Σπύρος Αραβανής, «Εκείνος που μεγάλωνε σαν δέντρο», εκδ. Κέδρος, 2025
3Φεβ
Μετά τη δουλειά συνήθιζε να κάνει έναν περίπατο σε πολύβουους δρόμους προτού να επιστρέψει σπίτι. Πίστευε ότι έτσι πολλαπλασιάζονταν οι πιθανότητες να «συναντήσει» νέες ανθρώπινες ιστορίες, σαν κι αυτές που πάντα τον γοήτευαν.
Στους μεγάλους δρόμους, βλέπεις, διαστέλλεται η συνθήκη της ανωνυμίας. Είναι ένας μεγεθυντικός φακός, όπως έγραψε κάποτε ένας ιστορικός για την έρημο, κάτι που επιτρέπει στον άνθρωπο να φαντάζει πιο μεγάλος από όσο πραγματικά είναι. Ό,τι γίνεται και στις συναυλίες όπου, ενώ ο καθένας είναι λίγο ή πολύ παράφωνος, όλοι μαζί φτιάχνουν ένα μελωδικό τραγούδισμα.
Το ακριβώς αντίθετο, δηλαδή, αντίθετο, από τους ψηφοφόρους και τις εκλογές .
Στους μεγάλους δρόμους, λοιπόν, αυτό το μωσαϊκό ψυχών που λέγεται «πόλη», αποκτά ένα συμπαγές «σώμα» το οποίο φαντάζει καλλίγραμμο. Εκεί κρύβεται η μαγεία της κάθε ιστορίας: να ψάχνεις να βρεις τις ατέλειες του «σώματος». Τις σιωπές και τις αποσιωπήσεις του. Γιατί το όσο κάθε μέλος του όσο προσπαθεί να παραμείνει άδηλο, τόσο αποκαλύπτεται, ειδικά τα δεκάδες μάτια που διασταυρώνονται με τα δικά σου και στα οποία μπορείς να διακρίνεις – αν είσαι εξασκημένος – πολλές ιστορίες.
Και φυσικά δεν έχει καμία σημασία αν έπεσες μέσα, αν μάντεψες σωστά.
Σημασία έχει το πώς εσύ τις φαντάστηκες με τα λίγα υλικά που είχες στα χέρια σου χωρίς να σε παρασύρουν όλες εκείνες οι αποπροσανατολιστικές λεπτομέρειες, τα ρούχα, το βάδισμα, το δέρμα, πράγματα που εύκολα μπορούν να οδηγήσουν σε λανθασμένες εκτιμήσεις, όπως και το βλέμμα των υπόλοιπων περαστικών προς τους ανθρώπους που ακτινογραφείς.
Ή αλλιώς αυτό που αποκαλούμε «κοινή γνώμη». Το αιμοβόρο θηρίο που όσο περισσότερους αρπάζει στα δόντια του, τόσο περισσότερο δυναμώνει, και χορταίνει μόνο όταν έχει εξασθενήσει κάθε ικμάδα δημοκρατίας.
Συνήθιζε, λοιπόν, να περπατά στους μεγάλους δρόμους εκεί, αν και το τελευταίο διάστημα δεν είχε διάθεση. Προτιμούσε τα στενά σοκάκια ακριβώς για να μη συναντά αυτή την αδηφάγο ύαινα και να μη βαραίνει ο νους του με τις λεπτομέρειες των «αγαλμάτων» που θα συναντούσε.
Όχι εκείνων των μαρμάρινων που στέκουν αγέρωχα για να καυχιέται τάχα το παρελθόν και να κουτσουλάνε τα περιστέρια, αλλά των άλλων. Με τις φλέβες.
Στην πόλη του υπήρχε ένας σωρός από τα πρώτα, λες και έπρεπε οι νεκροί να μην μπορούν ποτέ να είναι στ’ αλήθεια νεκροί, σαν να μην επιτρέπεται να ηρεμήσουν αληθινά, να πάψουν τέλος πάντων να επιτελούν κοινωφελές έργο, να μην τους θυμούνται, να ξαποστάσουν επιτέλους, να πεθάνουν ήσυχα, βρε αδελφέ, ειδικά αν δεν το κατάφεραν με τον πρώτο τους θάνατο.






