρωπος του ελέους κι όχι του δικαίου. Κι ύστερα είμαι η τελευταία που δικαιούμαι να συγχωρώ. Έχω κάνει τα λάθη μου, έχω ζήσει τα πάθη μου, συγνώμη θα πρέπει εγώ να ζητώ. Αλλ’ ευτυχώς η αγάπη σαν γομολάστιχα, ενοχές, παραλήψεις, απογοητεύσεις, όλα τα εξαφανίζει»

Η Ελένη Γκίκα μιλάει στο Ποιείν για τη νέα της ποιητική συλλογή με τίτλο «Εν ερημίαις επλανήθησαν». Η επίγνωση του θανάτου, που εμφανίζεται ήδη από τη στιγμή της γέννησής της, υπήρξε συνεχής συνοδός και καθοριστικός παράγοντας στη ζωή της, διαμορφώνοντας τη γενναία και απολύτως συνειδητή στάση της απέναντι στη ζωή. Η ίδια αποκαλύπτει πως το γράψιμο αποτέλεσε για εκείνη τον τρόπο να αντέξει τις φρίκες του πόνου και του φόβου, ενώ ταυτόχρονα οι λέξεις τη βοήθησαν να «ξορκίσει» το αναπόφευκτο: τον θάνατο.

Στο ποιητικό της έργο  αναζητά την αλήθεια γύρω από τη ζωή και τον θάνατο. Με βάθος και ειλικρίνεια, η Ελένη Γκίκα αποτυπώνει την ερημιά της ανθρώπινης ύπαρξης και την αποξένωση που βιώνει κάθε άνθρωπος. Κινούμενη ανάμεσα στην αγάπη, τον θάνατο και τη δημιουργία, η ποίησή της λειτουργεί ως ένα εργαλείο εσωτερικής πάλης και αποδοχής του αναπόφευκτου. Παρά το γεγονός ότι ο θάνατος αποτελεί το τελικό γεγονός, η ποιήτρια δεν αντιλαμβάνεται την ποίηση ως αντίδοτο σε αυτόν, αλλά ως τον τρόπο με τον οποίο μπορούμε να βιώσουμε και να κατανοήσουμε τη ζωή σε όλο το βάθος της.

 

 

-Μιλήστε μας για τη νέα σας ποιητική συλλογή «Εν ερημίαις επλανήθησαν». Τι είναι αυτό που σας κέντρισε να ασχοληθείτε με ένα από τα πιο βαθιά και αινιγματικά μυστήρια της ανθρώπινης ύπαρξης;

Ο Θάνατος μάς τρώει τα σωθικά από τη γέννησή μας. Και στη δική μου ζωή, ξέρετε, αυτό ήταν απολύτως ορατό, από την πρώτη στιγμή: γεννήθηκα με τον θάνατο στο χέρι. Δύσκολη γέννα, κόντεψα να πεθάνω τη μάνα μου, εντατικές, θερμοκοιτίδες… φροντίδα υπερβολική και εγκλεισμός τα πρώτα μου χρόνια για προστασία. Η επίγνωση αυτή ωστόσο στη ζωή μου με έκανε αφάνταστα τολμηρή. Αυτό που λένε, η κάθε μέρα μου σα να είναι η τελευταία. Ετοιμοπόλεμη πάντοτε και απολύτως συνειδητή. Στην πορεία είδα ότι και όταν φοβόμουν, έγραφα. Έτσι έμαθα να αντέχω τον πόνο, τον φόβο. Το «εν ερημίαις» γεννήθηκε μέσα σε μέρες, ο εδώ και σαράντα χρόνια σπουδαίος φίλος μου ήταν να κάνει ένα επικίνδυνο χειρουργείο. Μ’ αυτά τα ποιήματα που έφτασαν ακάλεστα κι ουρανοκατέβατα, τον αποχαιρετούσα, ξόρκιζα το κακό. Προσπαθούσα να καταλάβω αν τελικά τελειώνουμε πριν φύγουμε από αυτήν τη ζωή, το γήινο χρέος μας. Στο πρώτο μέρος, φαίνεται πώς δεν ξεφεύγουμε από τη μοίρα μας. Στο δεύτερο, με βασανίζει αυτό που υπάρχει συνήθως στη ζωή μας: η κίνηση η μισοτελειωμένη. Πόσο να σε προστατεύσει η ιστορία σου, η ζωγραφιά ή η σονάτα σου. Στο τρίτο, γονατίζω «των αχράντων μυστηρίων». Ο θάνατος είναι ένα αίνιγμα που μόνο αν τον γνωρίσουμε θα βρει τη λύση του. Αλλά θα είμαστε και ο μόνος αποδέκτης της, αλίμονο.

Διαβάστε περισσότερα